Νήσοι Σολομώντα


🇸🇧

Τα νησιά του Σολομώντα είναι ένα ανεξάρτητο κράτος του νοτίου Ειρηνικού που αποτελείται από έξι μεγάλα και περί τα εννιακόσια μικρά νησιά. Πρώην βρετανική αποικία, τα νησιά έγιναν το προσκήνιο μιας από τις μεγαλύτερες ναυμαχίες του Β’ παγκοσμίου πολέμου μεταξύ του Αμερικανικού και Ιαπωνικού στόλου. Ο βυθός ανάμεσα στο νησί Guadalcanal που φιλοξενεί σήμερα την πρωτεύουσα Honiara και τα γύρω νησιά, είναι διάσπαρτος από τα ναυάγια της πολύνεκρης σύγκρουσης και πλέον τα στενά αυτά ονομάζονται Ironbottom sound. Τα νησιά αυτά δε μοιάζουν καθόλου με άλλα τουριστικά νησιά του Ειρηνικού. Εδώ δε θα βρει κανείς κατάλευκες παραλίες με σμαραγδένια νερά και πολυτελή resorts. Η ομορφιά του τόπου πηγάζει από ακριβώς το αντίθετο. Ένα άγριο, παρθένο τοπίο, γεμάτο ηφαίστεια, πλούσιο βυθό με ανέγγιχτους κοραλλιογενείς υφάλους, ζούγκλες, απομεινάρια ναυαγίων και μαχών, αλλά και μεγάλο ανθρωπολογικό ενδιαφέρον στις νησιωτικές φυλές που ζουν έναν αυθεντικά παραδοσιακό, έως και πρωτόγονο τρόπο ζωής.


Άνθρωποι

Οι κάτοικοι της νησιωτικής αυτής χώρας ζουν σε αργούς, χαλαρούς ρυθμούς ενώ μόλις λίγα χιλιόμετρα μακριά απ την πρωτεύουσα οι ανέσεις του δυτικού πολιτισμού απουσιάζουν εντελώς. Οι παραδόσεις και ο αυθεντικός τρόπος ζωής διατηρούνται ακόμα, στις νησιωτικές φυλές μεταφέροντας τον επισκέπτη σε μια άλλη εποχή. Η κατανάλωση του διεγερτικού betelnut είναι κι εδώ μια καθημερινή συνήθεια, αλλά σε μικρότερο βαθμό απ’ ό,τι συναντά κανείς στη γειτονική Παπούα Νέα Γουινέα.


Τόποι

Guadalcanal. Το μεγαλύτερο νησί επιφυλάσσει και τη μεγαλύτερη αντίθεση. Απ’ τη μία η σύγχρονη Honiara με πολλά μικρά μαγαζάκια, τράπεζες και casinos ενώ στο υπόλοιπο νησί συναντάς καλυβένια χωριουδάκια και τον ένα και μοναδικό δρόμο που συνδέει μετά βίας κάποια από αυτά. Αν περιμένει να βρει κανείς καρτ-ποσταλικές παραλίες θα απογοητευτεί. Αν ψάξει αρκετά όμως, τα ζεστά και πλούσια σε ζωή νερά του νησιού θα τον αποζημιώσουν.

Tulagi. Ένα πολύ μικρό νησάκι, 2 ώρες απόσταση από τη Honiara. Παρά το μέγεθός του αποτελούσε την πρωτεύουσα του  βρετανικού προτεκτοράτου. Οι παραλίες του νησιού δεν είναι ιδιαίτερης ομορφιάς για κολύμπι και αλλά το θέαμα των υπολειμμάτων από τα ναυάγια του πολέμου είναι μοναδικό. Παίρνοντας κανείς μια βάρκα θα ανακαλύψει υφάλους γεμάτους πολύχρωμα ψάρια και πολλά σημεία για κατάδυση. Το γειτονικό μεγαλύτερο νησί Nggela έχει ελάχιστους κατοίκους αλλά ο οικισμός που επισκεφτήκαμε μας επιφύλασσε μια αυθεντική εμπειρία της ζωής νησιωτών.

