Τσαντ


🇹🇩

Το Τσαντ είναι μια από τις μεγαλύτερες σε έκταση χώρες της Αφρικής (5η σε μέγεθος) αλλά αραιοκατοικημένη, με πληθυσμό 13 εκατομμυρίων το 60% των οποίων είναι Μουσουλμάνοι. Βρίσκεται στην περιοχή του Sahel, κεντρικά της Αφρικής και αποτελείται από τρεις εδαφικές ζώνες, με αχανείς, άνυδρες επίπεδες εκτάσεις στο κέντρο, γόνιμες σαβάνες στο νότο και την περιοχή της ερήμου Σαχάρα στο βορρά όπου υπάρχουν και τα μοναδικά βουνά. Η χώρα πήρε το όνομά της από την ομώνυμη λίμνη στα σύνορα τεσσάρων εθνών (Νιγηρία, Νίγηρας, Καμερούν) που συρρικνώνεται δραματικά λόγω της κλιματικής αλλαγής. Παρ’ ότι η χώρα αξιώνεται το πολίτευμα της δημοκρατίας, ουσιαστικά εφαρμόζεται μια δικτατορία με αποκλεισμό πολιτικών αντιπάλων, καταπάτηση ελευθερίας λόγου και ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Το Τσαντ είναι μία από τις φτωχότερες χώρες του πλανήτη (7η σε κατάταξη) με 80% του πληθυσμού να ζει κάτω από το όριο της φτώχιας και επίσης κατέχει τη θλιβερή πρωτιά της πιο διεφθαρμένης παγκοσμίως. Πρόσφατες πολιτικές αναταραχές που προκάλεσαν εμφύλιους πολέμους, μεταναστευτικά κύματα από το Darfur και την Κεντροαφρικανική Δημοκρατία, καθώς και επιθέσεις από την τρομοκρατική οργάνωση Boko Haram, συνθέτουν μια μόνιμη ανθρωπιστική κρίση. Οι μη κυβερνητικές οργανώσεις αριθμούν τον υπερβολικό αριθμό των 200 στη χώρα, δυστυχώς όμως, όπως συμβαίνει συνήθως, μέρος των κονδυλίων διαρρέει σε άγνωστες κατευθύνσεις. Το υπεδάφος διαθέτει σημαντικό υδροφόρο ορίζοντα σε μικρό βάθος, όμως η πρόσβαση σε αυτόν δεν είναι προσιτή για τους φτωχούς με το μισό πληθυσμό να μην έχει άμεση πρόσβαση σε πόσιμο νερό, ενώ υποδομές υγιεινής διαθέτει ελάχιστο ποσοστό.

Το Τσαντ είναι παραγωγός χώρα πετρελαίου, μεταλλευμάτων και βαμβακιού, όμως ο πλούτος συγκεντρώνεται στα χέρια ελαχίστων δημιουργώντας ένα χαοτικά αγεφύρωτο κοινωνικό χάσμα. Τέλος, είναι από τις λιγότερο επισκέψιμες τουριστικά χώρες της Αφρικής και του κόσμου, μιας και έχει περιορισμένο ενδιαφέρον για τα τυπικά ταξιδιωτικά ζητούμενα, είναι αφιλόξενη, αδικαιολόγητα ακριβή και θεωρείται επικίνδυνη, με ρητές ταξιδιωτικές οδηγίες αποφυγής. Αυτό που προσωπικά αντίκρισα, από τα πρώτα κιόλας μέτρα μετά τα σύνορα, ήταν ένας τόπος μοναδικά διαφορετικός, δύσκολος και απαιτητικός, αλλά γεμάτος εναλλακτική ομορφιά και σπάνιο ανθρωπολογικό πλούτο.  


Άνθρωποι

Ο πληθυσμός του Τσαντ αποτελείται από ένα κράμα τουλάχιστον 200 φυλετικών ομάδων, πολλών εξ αυτών νομαδικών, με αρκετά διαφορετικές κοινωνικές δομές μεταξύ τους. Η αντιμετώπιση του λευκού επισκέπτη ποικίλλει ακραία, από εχθρική και αγενής έως πολύ φιλική, δοτική και φιλόξενη. Μεταξύ άλλων θα πρέπει να αντιμετωπίσει κανείς τη βαθιά διαφθορά του δημοσίου τομέα και τους κινδύνους της προσωπικής του ασφάλειας.


Τόποι

Πρωτεύουσα της χώρας και μεγαλύτερη πόλη είναι η N’Djamena (N’ Τζαμίνα), χτισμένη στην όχθη του ποταμού Chari που αποτελεί φυσικό σύνορο με το Καμερούν, αντικριστά από την πόλη Kousseri της γειτονικής χώρας. Πρόκειται για μια πρωτεύουσα αντιθέσεων, με ένα πολύ μικρό σύγχρονο τμήμα αποτελούμενο από μοντέρνα κτίρια επιχειρήσεων, κατοικίες ανώτερης κοινωνικοοικονομικής τάξης, λίγα διεθνή ξενοδοχεία, κέντρα διασκέδασης και κυβερνητικά κτίρια, μεταξύ άλλων το προεδρικό παλάτι-φρούριο που καταλαμβάνει μια τεράστια έκταση στην κεντρική πλατεία της πόλης. Όλο αυτό το σκηνικό έρχεται σε άκρα αντίθεση με την υπόλοιπη πόλη των σκονισμένων χωματόδρομων όπου τα οχήματα, μηχανοκίνητα και ζωήλατα, διεκδικούν το χώρο ανάμεσα σε βοοειδή, αιγοπρόβατα και ανθρώπους που ζουν σε συνθήκες βαθιάς φτώχειας.
Νοτιότερα, η δεύτερη σε μέγεθος πόλη Moundou, δεν έχει να επιδείξει κάποια πιο σύγχρονη εικόνα πλην της φαρδιάς κεντρικής οδού που φωταγωγείται από στύλους με φωτοβολταϊκά στοιχεία.
Η λίμνη Τσαντ, που έδωσε το όνομά της στη χώρα, είναι ένας εκτενής υγρότοπος -ο 2ος στην Αφρική- με αναρίθμητα νησιά και χωριά, που όμως έχει απωλέσει το 95% της αρχικής έκτασης τα τελευταία 40 χρόνια, λόγω της κλιματικής αλλαγής και της ανθρώπινης εκμετάλλευσης. Τα χωριά της λίμνης γίνονται συχνά στόχος πολύνεκρων επιθέσεων από τη Νιγηριανή τρομοκρατική οργάνωση Boko Haram.
Στην αχανή αυτή χώρα, στον απώτατο βορρά και πέρα από τα σύνορα με τη Λιβύη, κυριαρχεί η αφιλόξενη έρημος Σαχάρα που διακόπτεται από τα ηφαιστειογενή όρη Tibesti με την υψηλότερη κορυφή σε όλη την περιοχή του Sahel. Είναι η περιοχή των νομάδων Toubou που επιβιώνουν μαζί με τις καμήλες τους χάρη τις λιγοστές οάσεις. Βορειοανατολικά, βρίσκονται τα οροπέδια Ennedi, με κόκκινους γεωλογικούς σχηματισμούς εντυπωσιακών μορφών, πετρογλυφικά προϊστορικής εποχής, λίμνες με τους τελευταίους πληθυσμούς κροκοδείλου της ερήμου και οάσεις όπως η περίφημη όαση Guelta d’Archei. Για να επισκεφτεί κανείς το βορρά θα πρέπει να διαθέσει πάνω από 10 ημέρες, να ξοδέψει αρκετά χρήματα για τη μεταφορά σε ένα τόσο απομονωμένο σημείο του πλανήτη και να θυσιάσει κάθε έννοια άνεσης. Νοτιοανατολικά βρίσκεται και το μοναδικό εθνικό πάρκο της χώρας, το Zakuma, που μετά από μεγάλη προσπάθεια προστασίας και ανάκαμψης της πανίδας από τη λαθροθηρία, θεωρείται παράδειγμα επιτυχίας.


