Στη ζούγκλα με τους Mentawai

AlexandrosΑναρτήσεις, Άρθρα, Ιστορίες

Με ένα αργό ξύλινο καΐκι πλέουμε για 5 ώρες ανάμεσα στα νησιά Mentawai, 150χλμ δυτικά της Σουμάτρα. Προορισμός μας η νήσος Siberut και η ζούγκλα όπου ζουν οι Mentawai, μια φυλή κυνηγών/τροφοσυλλεκτών που διατηρεί τον παραδοσιακό τρόπο διαβίωσης.
Φτάνοντας στο Siberut, ψάχνουμε να βρούμε κάποιον για να μας οδηγήσει στη ζούγκλα και να συνεννοηθεί για τη διαμονή μας. Παρά τη βιασύνη ώστε να μη χαθεί η μέρα, χρειάστηκε λίγο παραπάνω ψάξιμο για μια συμφέρουσα συμφωνία. Ένας νεαρός που ανήκε στη φυλή αλλά έχει αστικοποιηθεί, ανέλαβε να γίνει ο οδηγός μας. Σε τοπικό παντοπωλείο προμηθευτήκαμε κάποια είδη που θα προσφέρουμε στους οικοδεσπότες μας, όπως τσιγάρα, καπνό, ρύζι, ζάχαρη κλπ. Επιβιβαστήκαμε σε μηχανοκίνητη πιρόγα στο ποτάμι του νησιού και για καλή μας τύχη δύο γηραιοί της φυλής επιβιβάστηκαν μαζί μας. Είχαν τα χαρακτηριστικά τατουάζ σε όλο τους το σώμα, τα ακονισμένα δόντια, το εσώρουχο από φλοιό δέντρου και την κορδέλα από χάντρες με διακόσμηση λουλουδιών στο κεφάλι. Κάπνιζαν ακατάπαυστα και είχαν το μαχαίρι και τη μασέτα ως άμεσα απαραίτητο εργαλείο. Η διαδρομή στον ποταμό διήρκεσε περίπου 2 ώρες και ήταν άκρως απολαυστική, όπως όλες αυτές οι βαρκάδες στα ποτάμια των τροπικών με φόντο τη ζούγκλα, όπου νιώθω να βρίσκομαι στο φυσικό μου περιβάλλον. Σε πολλά σημεία υπήρχαν γυναίκες μέσα στο νερό, όμως δεν έκαναν το μπάνιο τους αλλά καταδύονταν καθοδηγούμενες από ένα καλάμι, αναζητώντας όστρακα στο βυθό. Φτάνοντας, αποβιβαζόμαστε σε μια ακτή με πολύ βαθιά λάσπη και αφού χαρίσουμε τσιγάρα στον περίγυρο παίρνουμε το μονοπάτι μέσα στη ζούγκλα. Οι γαλότσες που κουβάλησα μέχρι εδώ, έβγαλαν τα λεφτά τους, αν και σε πολλά σημεία βυθίζονταν τόσο που δυσκολευόμουν να απεγκλωβιστώ. Ο συνταξιδιώτης μου προτίμησε να βαδίσει ξυπόλυτος ισορροπώντας στους κορμούς που υπήρχαν σε όλο το μήκος του μονοπατιού, όμως σε κάποια σημεία υπήρχαν αγκαθωτά κλαδιά που έκαναν οδυνηρή την εμπειρία.

H φυλή Mentawai

Οι Mentawai ζουν ημινομαδικά αλλά σε αυτόνομες καλύβες διάσπαρτες στο δάσος και όχι σε οργανωμένους οικισμούς. Μετά από δύο ώρες εύκολο περπάτημα μέσα στη “σάουνα” της ζούγκλας, φτάνουμε σε μια καλύβα όπου μας υποδέχεται ένα νεαρό ζευγάρι Mentawai. Ο άνδρας είχε όπως όλοι την ημίγυμνη εμφάνιση της φυλής με τα ολόσωμα τατουάζ, όμως η σύζυγος φορούσε κανονικά ρούχα και όχι τη φούστα από μπανανόφυλλα, μιας απ’ ότι φαίνεται τείνει να εκλείψει η ενδυματολογική παράδοση των γυναικών. Οι άνθρωποι αυτοί ήταν ιδιαίτερα ευγενικοί και πολύ φιλόξενοι. Τους δώσαμε τα δώρα κι εκείνοι δε μας ζήτησαν ποτέ κάτι παραπάνω, παρά μόνο -πολύ διακριτικά- έναν φακό που τους εντυπωσίασε κι αυτό με αντάλλαγμα… ένα γεύμα με κάμπιες την επομένη μέρα! Αναζητήσαμε ένα κοντινό ρυάκι για να ξεπλύνουμε τον ιδρώτα στο ρηχό και σχετικά στάσιμο νερό. Η καλύβα ήταν μεγάλη, χτισμένη σε πασσάλους πάνω από τη λάσπη. Κάτω και γύρω από αυτήν ζούσαν οικόσιτα ζώα, γουρούνια και κότες, δημιουργώντας μια… ιδιαίτερη μυρωδιά. Το γεύμα μας δε θα συμπεριλάβει κάποιο από αυτά, αλλά θα περιοριστεί στο ρύζι που φέραμε, κάποια άγνωστα λαχανικά και ένα είδος ψωμιού από το άμυλο του φοίνικα που ονομάζουν Sago tree και είναι σημαντικός για διάφορες χρήσεις, διατροφικές για τους ίδιους και τα ζώα, κατασκευαστικές και άλλες. Οι Mentawai, παραδοσιακά είναι τροφοσυλλέκτες και κυνηγοί, όμως δεν πρέπει να έχουν απομείνει πολλά άγρια ζώα πλέον στην κοντινή περιοχή. Στην καλύβα, φιγουράριζαν μεταξύ άλλων κάποια κρανία πιθήκων, που κάποτε αποτέλεσαν γεύμα αλλά και γιατροσόφια του φίλου μας, ο οποίος είχε και την ιδιότητα του σαμάνου. Παραδίπλα μερικές παιδικές ζωγραφιές, των τριών τέκνων του ζευγαριού, που ζουν στο χωρίο με συγγενείς ώστε να μπορούν να πάνε σχολείο. Όπως μας είπε ο οδηγός μας, που έχει και ο ίδιος τα τατουάζ των Μentawai, η επόμενη γενιά δε θα ακολουθήσει τη ζωή αυτή στη ζούγκλα, ακολουθώντας τις προσταγές του εκσυγχρονισμού, τα κινητά τηλέφωνα και τα μηχανάκια. Στη ζούγκλα δεν έχει πολλά πράγματα να κάνει κανείς πέραν του να απολαμβάνει την ηρεμία του τοπίου, εξαιρουμένων των βρυχηθμών και των ήχων αφόδευσης των γουρουνιών, τα κρωξίματα των κοκόρων νυχθημερόν, ενώ το βράδυ το παλικάρι θα το ρίξει στο τραγούδι, χωρίς το υπερβολικό κάπνισμα να επηρεάζει τις φωνητικές του δεξιότητες.