Savo. Ένα νησί-ηφαίστειο, κατάφυτο από πυκνή ζούγκλα. Μοναχικές καλύβες, ο καπνός μιας μαγειρικής εστίας και ένας-δυο οικισμοί σηματοδοτούν την ανθρώπινη ύπαρξη εδώ. Παρά τις ανακριβείς πληροφορίες, το νησί είναι το ομορφότερο της περιοχής, τριγυρισμένο από ατελείωτες παραλίες και κοπάδια με εκατοντάδες δελφίνια να παίζουν με τις περαστικές βάρκες. Τα παιδιά του χωριού μας πήγαν στο σημείο που οι ατμοί του ηφαιστείου δημιουργούσαν ένα απόκοσμο θέαμα, ενώ στο βραστό νερό του ποταμού μαγείρευαν το καθημερινό γεύμα.



“Ειρηνικές” εμπειρίες 

Περισσότερα...

Το πανβρώμικο αεροσκάφος της Air Niugini, μετά από 2:30 ώρες πτήσης από το Port Moresby (Παπούα Νέα Γουινέα), προσγειώνεται στο κεντρικό νησί Guadalcanal και την πρωτεύουσα της χώρας, πόλη της Honiara. Το αεροδρόμιο αποτελεί ταυτόχρονα και μνημείο του Β’ παγκοσμίου πολέμου μιας και εκτυλίχθηκαν κι εδώ σημαντικές μάχες. Για τη μετακίνησή μας έχουμε φροντίσει για την κράτηση αυτοκινήτου, με σκοπό να εξερευνήσουμε το νησί μέσω του μοναδικού δρόμου που διατρέχει ένα μικρό τμήμα του βόρειου μέρους του. Η Honiara είναι μια μικρή πόλη με αρκετές όμως τράπεζες. Παρ’ όλα αυτά βρήκαμε δυσκολία στο να ανταλλάξουμε συνάλλαγμα σε λογική ισοτιμία. Είναι από τα μέρη του κόσμου όπου το Ευρώ δεν γίνεται αποδεκτό στις περισσότερες τράπεζες ή έχει μικρότερη συναλλαγματική αξία από το δολάριο. Επιπλέον, ίσως λόγω των capital controls, δεν καταφέραμε να κάνουμε ανάληψη από ATM. Χάνοντας αρκετή ώρα με αυτές τις διαδικασίες, κινήσαμε για τα ανατολικά του νησιού, αψηφώντας τις ελάχιστες διαδικτυακές πληροφορίες που ανέφεραν ότι δεν υπάρχει τίποτα εκεί. Πράγματι, μόλις 5 χιλιόμετρα από τον πολιτισμό, υπάρχει μόνο ζούγκλα και ελάχιστες διάσπαρτες καλύβες. Ο δρόμος είναι δύσβατος χωματόδρομος, με σημεία βαθιάς λάσπης και ρυάκια που πρέπει κανείς να διασχίσει. Το μικρό 4Χ4 αμάξι μας με δυσκολία περνούσε τα εμπόδια αυτά, προσφέροντάς μας γεύση περιπέτειας τύπου camel trophy σε αυτή την απομακρυσμένη γωνιά της γης. Οι ελάχιστοι χωρικοί που συναντήσαμε, έδειχναν παραξενεμένοι και νωθροί στο να μας διαφωτίσουν για τη συνέχιση της διαδρομής. Μετά από αρκετή ώρα μάχης με τη λάσπη, φτάσαμε σε σημείο όπου ένα βαθύ και ορμητικό ποτάμι διέκοπτε το δρόμο τερματίζοντας άδοξα τη σημερινή “αποστολή”. Στις όχθες, νεαρές γυναίκες έπλεναν ρούχα και σκεύη, ενώ παρέες νεαρών μας πλησίασαν με περιέργεια. Μετά από τη φιλική μας κοινωνικοποίηση, κάποια νεαρά μέλη μας ενημέρωσαν πως οι υπόλοιποι σχεδίαζαν να μας επιτεθούν για να μας ληστέψουν αλλά τους μετέπεισαν. Έτσι κι αλλιώς δε νομίζω να τα κατάφερναν.