Boko Haram είσαι εδώ;

Ιανουάριος  2019

Chad

Ξημερώνει παραμονή Πρωτοχρονιάς και αντί να βρίσκομαι σε κάποιο χιονισμένο chalet ή κάποια εξωτική παραλία, για ακόμα μια φορά ταξιδεύω συμπιεσμένος μέσα σε ένα μικρό αυτοκίνητο με 7 επιβάτες συνολικά για 190 βασανιστικά χιλιόμετρα από το Touboro του Καμερούν μέχρι το Moundou του Τσαντ, αποκτώντας ενδιάμεσα μια ακόμα εμπειρία Αφρικανικών συνόρων. Εγώ και ο συνταξιδιώτης μου προσπαθούμε να χωρέσουμε στο κάθισμα του συνοδηγού, με 4 ακόμα άτομα στο πίσω κάθισμα, σε ένα όχημα που επικρατούν συνθήκες ασφυξίας από το καυσαέριο που εισχωρεί στην καμπίνα, τα μάτια δακρύζουν κι εγώ έχοντας την τύχη να κάθομαι στην πλευρά του παραθύρου κάνω όλη τη διαδρομή με το κεφάλι έξω. Τα σύνορα ορίζονται από μια προχειροφτιαγμένη σκουριασμένη δοκό, μερικά κλαδιά που εμποδίζουν τη διέλευση, 2-3 δωμάτια των συνοριοφυλάκων και τους ιστούς με τις σκονισμένες σημαίες των δύο κρατών. Τριγύρω απλώνεται μονάχα ακατοίκητη, ακαλλιέργητη έκταση. Στο 1ο γραφείο, ο υπάλληλος του κράτους καταγράφει τα στοιχεία μας στο μεγάλο βιβλίο με ταχύτητα μαθητή της πρώτης τάξης του δημοτικού και βάζει την πρώτη σφραγίδα στο διαβατήριο. Διασχίζουμε το δρόμο για να πάμε στο απένατι γραφείο όπου δύο νεαροί έχουν εύθυμη διάθεση και πιάνουμε κουβέντα για την Ελλάδα. Παραδόξως δε γνωρίζουν τη χώρα μου λόγω ποδοσφαίρου αλλά από τους αρχαίους φιλοσόφους και επιστήμονες, όπως ο Θαλής. Πηγαίνουμε από γραφείο σε γραφείο παίρνοντας την πρώτη γεύση της γραφειοκρατίας του Τσαντ, και μόνο το όνομα της χώρας προμηνύει… τσαντίλες. Ο κύριος υπάλληλος αυτός έχει ενδιαφέρον παρουσιαστικό, με παραδοσιακή κελεμπία και κατάλευκο τουρμπάνι τυλιγμένο πολλές φορές στην κεφαλή, όπως συνηθίζουν στη χώρα αυτή καλύπτοντας το στόμα και τη μύτη με το ύφασμα αυτό. Ο κύριος είναι σοβαρός, ανέκφραστος και γεμίζει με σφραγίδες τον πολύτιμο εναπομείναντα χώρο στο διαβατήριό μου. Η διαδικασία όμως δεν έχει λήξει. Έξω στο δρόμο, ένας στρατιώτης μας ανοίγει όλες τις αποσκευές και αδειάζει στα χώματα ρούχα και αντικείμενα. Ευτυχώς έχω προνοήσει να έχω κάποια ρούχα μέσα σε σακούλες, καταφέρνοντας τελικά να τα διατηρήσω σχετικά καθαρά εν μέσω τόσων εμβαπτίσεων του σακιδίου σε πηχτό χώμα, στο οδοιπορικό μέχρι εδώ. Προσπαθώ να κρατήσω στην αγκαλιά μου ό,τι μπορώ και να προστατέψω από την κακομεταχείριση, σε αυτό το πρώτο δείγμα αντιμετώπισης του λευκού επισκέπτη από την τοπική εξουσία της χώρας.τα σύνορα Καμερούν – Τσαντ

Περισσότερα...