Θα κοιμηθούμε στο σκληρό δάπεδο της “βεράντας”, μέσα σε κουνουπιέρες που εκτός από τις δικές μας διέθετε και το σπίτι και οι οποίες κρίνονται απαραίτητες σε αυτό το περιβάλλον που η ελονοσία απειλεί. Το πρωινό θα μας βρει προς αναζήτηση τροφής και συγκεκριμένα του πολυπόθητου γεύματος με κάμπιες. Σε κοντινή απόσταση μέσα στη ζούγκλα υπήρχε ένα ξέφωτο με κομμένα φοινικόδεντρα Sago, στον κορμό του οποίου επωάζονται οι συγκεκριμένες κάμπιες 6 μήνες μετά την κοπή του. Ο φίλος μας κατασκεύασε ένα δοχείο από το φλοιό του φοίνικα και άρχισε να σκάβει το μαλακό εσωτερικό του κορμού. Αλίευσε πολλές λευκές, μεγάλες και παχιές κάμπιες που είχαν έντονη κινητικότητα και δάγκωναν, με τα δυο δόντια που εξείχαν από το κεφάλι τους. Κόψαμε το κεφάλι και δοκιμάσαμε ωμές. Δεν ήταν άσχημη αλλά ούτε και συγκλονιστική η γεύση τους. Επιστρέφοντας στην καλύβα, προετοιμάσαμε τις υπόλοιπες για barbeque, βάζοντάς τις σε σουβλάκια, χαράζοντας και ψήνοντάς τις στα κάρβουνα. Η γεύση τους ήταν απρόσμενα εξαιρετική. Θύμιζε κρέας με πολλά λιπαρά, κάτι σαν κοκορέτσι ή σπληνάντερο. Τις φάγαμε μανιωδώς με μπόλικο αλάτι και ρύζι για συνοδεία, σβήνοντας τη δίψα με γλυκό τσάι. Τελικά ήταν πολύ βαρύ γεύμα για πρωινό και δυσκολευτήκαμε να τις χωνέψουμε.

Κατά τη διάρκεια της ημέρας αποφασίσαμε να επισκεφτούμε και άλλες καλύβες για να γνωρίσουμε περισσότερες οικογένειες. Οι “γείτονες” απ’ ότι φάνηκε είχαν φύγει για τη ζούγκλα και η οικοσκευή έδειχνε πως θα λείψουν για καιρό. Περπατώντας για καμιά ώρα, φτάσαμε σε ακόμα μία καλύβα, όπου έμενε και ένας τουρίστας. Παρά τα τσιγάρα που προσφέραμε στον οικοδεσπότη, δε δέχτηκε να τον φωτογραφήσουμε χωρίς χρηματικό αντίτιμο. Το ίδιο συνέβη και όταν φτάσαμε στις καλύβες των γνώριμων γερόντων με τους οποίους είχαμε συνταξιδέψει στην πιρόγα. Οι χρηματικές απαιτήσεις τους μάλιστα ήταν υπερβολικές. Δυστυχώς κι εδώ η τουριστικοποίηση έχει αλλοιώσει τη συμπεριφορά των ανθρώπων και την ποιότητα του χαρακτήρα τους. Ευτυχώς η οικογένεια που φιλοξένησε εμάς ήταν πολύ διαφορετική, έντιμη και αυθεντική κι εμείς τυχεροί που ζήσαμε αυτή τη μοναδική εμπειρία μαζί τους.
Ας ευχηθούμε τη μακροημέρευση των Mentawai, άλλης μιας σπάνιας φυλής υπό απειλή…

©Αλέξανδρος Τσούτης

Facebook Comments