Επιστρέφοντας στην πόλη, αναζητάμε διαμονή καθώς το φως πέφτει. Οι επιλογές είναι ελάχιστες, υπερτιμημένες και με άθλια ποιότητα. Μετά από πολλή περιπλάνηση, ρωτώντας περαστικούς και εξαντλώντας το χάρτη, βρήκαμε ένα μεγάλο, πεντακάθαρο ξενοδοχείο κινεζικής ιδιοκτησίας σε κεντρικό σημείο και με λογική τιμή. Το φαγητό στα λίγα εστιατόρια ήταν ευρωπαϊκών τιμών επίσης αλλά με νόστιμες επιλογές ψαριών του Ειρηνικού. Μετά το φαγητό, επιχειρήσαμε να πάμε για ποτάκι σε τοπικό μπαρ. Φτάνοντας στο κατώφλι αντικρίζουμε ένα πλήθος ανδρών να γυρίζει το κεφάλι του προς εμάς σε ένα κλίμα που αισθανόσουν ξεκάθαρα εχθρικό. Λαμβάνοντας υπ όψιν ότι η Honiara δεν είναι ασφαλής το βράδυ και με την πρότερη εμπειρία από την Παπούα, αποχωρήσαμε με ελαφρά πηδηματάκια. Την επομένη, σειρά είχε το δυτικό τμήμα του νησιού που θεωρητικά είναι πιο κατοικημένο και πιο προσβάσιμο. Kαι σε αυτή την κατεύθυνση, τα σημάδια του πολιτισμού εκλείπουν μετά τα περίχωρα της πόλης. Η διαδρομή είναι απολαυστική και το οδικό δίκτυο βατό, με κάποιους παραδοσιακούς οικισμούς. Πυκνά δάση με φοινικιές περιστοιχίζουν τη διαδρομή και το ηφαιστειακό όρος Popomanaseu με υψόμετρο 2.335μ υψώνεται απότομα στο κέντρο του νησιού. Οι περισσότερες παραλίες δεν είναι ιδανικές για κολύμπι. Σε κάποιο σημείο της ακτής ένα ναυάγιο ιαπωνικού πλοίου του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, προεξέχει από την επιφάνεια της θάλασσας με τα σκουριασμένα φουγάρα του. Πολλές παραλίες στη χώρα αυτή ανήκουν σε κάποιον, όπως στη συγκεκριμένη που ο ιδιοκτήτης εμφανίστηκε ζητώντας εισιτήριο. Ζητήσαμε να ρίξουμε μια ματιά, βγάλαμε μερικές φωτό και φύγαμε. Σε κάθε χωριό υπάρχει και μια εκκλησία, αλλά κανένα εστιατόριο, κατάλυμα ή άλλη τουριστική υποδομή εκτός από ελάχιστα παντοπωλεία. Κάποιοι ντόπιοι έψηναν ψάρια στην άκρη του δρόμου και τα απολαύσαμε μαζί με ρύζι τρώγοντας τα με τα χέρια σε πιάτο από φύλλο μπανάνας. Όσο περνούσε η ώρα ο αέρας υποχωρούσε και τα κύματα ελαττώνονταν, δίνοντάς μας την ευκαιρία να κολυμπήσουμε στα ζεστά νερά του Ειρηνικού και να θαυμάσουμε την υποβρύχια ζωή. Στην αμμουδιά έπαιζαν μικρά παιδιά και κάποιοι μεγαλύτεροι μας υπόδειξαν το ναυάγιο ενός υποβρυχίου κάπου στα ανοιχτά. Ψάχναμε αρκετή ώρα το βυθό με τη μάσκα, και παρ’ ότι ένα υποβρύχιο δεν είναι μικρό αντικείμενο, παρέμενε άφαντο. Ένας βαρκάρης με κανό ήρθε ψάχνοντας αρκετή ώρα και ο ίδιος. Τελικά βρήκαμε τα απομεινάρια που δεν ήταν όμως σε καλή κατάσταση.