Συνεχίζουμε τη διαδρομή, που λόγω πρότερης κόπωσης των ημερών που προηγήθηκαν στο Καμερούν, μου μοιάζει αιώνια. Αναρωτιέμαι πραγματικά πώς αντέχουν οι υπόλοιποι επιβάτες με τόσο καυσαέριο μέσα στο αμάξι! Βγάζω το κεφάλι μου έξω σαν σκύλος αλλά η ταχύτητα του ανέμου δεν επιτρέπει την άνετη αναπνοή, προσπαθώ με κάποιο τρόπο να κατευθύνω την εισροή του αέρα μάσα στην καμπίνα. Επιπλέον τα άκρα μουδιάζουν από την καταπιεστική στάση, φοβάμαι πως μετά από τόσες μέρες κακουχίας θα επιστρέψω στην πατρίδα μου με σκελετικά, αναπνευστικά και άλλα κουσούρια υγείας.  Πλησιάζουμε επιτέλους το Moundou, λίγο μετά από μια ακόμα στάση για έλεγχο εγγράφων και αρνούμενοι το φιλοδώρημα που ζητά ο αστυνομικός. Το Moundou δεν παρουσιάζει κάποιο ενδιαφέρον πέραν της οργανωμένης ρυμοτομίας με φαρδείς σκονισμένους δρόμους. Το καλύτερο που έχουμε να κάνουμε είναι να βρούμε λεωφορείο για την πρωτεύουσα.Στο σταθμό του λεωφορείου ψάχνουμε μάταια μήπως βρούμε καμία μπανάνα για να μετριάσουμε την πείνα μιας ακόμα μέρας. Δεν καταφέρνω να εξασφαλίσω μια καλή θέση, παρά μόνο στα τελευταία καθίσματα του λεωφορείου. Αποδείχτηκε μια ακόμα κάκιστη συνθήκη ταξιδιού, με τη ζέστη του κινητήρα κάτω από το κάθισμά μου, το παράθυρο που δεν ανοίγει, αλλά κυρίως το γεγονός ότι η θέση είναι πάνω από τον πίσω άξονα του οχήματος, κάνοντας κάθε μια από τις αμέτρητες λακκούβες του οδοστρώματος να με εκσφενδονίζει. Είχα διαβάσει πως αυτός είναι ο μόνος ασφαλτόδρομος της χώρας. Αυτό δεν ισχύει στην πραγματικότητα μιας και υπάρχουν και άλλοι, όμως η κεντρική αρτηρία που συνδέει τις δυο μεγαλύτερες πόλεις είναι ένας φρικτός δρόμος 480 χιλιομέτρων που απαιτεί πάνω από 9 ώρες ταξιδιού. Πραγματικά με πιάνει απόγνωση, το ψυχικό μου σθένος καταρρέει. Το ταξίδι στο Τσαντ μόλις αρχίζει αλλά έχοντας προηγηθεί η συνεχόμενη, ακραία ταλαιπωρία του Καμερούν, οι σωματικές και ψυχικές δυνάμεις έχουν εξαντληθεί. Το τοπίο έξω από το τζάμι ξεδιπλώνεται πολύ διαφορετικό από τη γειτονική χώρα, παρ’ ότι δεν απέχουμε πολύ από τα σύνορά της. Επίπεδες εκτάσεις με ελάχιστη βλάστηση, διακόπτονται αραιά από μικρές λίμνες που δροσίζουν ζώα και ανθρώπους. Μικροί οικισμοί με πλίνθινα σπίτια και τζαμιά, άνθρωποι με την παραδοσιακή περιβολή αραβικής επιρροής κοσμούν το τοπίο. Όλο αυτό το σκηνικό συνθέτει στα μάτια μου έναν τόπο διαφορετικής, άγριας ομορφιάς. Στο λεωφορείο γνωρίζουμε τον Hamit, έναν εξαιρετικά φιλικό, δοτικό, καλλιεργημένο άνθρωπο που εργάζεται σε μεταλλευτική εταιρία στο νότο. Ο Hamit που μιλά άριστα Αγγλικά, θα γίνει τελικά ένας πολύτιμος φίλος, θυσιάζοντας αφιλοκερδώς το χρόνο των διακοπών του κατά τη διάρκεια της παραμονής μας στη χώρα, για να μας βοηθά καθημερινά στην επίλυση αμέτρητων προβλημάτων. Κάνουμε στάση σε μια μικρή πόλη που λέγεται Bongor, και πάλι πάνω στη συνοριακή γραμμή με το Καμερούν. Στην υπαίθρια αγορά επικρατεί κλασικό τριτοκοσμικό χάος, φτώχεια, σκόνη, μύγες και άναρχο πλήθος. Το μόνο που βρίσκουμε για φαγητό είναι και πάλι μπανάνες. Βρίσκω ακόμα να πουλάνε κόκκινες ακρίδες αλλά δεν πιστεύω πως θα με χόρτάσουν και επιπλέον, ακόμα κι αυτές είναι καλυμμένες με μύγες. Ο Hamit με βοηθά να προμηθευτώ και να ενεργοποιήσω τοπικό αριθμό κινητής τηλεφωνίας. Φωτογραφίζω την καθημερινότητα μέσα στην έκταση του σταθμού λεωφορείου και της υπαίθριας αγοράς. Στη συνέχεια βγαίνω και στον εξωτερικό χώρο, απαθανατίζοντας την ένταση του πλήθους. Στην αρχή είναι όλα καλά και κανείς δε δείχνει να ενοχλείται, όμως ένας μέσα από το πλήθος αρκεί για να ξεσηκώσει και άλλους και να γίνουν απειλητικοί. Δυστυχώς δε γνωρίζω Γαλλικά ώστε να κατευνάσω την οργή, όμως ένας άλλος συνεπιβάτης με τον οποίο είχαμε γνωριστεί στη διαδρομή, ένας Καμερουνέζος φωτογράφος και οπερατέρ πολυτελών γάμων, αναλαμβάνει να λύσει την παρεξήγηση. Τελικά εμπλέκεται ο ίδιος σε μια σχεδόν βίαιη αντιπαράθεση, κάτι που με λυπεί πολύ. Νιώθω πολύ άσχημα αλλά σε αυτές τις περιπτώσεις πρέπει να αποτραβιέται κανείς από το περιστατικό.

Σε κάποιο άλλο σημείο της διαδρομής και ενώ πέφτει το σούρουπο, σταματάμε για τις σωματικές ανάγκες των επιβατών. Στο σημείο αυτό έχει μόλις συμβεί ένα σοβαρό τροχαίο ατύχημα. Ένα επιβατηγό αυτοκίνητο έχει συγκρουστεί σφοδρά πιθανότατα με φορτηγό, το σημείο του παρμπρίζ και της καμπίνας είχε συνθλίβει. Ο οδηγός του οχήματος ψυχορραγεί στο χώμα, έχοντας ευτυχώς ακόμα τις αισθήσεις του. Το πλήθος είναι συγκεντρωμένο ασφυκτικά γύρω του και κοιτά. Κάποια στιγμή ένας εκ των παρευρισκομένων, αποφασίζει να προσφέρει βοήθεια με τον πιο εγκληματικό τρόπο. Σηκώνει τον τραυματία από το κεφάλι και του  κάνει βίαιες μαλάξεις στον αυχένα, κάτι που όλοι γνωρίζουμε πως θα μπορούσε να αποβεί μοιραίο τη στιγμή εκείνη. Το λεωφορείο σημαίνει αναχώρηση και δε μάθαμε την τύχη του ανθρώπου αυτού, δυστυχώς όμως η ιατρική περίθαλψη στην Αφρική είναι σχεδόν ανύπαρκτη και η ανθρώπινη ζωή ευάλωτη. Φτάνουμε επιτέλους το βράδυ στην πρωτεύουσα N’ Djamena. Τα ξενοδοχεία που έχουν παρουσία στο internet περιορίζονται σε 2-3, ανήκουν σε διεθνείς ομίλους και έχουν βέβαια πολύ υψηλές τιμές. Όμως ο Hamit γνωρίζει κάποια τοπικά ξενοδοχεία που δεν τα βρίσκει κανείς ούτε στο χάρτη. Παίρνουμε 3 μοτο-ταξί για να μας μεταφέρουν, παραδόξως στο Τσαντ -σε αντίθεση με το Καμερούν- δεν επιτρέπονται 3, 4, 5 επιβαίνοντες στη μοτοσικλέτα. Η ποιότητα είναι πολύ κάτω του μετρίου ακόμα και για Αφρικανικά πρότυπα και η τιμή των 30.000 CFA (Φράγκα Κεντρικής Αφρικής που ισοτιμούν με €45) υπερβολικά αδικαιολόγητη. Καλώς ήλθατε στη Ντζαμίνα, τη 2η ακριβότερη πόλη της Αφρικής μετά από τη Λουάντα της Αγκόλα που διατηρεί τα παγκόσμια πρωτεία. Ευτυχώς δεν έχουμε κάνει πρόγραμμα με πολλές μέρες στο Τσαντ, δεδομένου του ότι έχουμε μόνο 2 νεφρά προς πώληση. Πριν προλάβουμε να μπούμε στο δωμάτιο, ο Hamit έρχεται για να μας διαμηνύσει πως ο ιδιοκτήτης του ξενοδοχείου δε δέχεται τη συγκατοίκηση ατόμων του ιδίου φύλου στο ίδιο δωμάτιο. Αυτό μας αφήνει έκπληκτους, ακόμα και στις αυστηρά Θεοκρατικές χώρες αυτό που αποτελεί πρόβλημα είναι η συγκατοίκηση ατόμων του αντίθετου φύλου. Προφανώς αυτό γίνεται για να μας εξαναγκάσει να νοικιάσουμε δύο δωμάτια, σε τιμή που πλησιάζει αυτή ενός από τα διεθνή ξενοδοχεία. Είναι ανούσια η όποια διαπραγμάτευση κι έτσι πηγαίνουμε με τα πόδια σε ένα γειτονικό. Πρόκειται για ξενοδοχείο ημιδιαμονής όπου εξυπηρετούνται τα ζευγαράκια αλλά περνάνε και την ώρα τους στη σάλα διάφοροι θαμώνες. Το δωμάτιο είναι αρκετά καλύτερο και καθαρότερο από την προηγούμενη τρώγλη και με σημαντικά χαμηλότερη τιμή (20.000CFA / €30). Ευχαριστούμε το Hamit και ανανεώνουμε το ραντεβού μας για την επόμενη μέρα ζητώντας του να μας βοηθήσει στην ανεύρεση μεταφορικού μέσου.  Απολαμβάνω μετά από 4 μέρες την πολυτέλεια ενός μπάνιου, αφαιρώντας από επάνω μου το χώμα του Καμερούν και κλείνοντας ερμητικά τη σακούλα με τα άπλυτα ρούχα. Προσπαθώ να θυμηθώ πόσες μέρες έχω να φάω! Μιας και δε βρισκόμαστε σε μια σύγχρονη μητρόπολη για να γιορτάσουμε την έλευση του 2019 με ξέφρενες εκδηλώσεις στους δρόμους ή σε κάποιο εστιατόριο, αποφασίζουμε να κάνουμε ένα δώρο στον εαυτό μας, τον οποίο έχουμε υποβάλλει σε τόσες δοκιμασίες και να πάμε να το γιορτάσουμε… στο Hilton. Εκεί όπως μπορεί να φανταστεί κανείς, συναντάμε μια κοινωνία που βρίσκεται έτη φωτός μακριά από την ανέχεια που διαδραματίζεται έξω. Η τιμή είναι αντίστοιχη Ευρωπαϊκού εστιατορίου αλλά περιλαμβάνει μπουφέ με μεγάλη ποικιλία. Το στομάχι μας παθαίνει διατροφικό σοκ μετά από τόσες μέρες ασιτίας! Μετά την αντίστροφη μέτρηση και τους πανηγυρισμούς, ο κόσμος αραιώνει και τα θεαματικά καλλίγραμμα, καλοντυμένα κορίτσια της υψηλής τοπικής κοινωνίας αποχωρούν σιγά σιγά. Το νυχτερινό κέντρο του ξενοδοχείου είμαι αρκετά άδειο και αδιάφορο, κι έτσι η νύστα μας οδηγεί πίσω στο φτωχικό μας κατάλυμα. 

Την επομένη έρχεται και πάλι ο Hamit με κάποιον ιδιοκτήτη αυτοκινήτου. Μιας και δε διαθέτουμε πολλές μέρες και αντίστοιχα ποσά για να ταξιδέψουμε στον απώτερο βορρά της Σαχάρας, στα όρη Tibesti και το οροπέδιο Ennedi, στόχος μας είναι ένα ταξίδι λίγων ημερών στη λίμνη Chad. Αδιαφορώντας για την επικινδυνότητα της περιοχής λόγω επιθέσεων της Boko Haram, θέλουμε να βρεθούμε σε αυτό το ιδιαίτερο σημείο του πλανήτη. Πριν από εκεί θέλουμε να κατευθυνθούμε νοτιοανατολικά στο Durbali για να συναντήσουμε τη φυλή Mbororo (Fulani) που ελπίζουμε να διαφέρουν από εκείνους του Καμερούν. Η τιμή του αυτοκινήτου είναι πάρα πολύ υψηλή και τα καύσιμα δεν περιλαμβάνονται. Πρόκειται για ένα καινούριο Toyota Highlux που είναι τεράστια αναβάθμιση σε σχέση με τα μεταφορικά μέσα του Καμερούν. Προσπαθούμε για πολλή ώρα να διαπραγματευτούμε την τιμή αλλά δεν υπάρχει ελαστικότητα. Καταφέρνουμε μια έκπτωση σε περίπτωση που το όχημα δεν πάθει κάποια ζημιά στη διαδρομή και δεν πέσει στα χέρια της Boko Haram! Μετά από τις χρονοβόρες διαπραγματεύσεις ξεκινάμε αμέσως για Durbali το οποίο απέχει 100χλμ. Ο Hamit και ο οδηγός σταματούν για φαγητό. Μιας και δεν προβλέπεται άλλο γεύμα μέσα στη μέρα, αγοράζουμε κρέας καμήλας που ψήνεται στο δρόμο πάνω σε μια βρόμικη λαμαρίνα. Διαλέγουμε ένα κομμάτι που κοστίζει 3.000 CFA και καταφέρνουμε με το ζόρι να φάμε λίγο, καθώς είναι γεμάτο λίπος και έχει κακή υφή και γεύση. Στο δρόμο περιφέρονται παιδιά που κρατούν μεταλλικά πιατάκια. Θα τα συναντάμε παντού στη χώρα να περιφέρονται περιμένοντας στωικά να τους δώσει κανείς φαγητό. Έχω ταξιδέψει πολύ στην Αφρική και άλλες αναπτυσσόμενες χώρες αλλά αυτό που συμβαίνει εδώ θα με σημαδέψει βαθιά. Υπάρχει αρκετό κρέας και βέβαια θέλουμε να το προσφέρουμε στα παιδιά αυτά.  Από τα πρώτα πράγματα που μαθαίνει κανείς αποκτώντας στοιχειώδη ταξιδιωτική εμπειρία, το να μη μοιράζει πράγματα (στυλό, καραμέλες) ανεξέλεγκτα στα παιδιά του δρόμου, γιατί εκδηλώνεται βίαιη διαμάχη μεταξύ τους. Όμως στη δεδομένη στιγμή δεν υπήρχε άλλος τρόπος. Με το που εμφανίζουμε το πιάτο, ορμούν όλα επάνω του, τα κομμάτια του κρέατος πέφτουν κάτω στα χώματα… τα παιδιά τα αρπάζουν εν ριπή οφθαλμού και τα τρώνε. Στο μεγαλύτερο μέρος της Αφρικανικής ηπείρου υπάρχει φτώχεια, τα ποσοστά θνησιμότητας είναι υψηλά λόγω ασθενειών και απουσίας υποδομών υγείας. Όμως πείνα ως επί το πλείστον δεν υπάρχει. Εδώ όμως, σε μια περιοχή που δεν βρίσκεται σε εμπόλεμη κατάσταση, εν έτει 2019, υπάρχουν παιδιά που πεινάνε! Ντρέπομαι για εμάς που μπορούμε να ικανοποιήσουμε τη βασική αυτή ανθρώπινη ανάγκη, με το κρέας της λαμαρίνας ή ακόμα και το μπουφέ του Hilton! 