Τις επόμενες ημέρες θα εξερευνήσομε τα γειτονικά νησιά, πράγμα που κάνει κακή επιλογή την ενοικίαση του αυτοκινήτου, μιας και θα παραμείνει ακινητοποιημένο στο Guadalcanal. Επιβιβαζόμαστε σε μια από τις μικρές βάρκες με προορισμό το νησί Tulagi, το μικροσκοπικό αδελφάκι των δύο μεγαλύτερων νησιών Nggela. Δεν υπάρχουν πολλά πράγματα να δει και να κάνει κανείς εκτός από το να απολαύσει την ηρεμία της απομόνωσης. Στο νησί υπάρχει ένα motel και καταδυτικό κέντρο, ένα σχολείο, μια εκκλησία, ένα καρνάγιο και ελάχιστα σπίτια. Μετά από διχογνωμία με τους συνταξιδιώτες θα επικρατήσει η λύση της παραμονής στο σπίτι ενός ντόπιου, με πολύ basic συνθήκες αλλά που προσωπικά προτιμώ ως πιο αυθεντικό. Το νησί είναι τόσο μικρό που μπορεί να το περιδιαβεί κανείς πεζή σε διάστημα λίγης ώρας. Οι παραλίες του δεν είναι ιδιαίτερα δελεαστικές και είναι διάσπαρτες με σκουριασμένα κομμάτια πλοίων. Σε πολλά σημεία της ακτής βλέπει κανείς ερπύστριες, πολυβολεία και ολόκληρα άρματα μάχης αγκαλιασμένα από τα μαγκρόβια φυτά. Αποφασίσαμε αντί να σπαταλήσουμε τη μέρα και τα χρήματά μας σε μια κατάδυση, να συμφωνήσουμε με ένα βαρκάρη να μας πάει σε διάφορα σημεία ναυαγίων, αλλά και σε παραδοσιακά χωριά των γύρω νησιών. Τα ναυάγια ήταν σε αρκετό βάθος και απαιτούνταν καλή άπνοια ώστε να τα θαυμάσει κανείς. Μεταξύ άλλων ένα αεροπλάνο που όπως και τα περισσότερα απομεινάρια δεν ήταν σε καθόλου ακέραια κατάσταση. Προσεγγίζοντας ένα από τα χωριά του νησιού Nggela, δεχτήκαμε ενθουσιώδη υποδοχή από αμέτρητα παιδιά που μάλλον είχαν πολύ καιρό να δουν επισκέπτη. Τα περισσότερα από αυτά ήταν κατάξανθα, μια γενετική ιδιαιτερότητα των φυλών της Μελανησίας που συνδυάζουν σκούρο δέρμα με ανοιχτόχρωμα μαλλιά, άλλοτε ίσια και άλλοτε σγουρά. Τα σπίτια τους ήταν απλές ξύλινες καλύβες σε υπερυψωμένους πασσάλους, ομοίως και κάποια μικρά χοιροστάσια πάνω από το νερό. Οι στιγμές αυτές με τους αυθεντικούς ανθρώπους των απομονωμένων σημείων του πλανήτη, αποτελεί για μένα μια από τις σημαντικότερες εμπειρίες ενός ταξιδιού. Δεν περιμέναμε να γνωρίζει κανείς τη μακρινή Ελλάδα, όμως προς μεγάλη μας έκπληξη πληροφορηθήκαμε πως  κάποιος επιτήδειος συμπατριώτης μας ονόματι Χρήστος, δραστηριοποιούνταν στην περιοχή εκπαιδεύοντας δελφίνια για να πουληθούν σε ενυδρεία του Dubai. Δε γνωρίζω παραπάνω για τους νόμους της χώρας που επιτρέπουν κάτι τέτοιο, οικειοποιώντας την άγρια πανίδα που δεν ανήκει σε κανέναν. Επιστρέφοντας στο Tulagi συναντάμε πολλούς παραδοσιακούς ψαράδες, από μικρά παιδιά που πλοηγούνται με άνεση μέσα σε ξύλινα κανό με κουπί, μέχρι ενήλικες με μηχανοκίνητες βάρκες. Μεταξύ των νησιών υπάρχουν κάποια αβαθή όπου μπορεί να περπατήσει κανείς στη μέση του πελάγους.

Το βράδυ ο οικοδεσπότης, μας είχε ετοιμάσει ένα απλό δείπνο πριν αποσυρθούμε στα δωμάτια με τα άβολα ντιβάνια. Κάποιοι ανεπαίσθητοι ήχοι κινούσαν την προσοχή και την περιέργειά μου. Ανάβοντας το φακό παρατηρούσα μια παρέλαση της τροφικής αλυσίδας. Ένα σαμιαμίδι είχε αρπάξει από το λαιμό μια κατσαρίδα που αντιστεκόταν. Στην κορυφή των τοίχων που δεν εφάπτονταν της οροφής, κάποια ποντίκια έκαναν βόλτες. Τις επόμενες ημέρες θέλαμε να επισκεφτούμε ένα ακόμα νησί. Όμως η απόσταση ήταν μεγάλη για τις μικρές βάρκες και το κόστος δυσβάσταχτο. Έτσι, επιστρέψαμε στο Guadalcanal και οδηγήσαμε δυτικά μειώνοντας την απόσταση. Διαπραγματευτήκαμε με αρκετούς βαρκάρηδες που δεν έδειχναν πρόθυμοι να εγκαταλείψουν τις δουλειές ή τη ραστώνη τους για να μας μεταφέρουν. Επιπλέον, αυτός με τον οποίο συμφωνήσαμε αργότερα μέσα στη μέρα, δεν είχε αρκετά καύσιμα, οπότε έπρεπε να τον μεταφέρουμε στο σημείο προμήθειας. Το Savo είναι ένα μικρό ηφαιστειακό νησί καλυμμένο από πυκνά δάση φοινικόδεντρων. Επάνω του βρίσκονται δύο μικροί οικισμοί και μερικές διάσπαρτες απομονωμένες καλύβες. Οι παραλίες του είναι καταπληκτικές και συνολικά ανταποκρίνεται στην εικόνα ενός άγριου παραδείσου. Μετά από κάποιες στάσεις για κολύμπι και απόλαυση του τοπίου, αποβιβαζόμαστε στο χωριό, όπου τα παιδιά μας καθοδηγούν σε ένα μονοπάτι που οδηγεί σε θερμές πηγές. Ένα ποτάμι με νερό που βράζει, κοχλάζει και εκλύει σύννεφα ατμών, δίνει στο τοπίο μια απόκοσμη όψη. Τα παιδιά κουβαλούν κατσαρόλες, τοποθετώντας τις στο νερό για να μαγειρευτεί το φαγητό της οικογένειας. Άλλα πλένουν ρούχα.