Πώς να επιστρέψω στην περιήγηση μετά από αυτό; Τι σημασία έχουν τα χωριά των Mbororo; Κι εδώ αφάνταστη φτώχια. Έλλειψη του βασικού αγαθού, του νερού. Μια μικρή λίμνη έχει μολυνθεί από την ανθρώπινη χρήση για την καθαριότητα και είναι ακατάλληλη ακόμα και για τα ζώα. Γυναίκες και παιδιά πλένουν χαλιά και ρούχα στη ρηχή λίμνη. Ο Hamit μας λέει ότι το υπεδάφος έχει υπεραρκετά αποθέματα και ο υδροφόρος ορίζοντας βρίσκεται σε βάθος μόλις 10 μέτρων. Όμως μια γεώτρηση μπορεί να κοστίζει έως και $2000, σε αυτό το σημείο της γης που είναι τόσο απομακρυσμένο από τη θάλασσα ώστε τα μηχανήματα είναι δυσεύρετα και ακριβά. Στην περιοχή συναντάς κοπάδια καμήλων και βοοειδών που τρέφονται με την αραιή βλάστηση. Στα χωριά μας υποδέχονται τα μέλη της φυλής, γηραιοί οι περισσότεροι. Ένας από αυτούς μας παραπονιέται για την περιορισμένη όρασή του, προφανώς λόγω καταρράκτη που αδυνατεί να θεραπεύσει. Κανονίζουμε να επισκεφτούμε την περιοχή ξανά, μια από τις επόμενες μέρες, ελπίζοντας να παρακολουθήσουμε και κάποια παραδοσιακή γιορτή. Επιστρέφοντας προς τη N’Djamena επισκεπτόμαστε το χωριό Gaoui που αποτελεί κέντρο αγγειοπλαστικής. Μικρά παιδιά εργάζονται κουβαλώντας χώμα για την παρασκευή πηλού και όλοι μας υποδέχονται με χαμόγελο και εγκαρδιότητα. 

Την επομένη ημέρα αναχωρούμε για τη λίμνη Τσαντ. Θα πρέπει όμως προηγουμένως να εμπλακούμε σε χρονοβόρες γραφειοκρατικές διαδικασίες έκδοσης ειδικής αδείας για την περιοχή αυτή που θεωρείται επικίνδυνη. Τα υπουργεία βρίσκονται στο downtown, την μικρή περιοχή στο κέντρο της πόλης με τις ακριβές, φρουρούμενες βίλες και τα σύγχρονα, κτιριακά μεγαθήρια επιχειρήσεων. Η εμπειρία των δημόσιων υπηρεσιών της χώρας είναι ανεκδιήγητη. Μεγάλες αίθουσες με ένα-δύο γραφεία αλλά με τους υπαλλήλους να απουσιάζουν. Όπως τυπικά συμβαίνει στα γραφειοκρατικά συστήματα που «σέβονται τη φήμη τους», όποτε απευθύνεσαι σε έναν υπάλληλο, εκείνος σε στέλνει σε άλλον και μάλιστα σε άλλο κτίριο και άλλη περιοχή της πόλης. Επιπλέον, θα πρέπει να βρούμε κάποιο ιδιωτικό γραφείο για να συντάξουμε και να δακτυλογραφήσουμε το έγγραφο που αναφέρει τα μέρη που θα επισκεφτούμε και το συμβόλαιο με το όχημα, διαδικασία επίσης χρονοβόρα μιας και πρέπει να αναφέρονται όλα με ακρίβεια. Όσο αναμένουμε τον κύριο που θα υπογράψει και σφραγίσει το έγγραφο, επισκεπτόμαστε την κεντρική πλατεία με την πελώρια αψίδα – ορόσημο της πόλης. Τις ημέρες αυτές φιλοξενεί μια πολιτισμική γιορτή με εκπροσώπους από όλες τις επαρχίες της χώρας, όπου σε κάθε σκηνή παρουσιάζονται τα πολιτισμικά έθιμά τους. Οι ώρες λειτουργίας είναι απογευματινές, ομως ευχαρίστως δέχεται το αντίτιμο του εισιτηρίου ως «φιλοδώρημα» ενός από τους πάνοπλους φρουρούς. Η εμπειρία είναι εξαιρετική, μιας και ερχόμαστε σε επαφή με ανθρώπους που μας υποδέχονται με ιδιαίτερη φιλικότητα και παίρνουμε μια γεύση από τον πολιτισμό και των πιο απομακρυσμένων σημείων της χώρας.

Επιστρέφουμε στον υπάλληλο που είχε μεσολαβήσει για την επικύρωση του εγγράφου αδείας και ελαφρώνουμε τις τσέπες μας από ένα φιλοδώρημα ύψους 12.000 CFA (€18). Ο Hamid μας παρείχε πολύτιμη βοήθεια και η υποχρέωση που νιώθουμε για τον άνθρωπο αυτό είναι αμέριστη. Όμως είναι ιδιαίτερα τυπικός με τους κανόνες της χώρας, νόμιμους ή μη και δεν είναι καλός διαπραγματευτής. Το χαρτί που πληρώσαμε ακριβά, θα μας χρησίμευε μεν για μια υπόθεση που θα προκύψει, αλλά κανείς δε θα μας το ζητήσει στη διαδρομή μέχρι τη λίμνη. Παρ’ ότι πρόκειται για την πιο επικίνδυνη περιοχή της χώρας και την πιο αιματοβαμμένη από τις επιθέσεις της Boko Haram, ο στρατός είναι παντελώς απών, σε σημείο που αναρωτιέσαι αν κρύβονται σκοπιμότητες, ανοχή ή και υποστήριξη της τρομοκρατίας από κυβερνήσεις. Μετά από τις πολύωρες διαδικασίες ξεκινάμε τη διαδρομή μας, χωρίς τον Hamid που υπάκουσε στη συμβουλή του πατέρα του να μην ακολουθήσει. Ευτυχώς προλάβαμε να γευματίσουμε πρόχειρα μία νοστιμότατη πίτσα από λιβανέζικο εστιατόριο. Ο δρόμος για το βορρά είναι ασφαλτοστρωμένος, αλλά όπως παντού είναι διάτρητος από βαθιές λακκούβες που δοκιμάζουν την αντοχή οχημάτων και επιβατών. Έτσι, συντελείται μια πρωτοτυπία. Αντί τα οχήματα να κινούνται στο δρόμο, ακολουθούν πολλές παράπλευρες διαδρομές σε πιο λείο, χωμάτινο ή αμμώδες έδαφος, ελισσόμενα ανάμεσα σε δέντρα και άλλα εμπόδια. Έτσι ο χρόνος διαδρομής αυξάνεται, όπως και η σκόνη, όμως το όχημά μας είναι άνετο. Σε κάποιου σημείο σταματά τελείως η άσφαλτος και ξεκινούν τα έργα οδοποιίας. Το περιβάλλον τριγύρω είναι ερημικό, με αραιή βλάστηση και σταδιακά η άμμος κυριαρχεί. Μικροί πλίνθινοι οικισμοί διακόπτουν τη μονοτονία του τοπίου. Σε κάποιο σημείο ο οδηγός σταματά σε παράπλευρο εστιατόριο με κρέας καμήλας. Μεταξύ άλλων είναι σταθμευμένο ένα ημιφορτηγό φορτωμένο με μοσχάρια και ένα μικρό λεωφορείο. Δίνουμε λίγες καραμέλες στα παιδιά που επιβαίνουν και παρατηρώ για άγνωστο λόγο κάποιον νεαρό επιβάτη να με αγριοκοιτά και μάλλον να με βρίζει. Λίγο αργότερα διακρίνω από  απόσταση, ότι κρατά έναν σιδηρολοστό και κινείται απειλητικά προς το μέρος μας. Παραμερίζω την κάμερα που κρέμεται επάνω μου και ειδοποιώ το συνταξιδιώτη μου για να λάβουμε θέση μάχης. Κάποιος τελικά μετέπεισε τον παρ’ ολίγο δράστη και προς μεγάλη μας έκπληξη το νέο διαδόθηκε γρήγορα. Αρκετός κόσμος, πλην του οδηγού μας, βγήκε απ’ το εστιατόριο ενδιαφερόμενος να μάθει τι συνέβη. Προσπαθήσαμε να τους εξηγήσουμε στα Αγγλικά πως μάλλον πρόκειται για κάποιον τρελό.

Τελικά φτάνουμε στο Bol, τον μεγαλύτερο παραλίμνιο οικισμό, αργά το βράδυ. Ο οδηγός μας λέει πως δεν υπάρχει κάποιο είδος καταλύματος τριγύρω. Πράγματι, εκτός από μικρά σπίτια ή περιφραγμένες, φρουρούμενες εγκαταστάσεις διαφόρων μη κυβερνητικών οργανισμών, καθώς και ένα πρατήριο καυσίμων, δε διακρίναμε κάτι άλλο. Στο πρατήριο όμως μας ενημερώνουν πώς υπάρχει ξενοδοχείο! Η έκπληξή μας κορυφώνεται όταν μας οδηγούν εκεί και το αντικρίζουμε. Στη μέση του πουθενά δεσπόζει ένα μεγάλο, σύγχρονο κτίριο, με περίπου 70 δωμάτια. Εξωτερικά δείχνει καινούριο άλλα εγκαταλειμμένο. Εσωτερικά το ίδιο. Το ξενοδοχείο είναι καινούριο, με μια μεγάλη αίθουσα υποδοχής και συνεδρίων, εσωτερικό αίθριο χώρο και δωμάτια μοντέρνας κατασκευής με άνετα κρεβάτια, μαλακά παπλώματα, κλιματιστικά. Δείχνει πως δεν έχει κατοικηθεί ποτέ. Δε διαθέτει ηλεκτρικό και νερό και τα πάντα είναι καλυμμένα από ένα παχύ στρώμα σκόνης. Όλα αυτά μετατρέπουν το κατάλυμα σε έναν δύσκολο χώρο διαμονής. Η τιμή που μας ζητούν οι επιτήδειοι κάτοχοι των κλειδιών είναι αδιανόητη για ένα δωμάτιο χωρίς ρεύμα και νερό. Μιας και δε βγάζουμε άκρη στα γαλλικά με το μεταφραστή του κινητού, τηλεφωνούμε στο Hamit για να διαπραγματευτεί την τιμή που επιθυμούμε. Συμφωνούμε και προετοιμάζουμε τη διαμονή, τινάζοντας όσο μπορούμε τη σκόνη από το πάπλωμα, στρώνοντας τους υπνόσακους και απολαμβάνοντας τη βραδιά στο ξενοδοχείο-φάντασμα, με μόνη ενόχληση τους αρουραίους που διανυκτέρευαν θορυβωδώς μέσα στο κλιματιστικό. Αναρωτιόμαστε ποια επιχειρηματική προσδοκία και ματαίωση οδήγησε την επένδυση αυτή. Την επομένη τριγυρίζουμε στον οικισμό του Bol με τον φαρδύ, αμμώδη κεντρικό δρόμο. Τα παιδιά με τις μαθητικές στολές πηγαίνουν στο σχολείο. Εμείς αναζητάμε το σπίτι του… Σουλτάνου. Μάλιστα, οι περιοχή της λίμνης διοικείται ακόμα από παραδοσιακούς τοπικούς μονάρχες, και ο Σουλτάνος του Bol είναι ο ανώτερος εξ αυτών. Σε μια απλή, περιφραγμένη αυλή ενός κοινού σπιτιού, μας προσφέρουν καθίσματα για να κάτσουμε. Κάποιος κουρέας ξυρίζει έναν κύριο που εκ πρώτης όψεως δε μαρτυρούσε την ιδιότητά του. Ο φρεσκοξυρισμένος Σουλτάνος, σε άπταιστα Αγγλικά -δείγμα μόρφωσης- μας καλωσορίζει. Του εκφράζουμε την τιμή για τη γνωριμία μας και τον ενημερώνουμε για την πρόθεσή μας να επισκεφτούμε με μια βάρκα τα νησιά της λίμνης. Εκείνος μας ενημερώνει πως θα πρέπει να βγάλουμε άδεια από τον τοπικό κυβερνήτη, πληρώνοντας το αντίστοιχο κόστος. Του εξηγούμε πως έχουμε την άδεια του υπουργείου, αλλά αυτός επιμένει πως είναι απαραίτητη και τοπική άδεια. Η υπόθεση βρομάει σαν άλλη μια προσπάθεια οικονομικής αφαίμαξης. Κάποια στιγμή εμφανίζεται ο βαρκάρης που προσκυνά γονυπετής το Σουλτάνο. Ο άρχοντας μας ενημερώνει για την τιμή και νομίζουμε πως έχει κάνει κάποιο λάθος πολλών μηδενικών. Ζητά 250.000 CFA, σχεδόν €400 για μια ημερήσια βόλτα. Τον ενημερώνουμε πως το ποσό είναι υπέρογκο και πολύ πέραν των δυνατοτήτων μας, πως ερχόμαστε από μια φτωχή χώρα της Ευρώπης και δεν είμαστε πλούσιοι. Η αντιμετώπισή του ήταν τουλάχιστον ειρωνική και απαξιωτική. Μεταξύ άλλων μας είπε: “Αφού είστε φτωχοί, γιατί ήρθατε μέχρι εδώ;”. Δεδομένου του ότι δεν είδαμε καμία μηχανοκίνητη βάρκα στη λίμνη για να προσπαθήσουμε μόνοι μας διακανονισμό, τον ενημερώσαμε ότι θα επισκεφτούμε με κωπήλατο κανό τα κοντινά νησιά, κάτι που δεν απαιτούσε άδεια όπως μας είπε, αντιλαμβανόμενος πως δεν έχει όφελος από εμάς. Η αυτού εξοχότης, ο Σουλτάνος του Bol