Επιστρέφουμε στη βάρκα και ζητάμε στο βαρκάρη να μας πάει στη “φωλιά των δελφινιών”. Οι ντόπιοι ισχυρίζονται ότι τα δελφίνια έχουν το σπίτι τους στα βάθη μιας συγκεκριμένης θαλάσσιας περιοχής. Φτάνοντας εκεί, εκατοντάδες δελφίνια άρχισαν να ξεπηδούν από την υδάτινη επιφάνεια, ανταγονιζόμενα την ταχύτητα της βάρκας. Όπου και να κοιτούσες, τα δέλφινα διατάρασσαν τους καθρεφτισμούς του νερού και έκαναν τα κεφάλια μας να στρέφουν με ενθουσιασμό προς κάθε κατεύθυνση. Θέλαμε πολύ να κολυμπήσουμε μαζί τους, όμως κάθε φορά που η βάρκα σαματούσε, εκείνα εξαφανίζονταν. Μάταια ψάχναμε με τη μάσκα στα σκοτεινά νερά του πελάγους για κάποια κίνηση. Μόλις η βάρκα ξεκινούσε ξανά, άρχιζαν και πάλι το παιχνίδι τους σα να μας περιγελούσαν. Το Savo, αυτή η ειδυλλιακή κουκίδα στον Ειρηνικό, είναι ένας τόπος όπου θα ήθελα να παραμείνω για πολύ, ξεχνώντας  το σύγχρονο τρόπο ζωής σαν αυτούς τους Ροβινσώνες στις μοναχικές καλύβες.

Όμως το ταξίδι μας φτάνει στο τέλος του και πρέπει να επιστρέψουμε στη ρεαλιστική πραγματικότητα παίρνοντας 5 πτήσεις επιστροφής (Honiara – Port Moresby – Manila – Hong Kong – Ρώμη – Αθήνα). Θα απολαύσουμε το δειλινό κολυμπώντας στα χρυσαφένια νερά του Sago, αφού πρώτα έχουμε ζητήσει την άδεια του ιδιοκτήτη της παραλίας αυτής, στην άκρη της γης. Το τελευταίο βράδυ μας επιφύλασσε μια μικρή περιπέτεια. Στο δρόμο της επιστροφής για τη Honiara, γινόμαστε μάρτυρες ενός παρ’ ολίγο μοιραίου δυστυχήματος. Ένα φορτηγό γεμάτο με κόσμο, έχασε την πορεία του και βρέθηκε να αιωρείται πάνω από το ποτάμι, με τους δύο τροχούς στο κενό. Οι επιβάτες έδειχναν να μην έχουν αναστατωθεί από τον παρ’ ολίγο αποχαιρετισμό του μάταιου ετούτου κόσμου και μάλιστα το διασκέδαζαν. Όμως το δικό μας πρόβλημα ήταν πως ο μοναδικός δρόμος του νησιού είχε αποκοπεί και είχαμε εγκλωβιστεί με ένα αυτοκίνητο που έπρεπε να παραδώσουμε πριν την πτήση μας το πρωί. Η κατάσταση ήταν απογοητευτική. Έμοιαζε αδύνατη η αποκόλληση του φορτηγού, ακόμα κι αν υπήρχε γερανός στο νησί θα έπρεπε να πατhttps://ήσει κι αυτό πάνω στη στενή γέφυρα για να το μετακινήσει. Η νύχτα εξελισσόταν δυσοίωνη και η αγωνία μας μεγάλωνε μαζί με την πείνα και τη δίψα. Οι παρευρισκόμενοι κατέστρωσαν ένα απίστευτο σχέδιο αποκόλλησης. Αφού ασφάλισαν με ιμάντες το βαρύ όχημα στα κάγκελα της γέφυρας ώστε να μην παρασυρθεί στο γκρεμό, συγκέντρωσαν τις δυνάμεις των σωμάτων τους κι άρχισαν να το σπρώχνουν, ρυθμικά και κόντρα στη βαρύτητα. Κάθε φορά που κέρδιζαν λίγο έδαφος, τέντωναν τους ιμάντες ακόμα περισσότερο. Ως εκ θαύματος, μετά από την επικίνδυνη αυτή επιχείρηση, το φορτηγό επανήλθε στο οδόστρωμα και ο δρόμος άνοιξε. Στο ταξίδι πρέπει κανείς να αντιμετωπίζει τα απρόοπτα και τις ατυχίες με θετική σκέψη, να τα αντιλαμβάνεται ως μοναδικές εμπειρίες που αποτελούν τελικά και τις πιο αλησμόνητες. 



Facebook Comments