Αποχωρούμε άπραγοι και απογοητευμένοι. Η βόλτα με το παραδοσιακό κανό ήταν απολαυστική και η ρηχή λίμνη με τα αναρίθμητα νησάκια πρόσφερε μια ξεχωριστή εικόνα της Αφρικής. Επάνω στα νησιά υπήρχαν μικροί οικισμοί, πανομοιότυποι μεταξύ τους, με καλαμωτές περιφράξεις και πλίνθινα σπιτάκια. Οι κάτοικοι ήταν όλοι χαμογελαστοί, οι κοπέλες ελαφρώς ντροπαλές, μάλλον δεν είναι συχνοί οι επισκέπτες εκεί. Κοπάδια βοοειδών βόσκουν στην περιοχή και οι βοσκοί τους τα μετακινούν ακόμα και μέσα από το νερό.

Ξεκινάμε με το αυτοκίνητο για ένα ακόμα χωριό, το Medi-Κouta, παρά την απροθυμία του οδηγού που ισχυριζόταν πως η συμφωνία ήταν μέχρι το Bol. Γενικώς η προσπάθεια εκμετάλλευσης και η συνεχής διαπραγμάτευση των αυτονόητων και συμφωνηθέντων, μας έχει καταβάλλει σε αυτό το ταξίδι, από το Καμερούν μέχρι εδώ. Στις όχθες του Medi-Kouta συναντάμε οικογένειες που, όπως και σε άλλα σημεία, έπλεναν ρούχα και σκεύη στο νερό. Μέσα στην απόλυτη φτώχια, με τις μύγες να στέκονται ανενόχλητες στο πρόσωπο, ακόμα και μέσα στα μάτια των παιδιών, μας δωρίστηκαν χαμόγελα χαράς, ευτυχίας μέσα στην απλή, βασανισμένη ζωή. Βρισκόμαστε για ακόμα μια φορά μετά τις περιπέτειες στο Καμερούν, σε περιοχή απομονωμένη, ακριτική, κοντά σε επικίνδυνες συνοριακές γραμμές. Ο οδηγός αρνείται να μας πάει στη Baga-Sola, που είχε 41 νεκρούς στην τελευταία επίθεση της Boko Haram, με το πρόσχημα ότι έχει βαθιά άμμο ακόμα και για το ικανό όχημά μας.

Επιστρέφουμε στο Bol όπου επισκεπτόμαστε το Marche, την πολύβουη τοπική αγορά που περικλείεται από περίμετρο κατασκευή. Οι περισσότεροι μας αντιμετωπίζουν με φιλικότητα και περιέργεια, κάποιος μου χαρίζει ένα ζαχαρωτό που με τη σειρά μου το προσφέρω σε ένα παιδί. Κάποιοι ελάχιστοι αντιδρούν με τη θέα της φωτογραφικής μηχανής. Ο οδηγός δε λησμονεί την ώρα των διατροφικών του απολαύσεων, αλλά εμείς παρ’ ότι ήμασταν νηστικοί, προτιμάμε να χαθούμε στις εικόνες του χωριού. Στη λίμνη γίνεται και πάλι μπουγάδα και σωματική καθαριότητα, από νεαρούς άνδρες αυτή τη φορά. Αποφασίζουμε ότι λίγο-πολύ έχουμε εξαντλήσει τις εικόνες που είχαμε να αποκομίσουμε από την περιοχή και ίσως δεν είχε νόημα να μείνουμε άλλη μια μέρα.

Προτείνουμε στον οδηγό να επιστρέψουμε και να χρησιμοποιήσουμε την προπληρωμένη επόμενη μέρα σε άλλη διαδρομή, ενδεχομένως στο Dourbali που ήταν και πολύ βατό. Εκείνος δυσανασχετούσε, εμείς προσπαθούσαμε να μεταφράσουμε με το κινητό, εκείνος δεν ήξερε καλή ανάγνωση και τελικά βρεθήκαμε και πάλι στο Σουλτάνο που αυτή τη φορά εξετέλεσε χρέη μεταφραστή. Ο οδηγός είχε καταλάβει επακριβώς, αλλά δεν ήθελε να μας προσφέρει την αλλαγή που ζητήσαμε. Επιστρέφοντας, μόλις σουρούπωσε κατά τις 6 το απόγευμα και ενώ βρισκόμασταν σε μια μικρή πόλη που λεγόταν Massakory, αποφάσισε να σταματήσει την οδήγηση και να κοιμηθεί εκεί αδιαφορώντας για εμάς, για το ότι δεν υπήρχε κατάλυμα και ότι δυνητικά ήταν επικίνδυνο δυο λευκοί να περάσουν τη νύχτα εκεί. Πήραμε και πάλι τηλέφωνο το Hamit, εμπλέκοντάς τον στο πρόβλημά μας σε μια προσπάθεια συνεννόησης που απέβη άκαρπη. Αποφασίζουμε να βρούμε άλλο μεταφορικό μέσο. Όπως έχουμε πει πολλές φορές στην ιστορία του ταξιδιού στις δύο αυτές χώρες, ένα μικρό αυτοκίνητο συμπληρώνει τη μίσθωση με 7-8 άτομα. Περιμέναμε 3 ολόκληρες ώρες εκεί, νηστικοί μιας και τα γύρω ψητοπωλεία δεν είχαν κάτι έτοιμο εκείνη τη στιγμή. Κάποια στιγμή βρήκαμε ένα ημιφορτηγό και ευτυχώς εξασφαλίσαμε χώρο μέσα και όχι στην καρότσα όπου πολτοποιήθηκαν οι αποσκευές μας μαζί με πλήθος εμπορευμάτων. Πριν ξεκινήσουμε, ο δικός μας οδηγός άλλαξε γνώμη και πρότεινε να μας πάει, κάτι που αρνηθήκαμε και υποσχεθήκαμε να τον αναφέρουμε στην αστυνομία. Η ταχύτητά του φορτηγού ήταν αβάσταχτα αρχή και τελικά φτάσαμε στα πρόθυρα της πόλης κατά τη 1π.μ όπου σήμανε το τέλος της διαδρομής και απ’ όπου έπρεπε να επιβιβαστούμε σε ταξί μέχρι την πόλη και το ξενοδοχείο, θεονήστικοι αλλά επιτέλους με ζεστό νερό και αναπαυτικό κρεβάτι. Επιπλέον, μια γρίπη εκδηλωνόταν και στους δύο μας με βασανιστικό συνάχι και ελαφρύ πυρετό, αποτέλεσμα ίσως της εξάντλησης τόσων ημερών. Την επομένη αποφασίζουμε να καταναλώσουμε τα τελευταία μας χρήματα σε μια διανυκτέρευση πολυτελείας ώστε να ανακάμψουμε πριν την επιστροφή, για πρώτη φορά στη ζωή μου θα μείνω σε Hilton και μάλιστα στο Τσαντ, με συμφέρουσα τιμή για τα δεδομένα της χώρας. Σε μια χαοτική αντίθεση σε σχέση με όλες τις μέρες που προηγήθηκαν θα απολαύσουμε ένα δροσερό μπάνιο στην πισίνα. Όμως, αφ’ ενός η στασιμότητα και η ανάπαυση δε χαρακτηρίζει τα ταξίδια μας και αφ’ ετέρου έπρεπε να πάμε στο αστυνομικό τμήμα μαζί με το Hamit για να καταγγείλουμε την εγκατάλειψή μας από τον οδηγό στη μέση του πουθενά και να διεκδικήσουμε τα υπόλοιπα χρήματα πίσω. Ο διοικητής ήταν φιλικός, μας είπε πως δίνουν ιδιαίτερη σημασία στους τουρίστες και πρότεινε να φύγουμε και να αναλάμβανε την επίλυση. Ο καημένος ο Hamit έμεινε εκεί προσπαθώντας να επικοινωνήσει με οδηγό και ιδιοκτήτη οχήματος καλώντας τους στο τμήμα. Μας πρότεινε να πάμε στο ελληνικό εστιατόριο που βρισκόταν κοντά για να ικανοποιήσουμε την 3ήμερη ασιτία μας. Πράγματι, καταβροχθίσαμε δύο μεγάλα σουβλάκια με κοτόπουλο και τουρσί, που έκατσαν σαν πέτρες στο στομάχι μας. Το αφεντικό έλειπε στην Ελλάδα αλλά κάποια στιγμή εμφανίστηκε ο Π. με τον οποίο θα περάσουμε αρκετό χρόνο τις τελευταίες μέρες. Ο Hamit μας τηλεφωνεί από το τμήμα και ενημερώνει πως εμφανίστηκε ο οδηγός και τον έχουν στο κελί. Τον καλούμε να έρθει να φάει μαζί μας ως ελάχιστη ανταπόδωση στον κόπο του, αλλά μέχρι να έρθει η παραγγελία αναγκάζεται να επιστρέψει στο τμήμα για τα περαιτέρω. Με καλεί μεταφέροντας καλά νέα, θα μας επιστραφούν τα χρήματα της ημέρας αλλά όχι τα καύσιμα που είχαμε βάλει ούτε το κόστος του φορτηγού που αναγκαστήκαμε να πάρουμε. Πηγαίνω στο τμήμα για να λήξει η υπόθεση. Ο διοικητής και ο ιδιοκτήτης είναι μέσα στη χαρά. Ο πρώτος με ενημερώνει ότι ένα ποσοστό των χρημάτων, το μικρό ποσό των 20.000 CFA όπως είπε “χάνονται” στη διαδικασία. Γίνομαι έξαλλος και προσπαθώ να μη δεχτώ έναν ακόμα χρηματισμό, τα δεδομένα όμως είναι εναντίον μου. Μου δίνει τρεις επιλογές. Είτε να δεχτώ τα χρήματα, είτε να πάω μια ακόμα εκδρομή με τον αναξιόπιστο ιδιοκτήτη και οδηγό, είτε να κινηθώ δικαστικά. Αναγκαστικά επιλέγω τα χρήματα. Το βραδάκι θα γνωρίσουμε με τον Π. τη νυχτερινή ζωή της πόλης. Ένα πολύ ωραίο μπαράκι με ζωντανή μουσική και θαμώνες δυτικούς από τις αναρίθμητες Μ.Κ.Ο της χώρας. Θα επισκεφτούμε και ένα club που όμως λόγω ημέρας δεν είχε πολύ κόσμο. Επιπλέον η γρίπη και η ταλαιπωρία με κατέβαλλε και το ακριβοπληρωμένο Hilton πήγαινε χαμένο. H τελευταία μέρα στη χώρα περιλάμβανε μια ακόμα εκδρομή στο Durbali όπου ελπίζαμε να παρακολουθήσουμε μια τοπική γιορτή. Τελικά προς μεγάλη μας απογοήτευση δεν ίσχυε η συνεννόηση. Ήρθαμε όμως σε επαφή με πολλές γυναίκες της φυλής Wodaabe. Οι Wodaabe, μια υποομάδα της φυλής των Fulani που συναντάται σε όλη την υποσαχάρια περιοχή του Sahel, από το Μάλι μέχρι το Σουδάν. Υιοθετούν μια φιλελεύθερη εκδοχή του Ισλαμισμού και έχουν ιδιαίτερα εξωτερικά χαρακτηριστικά, μια ξεχωριστή εκδοχή των προτύπων ομορφιάς, με πολύχρωμα ρούχα οι γυναίκες και πρόσωπα κεντημένα με μόνιμα τατουάζ χρωστικής indigo ή κάρβουνου. Μετά την περίοδο των βροχών εορτάζονται οι τελετουργίες του Gerewol, για την προσέλκυση νύφης από επίδοξους νεαρούς άνδρες οι οποίοι ντύνονται φανταχτερά, βάφουν τα πρόσωπα τους αποκτώντας μια σχετικά θηλυπρεπή όψη και χορεύουν επιδεικνύοντας τη λευκή οδοντοστοιχία τους και το λευκό των ματιών τους. Ζουν ακόμα έναν αυθεντικό τρόπο ζωής ανεπηρέαστο από τον πολιτισμό.

Πίσω στη N’djamena, λίγο πριν τη βραδινή πτήση της επιστροφής, θα κλείσουμε με ένα ποτό στο πιο “in” club της πόλης, με τα laser να φωτίζουν τις πανέμορφες, καλλίγραμμες αλλά… “εργαζόμενες” κοπέλες, όπως δυστυχώς συμβαίνει εκτεταμένα στις μεγάλες Αφρικανικές πόλεις.

Κάνοντας έναν απολογισμό του ταξιδιού στο Τσαντ, παρά τη συνεχόμενη ταλαιπωρία, τις δυσκολίες και τις αναποδιές που μας ακολουθούσαν από την αρχή του οδοιπορικού στο Καμερούν, αποκόμισα εμπειρίες μοναδικές και εικόνες γεμάτες συναισθήματα και τη μαγεία ενός σκληρού, ανεξερεύνητου κόσμου.

©Αλέξανδρος Τσούτης

Share this Post



Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *