Μαδαγασκάρη


🇲🇬

Η Μαδαγασκάρη, στη φαντασία των περισσοτέρων είναι ένας ονειρικός ταξιδιωτικός προορισμός, ένας τροπικός παράδεισος πλημμυρισμένος από μυρωδιές βανίλιας και ilang ilang. Ένα τεράστιο, απομονωμένο Αφρικανικό νησί (το 4ο στον κόσμο) με μοναδική ενδημική βιοποικιλότητα που ακολούθησε τη δική της πορεία εδώ και 80 εκατομμύρια χρόνια, όταν αποκολλήθηκε απ΄ τις υπόλοιπες ηπείρους. Η πλήρης εικόνα γι΄ αυτή τη χώρα όμως ΔΕΝ είναι ακριβώς αυτή. Η Μαδαγασκάρη είναι μια από τις φτωχότερες χώρες του πλανήτη και παρά το φυσικό της πλούτο, η πλειοψηφία του πληθυσμού ζει κάτω απ΄ το όριο της φτώχιας, με λιγότερο από 1 δολάριο τη μέρα. Το ταξίδι στη χώρα αυτή είναι από τα δύσκολα ταξίδια που έχω πραγματοποιήσει. Ταξιδεύοντας πάντα ανεξάρτητα, χωρίς ταξιδιωτικά γραφεία και χωρίς την άνεση και την ταχύτητα εσωτερικών πτήσεων, καλύπτοντας ατέλειωτα χιλιόμετρα κακοσυντηρημένου δρόμου, τίθεται σε δοκιμασία όχι μόνο η αντοχή των επίσης ασυντήρητων οχημάτων αλλά κυρίως των ίδιων των ταξιδευτών. Παρ΄ όλα αυτά, είναι ο καλύτερος τρόπος για να ανακαλύψει κανείς το πραγματικό, το αυθεντικό πρόσωπο του τόπου αυτού. Η Μαδαγασκάρη θα ανταμείψει γενναιόδωρα τον αφοσιωμένο ταξιδευτή γεμίζοντάς τον με τα ευγενικά, καλόκαρδα χαμόγελα των αξιαγάπητων Μαλαγασιανών καθώς και τα κρυμμένα μυστικά της που απαιτούν χρόνο και υπομονή για να τα ανακαλύψεις. Από τη μοναδική χλωρίδα και πανίδα, τα κωμικά πρόσωπα των λεμούριων (τα ενδημικά, απειλούμενα πρωτεύοντα θηλαστικά), μέχρι τις φάλαινες που μεταναστεύουν απ΄ την Ανταρκτική για να αναπαραχθούν. Από τα ψυχρά υψίπεδα μέχρι τις ζεστές κατάφυτες με φοίνικες παραλίες των νησιών που βρέχονται από τα θερμά νερά του Ινδικού ωκεανού. Με μια ποικιλία φυλών που χαρακτηρίζει το λαό των Malagasy και που αναμιγνύει Ασιατικές με Αφρικανικές καταγωγές σε ένα ιδιαίτερο ανθρώπινο μωσαϊκό. Η Μαδαγασκάρη είναι σίγουρο πως θα σε εκπλήξει…


Άνθρωποι

Η βαθιά φτώχεια, οι δυσχερείς συνθήκες επιβίωσης και η σχετική απομόνωση του νησιού απ’ τον υπόλοιπο κόσμο, δεν αποτελεί εμπόδιο στην απλότητα, την καλοσύνη και την ευγένεια αυτού του λαού που ζει σε χαμηλούς τόνους τη σκληρή καθημερινότητα.


Τόποι

Ανταναναρίβο ή εν συντομεία Τάνα είναι η πρωτεύουσα και μεγαλύτερη πόλη της Μαδαγασκάρης. Βρίσκεται στο κέντρο του νησιού και είναι χτισμένη αμφιθεατρικά στους λόφους που περιτριγυρίζουν το αστικό κέντρο. Πλήθος κτιρίων αποικιοκρατικού ρυθμού κοσμούν την πόλη και οι κεραμοσκεπές των σπιτιών προσδίδουν έναν παραμυθένιο χαρακτήρα σε αυτή την ιδιαίτερη Αφρικανική πόλη. Στα περίχωρα, πολλοί μικροί ορυζώνες συμπληρώνουν το γραφικό τοπίο.

Το Antsirabe,  η δεύτερη σε μέγεθος πόλη απολαμβάνει το εύκρατο κλίμα των υψιπέδων. Και εδώ κυριαρχούν αποικιακά κτίρια υψηλής αισθητικής και σε συνδυασμό με τις χειράμαξες που κατακλύζουν τους δρόμους δίνουν μια νότα άλλης εποχής.

Λεωφόρος των Baobabs. Το πιο χαρακτηριστικό και πολυφωτογραφημένο αξιοθέατο της χώρας, ένα δάσος από τους μοναδικού σχήματος φυτικούς γίγαντες του τόπου αυτού.

Morondava. Μια παραλιακή πόλη στα δυτικά του νησιού, αποτελεί αφετηρία για πολλά ξύλινα ψαροκάικα με πανιά πού κάθε μέρα αναχωρούν προς τον υδάτινο ορίζοντα.

Toamasina (ή Tamatave) ονομάζεται η ανατολική πόλη και κύριο λιμάνι της χώρας. Αποτελεί τη βόρεια είσοδο του καναλιού Panganales, ενός φυσικού και τεχνητού υδάτινου δρόμου που εκτείνεται για πάνω από 600 χιλιόμετρα.

Île Sainte-Marie (Nosy Boraha). Στα ανατολικά της Μαδαγασκαριανής νήσου βρίσκεται το εξωτικό νησί Sainte-Marie, σε απόσταση τριών ωρών με μικρά επισφαλή πλοιάρια από την πόλη Sonierana-Ivongo και το πρακτικά ανύπαρκτο λιμάνι της . Παρά την ομορφιά του νησιού, ο τουρισμός είναι αραιός. Ο μεγαλύτερος πόλος έλξης του νησιού είναι οι μεγάπτερες φάλαινες που μεταναστεύουν ετησίως από την Ανταρκτική στα ζεστά νερά του Ινδικού για να γεννήσουν τους απογόνους τους.

Andasibe National Park. Σε ένα ορεινό βροχερό τοπίο με κωνοφόρα, που κάθε άλλο παρά τροπικό νησί θυμίζει, βρίσκεται το πάρκο αυτό με τη μεγάλη βιοποικιλότητα που περιλαμβάνει το μεγαλύτερο είδος λεμούριου τον indri.

Ο δρόμος για το βορρά είναι μακρύς και επίπονος. Στο άθλιο οδικό δίκτυο και τις εξοντωτικές λακούβες, ένας ακόμα παράγοντας δυσκολίας αποτελούσαν οι εργασίες σε μια ποτάμια γέφυρα που περιόριζε τη διέλευση σε μία ώρα μόνο μέσα στο 24ωρό.

Ankarafatsika National Park. Ένα τροπικό δάσος με λίμνες και μεγάλη ποικιλία πουλιών, ερπετών, λεμούριων.

 Nosy Be. Το διασημότερο νησί και τουριστικότερο σημείο της χώρας. Τα all inclusive resorts κρατούν δέσμιους τους ενοίκους τους στα όρια της ιδιοκτησίας τους κι έτσι ο ανεξάρτητος επισκέπτης μπορεί να απολαύσει χαλαρά το ειδυλλιακό τοπίο.

Nosy Sakatia. Ένα μικρότερο νησί κοντά στο Nosy Be όπου κολυμπώντας κανείς θα συναντήσει δεκάδες τεράστιες χελώνες. Το νησί φιλοξενεί μικρές απομονωμένες οικογένειες ψαράδων.

 



Άρωμα βανίλιας και ilang-ilang

Αύγουστος  2015

Μετά από ένα stopover στις εξωτικές Σεϋχέλλες, τις οποίες θα επισκεφτούμε επιστρέφοντας, επιβιβαζόμαστε στην πτήση για Antananarivo. Μου έκανε εντύπωση που με τόση ζέστη, μια συνεπιβάτης φορούσε μάλλινο σκούφο. Αφιχθείς στο έδαφος της Μαδαγασκάρης, συναντάμε μια γνώριμη αφρικανική εικόνα. Πανζουρλισμός, ακαταστασία και ανοργανωσιά. 

Για να γυρίσουμε όσο το δυνατό μεγαλύτερο μέρος του τεράστιου νησιού, είχαμε κάνει κράτηση αυτοκινήτου. Δυστυχώς κανένας ιδιοκτήτης δε δέχτηκε να μας το ενοικιάσει στην τιμή που αναζητούσαμε χωρίς υποχρεωτικά να μας “φορτώσει” οδηγό. Σε αντίθετη περίπτωση, αν θέλαμε να οδηγήσουμε μόνοι μας απαιτούσαν να καταβάλλουμε εγγύηση άνω των €2000 σε μετρητά, κάτι που βέβαια δεν επιλέξαμε. Τελικά αντί για έναν οδηγό με αυτοκίνητο, εμφανίζονται από δύο, που μάλιστα κρατούν χαρτί με το όνομά μου. Κάποιος με τον οποίο διαπραγματευόμουν είχε μεταφράσει τη συνομιλία μας ως επιβεβαίωση και μάλιστα τώρα διαμαρτύρεται για την απόσταση που διάνυσε μέχρι εδώ. Και τα δύο οχήματα είναι σε κακή κατάσταση και δεν εμπνέουν εμπιστοσύνη για την απαιτητική διαδρομή. Τότε εμφανίζεται και ένας τρίτος που έχει κι αυτός να διαθέσει όχημα. Καθόμαστε κάπου για να συζητήσουμε την προσφορά. Το όχημα είναι σε παρόμοια, ίσως και λίγο καλύτερη κατάσταση, η τιμή επίσης, αλλά ο ιδιοκτήτης είναι τύφλα στο μεθύσι και δεν καθίσταται δυνατό να κάνουμε σοβαρή συμφωνία. Αποφασίζουμε πως το δίκαιο είναι να πάρουμε το όχημα για το οποίο έχουμε συμφωνία και να στείλουμε τους υπόλοιπους στην ευχή του Θεού…

Περισσότερα...

Αν και η ώρα είναι ήδη απογευματινή, στόχος μας είναι να φύγουμε από την πρωτεύουσα και να καλύψουμε σημαντικό κομμάτι διαδρομής. Ο ιδιοκτήτης βέβαια μας έχει τονίσει ότι δεν επιτρέπει τη βραδινή οδήγηση, για λόγους ασφαλείας, κάτι που θα παραβλέψουμε πολλές φορές. Τα περίχωρα του Antananarivo δε μοιάζουν με άλλης αφρικανικής πόλης. Μεγάλες φυτείες ορυζώνων, με τις επίπεδες ή κλιμακωτές υδάτινες εκτάσεις, συνθέτουν ένα τοπίο διαφορετικό από κάθε τι γνώριμο στη Αφρική ή ακόμα και την Ασία.

Την Tana θα την έχουμε την ευκαιρία να την απολαύσουμε αρκετά στη συνέχεια του ταξιδιού μιας και είναι υποχρεωτικός κόμβος για τη μετάβαση στα βόρεια και τα ανατολικά. Κάνουμε μια στάση για να συναντήσουμε κάποιον φίλο του Fally, του οδηγού μας, ο οποίος μας ανταλλάζει συνάλλαγμα σε συμφέρουσα τιμή και συνεχίζουμε. To Antsirabe είναι η 3η σε πληθυσμό πόλη της χώρας και απέχει μόλις 170 χλμ. Όμως μαζί με τη στάση χρειαστήκαμε 5 ώρες για τη διαδρομή και τελικά φτάνουμε λίγο πριν στις 11 το βράδυ αναζητώντας κατάλυμα. Οι καιρικές συνθήκες που επικρατούν είναι ψύχος και βροχή, σίγουρα δε θυμίζουν τροπικό μέρος και το σκουφί της συνεπιβάτιδας στο αεροπλάνο τώρα μου φαντάζει σοφή επιλογή. Μέσα σε αυτή τη συνθήκη καταφέρνουμε να βρούμε ωραία διαμονή σε πετρόχτιστο οίκημα και μάλιστα με εστιατόριο εν λειτουργία, όπου δοκιμάζουμε το πιο διάσημο τοπικό έδεσμα που είναι το zebu, το χαρακτηριστικό βοοειδές της χώρας. Νωρίς το πρωί της επομένης, αφού προμηθευτούμε κάποια είδη απ το market, ξεκινάμε για το φιλόδοξο πλάνο για την κάλυψη της μεγάλης διαδρομή των σχεδόν 500 χιλιομέτρων, μέχρι την παραθαλάσσια πόλη της Morondava. Στο τοπίο κυριαρχούν αγροτικές καλλιέργειες που εκχερσώνονται με τη χρήση φωτιάς. Περνάμε τις κωμοπόλεις Miandrivazo, Isalo. Το οδόστρωμα σε όλη τη διάρκεια είναι γεμάτο με αμέτρητες λακκούβες που ταλαιπωρούν το σώμα μας. Σε πολλά σημεία, μικρά παιδιά τις γεμίζουν με χώμα, ζητώντας ένα μικρό φιλοδώρημα από τους οδηγούς που σπανίως φιλοτιμούνται, για να μετριάσουν το βιοτικό αδιέξοδο της οικογένειας τους. Σε κάποιο άλλο σημείο, στις όχθες ενός μικρού ποταμού, ενήλικες και παιδιά εργάζονταν συνθλίβοντας και κοσκινίζοντας την άμμο σε μια απέλπιδα προσπάθεια ανεύρεσης ψηγμάτων χρυσού, που ενδεχομένως διέφυγαν από παρακείμενο χρυσωρυχείο.

Λεωφόρος των baobabs


Ο δρόμος είναι σε κακή κατάσταση και το όχημα -ένα παλιό Land Cruiser- δεν εμπνέει μεγάλη ασφάλεια. Ένα κλατάρισμα μας καθυστερεί αλλά κυρίως μας αποκαλύπτει την κακή κατάσταση των ελαστικών του αυτοκινήτου που θα μας προδώσουν τελικά πολλές φορές ακόμα. Σε κάποιο από τα επόμενα χωριά επισκευάζουμε τον τροχό και καταφέρνουμε να φτάσουμε την καλύτερη ώρα στην περίφημη “λεωφόρο των baobabs”. Πρόκειται ίσως για το πιο διάσημο σημείο της χώρας, ο χαρακτηρισμός “λεωφόρος” είναι μόνο κατ’ ευφημισμό καθώς πρόκειται για την αρχή ενός σκονισμένου επαρχιακού χωματόδρομου. Όμως, επιβλητικές συστοιχίες γιγαντιαίων δέντρων baobabs από μια ποικιλία που δε συναντάται αλλού στην Αφρική, κοσμούν τον ταπεινό δρόμο με το κοκκινόχωμα, προσδίδοντάς του μεγαλείο πιο φαντασμαγορικό από κάθε λεωφόρο. Η ώρα του δειλινού είναι η ιδανική για να θαυμάσεις το δάσος των baobabs, που περιλούζεται με κατακόκκινες ανταύγειες, δίνοντας στο σκηνικό όψη κάποιου άλλου πλανήτη. Καθώς το σκοτάδι πέφτει, οι σιλουέτες των δέντρων διαγράφονται παράξενες, σα μυθικά πλάσματα που τείνουν τα χέρια τους προς τον ουρανό, που βάφεται από μια φανταχτερή παλέτα πορφυρών και μαβιών αποχρώσεων. Ένα άστρο ανάβει σα διαμαντάκι για να διακοσμήσει διακριτικά την ειδυλλιακή εικόνα.

Morondava


Σε μικρή απόσταση από τη λεωφόρο των baobabs συναντάμε τον ωκεανό, που βρέχει την πόλη της Morondava. Με το πρωινό φως αποκαλύπτεται το τροπικό παραθαλάσσιο σκηνικό. Πίσω από το κατάλυμα, ανάμεσα σε πυκνά φοινικόδεντρα υπάρχει ένα υδάτινο κανάλι και προς μεγάλη μου έκπληξη ένα ψαράδικο καΐκι αναχωρεί, μοιάζοντας σα να κινείται μέσα στο αγρόκτημα. Τρέχω για να το ακολουθήσω και να βγάλω φωτογραφίες. Το κανάλι οδηγεί στη θάλασσα, διάσπαρτη με πολλά ακόμα πλοιάρια που την ώρα αυτή ξεχύνονται στον ωκεανό. Εκεί που τελειώνει η αμμουδιά, ανάμεσα σε ξαπλωμένες πιρόγες, κόσμος αποχαιρετά τα αλιευτικά πλοία που φεύγουν, εύχονται να φέρουν καλή ψαριά για να θρέψουν τις οικογένειές τους. Η Morondava δεν παρουσιάζει κάποια γραφικότητα σαν πόλη, ούτε τα νερά της είναι δελεαστικά για κολύμπι. Όμως η απέραντη ακρογιαλιά της αποτελεί σημείο συνάντησης μικρών και μεγάλων, μια όαση δροσιάς. Τα παιδιά παίζουν ολημερίς με τα κύματα όπως όλα τα παιδιά του κόσμου και μεσήλικες γυναίκες με γυμνά στήθη πλατσουρίζουν στα ρηχά. Το βραδάκι απολαμβάνουμε ωκεανίσια ψάρια σε τοπικό ταβερνάκι σχεδιάζοντας το πλάνο του ταξιδιού.

Βρισκόμαστε σε δίλημμα. Η δελεαστική περίπτωση είναι να συνεχίσουμε την εκτός δρόμου παραλιακή διαδρομή προς το νότο, κατά μήκος της ακτογραμμής, μέσω του σημείου στο χάρτη με το εξωτικό όνομα Belo sur Mer, να καταλήξουμε στο πολιτισμένο θέρετρο του Ifaty και από τη διπλανή Toliara να πάρουμε το δρόμο της επιστροφής στην Tana. Η τεράστια απόσταση, η απουσία δρόμου και η παλίρροια, καθιστά αβέβαιο το εγχείρημα, τουλάχιστον στο διαθέσιμο χρόνο μας και δεδομένου του ότι θέλουμε να εξερευνήσουμε και άλλα τμήματα του νησιού. Υπάρχει επίσης σοβαρή πιθανότητα να κολλήσουμε στην άμμο, απαιτείται να ποτάμια πάνω σε πλατφόρμα που δε γνωρίζουμε καν αν υπάρχει, γενικότερα οι πληροφορίες μας προέρχονται από φήμες. Η ευθύνη του να πνίξουμε το αυτοκίνητο στα νερά του Ινδικού αφορά τον οδηγό, αλλά οφείλουμε να λάβουμε υπ΄ όψιν τις αντιρρήσεις του και τελικά με κάποια απογοήτευση αποφασίζουμε να εγκαταλέιψουμε την ιδέα αυτή. Μία άλλη περίπτωση είναι το Tsingy de Bemaraha, τουλάχιστον δυο μέρες διαδρομή σε χώμα βόρεια της λεωφόρου των Baobabs. Τα Tsingy είναι εντυπωσιακοί βραχώδεις γεωλογικοί σχηματισμοί με δραματικές κάθετες μυτερές ακμές που αξίζει να πεζοπορήσει κανείς για μια, δύο ή και παραπάνω μέρες. Ξαφνικά οι 24 μέρες του ταξιδιού κρίνονται λίγες. Αποφασίζουμε τελικά αντ’ αυτού, να εξερευνήσουμε το ανατολικό και βόρειο τμήμα του νησιού. Όπως θα αποδειχτεί, η επιλογή ήταν όχι απλά σοφή αλλά ίσως και ζωτικής σημασίας. Επιστρέφοντας με κατεύθυνση την Tana, κάνουμε και πάλι στάση στη λεωφόρο των Baobabs για να θαυμάσουμε το δάσος υπό το μεσημβρινό φως και επισκεπτόμαστε κοντινούς οικισμούς για να γνωρίσουμε τον τρόπο ζωής και κυρίως να μοιράσουμε ρούχα και γραφική ύλη στις πάμφτωχες αυτές κοινωνίες. Όταν βρίσκομαι σε μέρη σαν κι αυτό ο χρόνος σταματά, ζω σε ένα όνειρο πλημμυρισμένο από συναισθήματα που μου προκαλούν τα γεμάτα ενθουσιασμό και περιέργεια παιδιά που τρέχουν στο κατόπι, που σε αγγίζουν, σου τσιμπούν το μπράτσο και τραβούν τις τρίχες  για να δουν από τι αποτελείται το παράξενο αυτό λευκό δέρμα. Και οι μανάδες, που δεν πρόλαβαν να ζήσουν σαν παιδία με τα μωρά στην αγκαλιά χαμογελούν στωικά.

Παίρνουμε πάλι τον κεντρικό δρόμο της επιστροφής και ο Fally αντιλαμβάνεται κάτι αφύσικο στην κύλιση του οχήματος. Έκπληκτοι διαπιστώνουμε ότι ο μπροστινός τροχός συγκρατείται από ένα μόνο μπουλόνι, οι υπόλοιπες τέσσερις βίδες έχουν κοπεί, πιθανώς ζορίστηκαν στην προηγούμενη επισκευή από το κλατάρισμα. Είμαστε τυχεροί που δεν επιλέξαμε κάποια από τις κακοτράχαλες διαδρομές που σκεφτόμασταν, όπου σίγουρα θα είχε φύγει ο τροχός εν κινήσει και αν δε σκοτωνόμασταν, το αμάξι δε θα μπορούσε να επισκευαστεί. Βέβαια και στο σημείο που είμαστε, η επισκευή κρίνεται μάλλον απίθανη. Ο Fally καταφέρνει να επιστρατεύσει όλο το χωριό που νομίζω λεγόταν Ankazomiriotra, να σηκώσουν το αυτοκίνητο τοποθετώντας το πάνω σε κούτσουρα και να αφαιρέσουν όλους τους τροχούς που εναπόθεσαν οριζόντια κάτω από το σασί ως υποστηρίγματα. Φυσικά δεν υπάρχει περίπτωση να βρούμε ανταλλακτικά και οι ελπίδες να συνεχίσουμε είναι λιγοστές. Κάνοντας μια βόλτα στο χωριό καθώς ο ήλιος κοντεύει να δύσει, αντιλαμβανόμαστε ότι η μόνη περίπτωση διαμονής θα ήταν σε κάποια ντόπια καλύβα άθλιων συνθηκών. Όμως οι εικόνες της καθημερινότητας που διαδραματίζονται, ενδεικτικές της ομορφιάς αλλά και της βαθιάς φτώχειας του τόπου αυτού, με κάνουν να ξεχνώ την αβεβαιότητα στην οποία βρισκόμαστε. Όλη αυτή η πολυχρωμία προσώπων, ρούχων και τοπίου με παρασύρει σε μια ειδυλλιακή διάθεση που για λίγο παραβλέπεις το γεγονός του ότι όλοι πασχίζουν σκληρά κουβαλώντας φορτία, σακιά, καρότσια με απαρχαιωμένα ρουλεμάν. Οι γυναίκες φορούν στο πρόσωπο φυτικό υπόλευκου make up που ονομάζεται Masonjaony και προέρχεται από σανταλόξυλο. Το πασαλειμένο αυτό μείγμα, εκτός από αντηλιακή προστασία αποτελεί παραδοσιακή συνήθεια γυναικείας ομορφιάς.

Η ανησυχία για την επισκευή του οχήματος με επαναφέρει στην πραγματικότητα. Η ευρηματικότητα των παρευρισκομένων είναι ανέλπιστη. Καταφέρνουν να εξάγουν μερικές βίδες από τις πλήμνες των υπολοίπων τροχών και να τις “δανείσουν” στον χαλασμένο. Δεν είναι απολύτως ασφαλές να κινείσαι με λιγότερα μπουλόνια στους τροχούς αλλά δε γίνεται να μη συνεχίσουμε μέχρι τον κοντινότερο πολιτισμό που… απέχει αρκετά. Ο Fally είναι ανήσυχος, καθώς η νυχτερινή οδήγηση δεν είναι καθόλου ασφαλής, σε μια περιοχή κακόφημη, με ομάδες ληστών που στήνουν ενέδρες. Η νύχτα φωτίζεται από αγροτικές εκτάσεις που φλέγονται δημιουργώντας ένα απόκοσμο θέαμα, μια ενέργεια των αγροτών για καθαρισμό και ανανέωση των καλλιεργειών. Φτάνουμε σχεδόν μεσάνυχτα στο Miandrivazo και βρίσκουμε κατάλυμα ξυπνώντας τους ιδιοκτήτες και τις φιλοξενούμενες κατσαρίδες. 

Η επόμενη μέρα δεν ξεκινά καλά. Ο συνταξιδιώτης έχει σοβαρά στομαχικά προβλήματα, όπως σε κάθε ταξίδι άλλωστε. Και όταν ο φίλος έχει στομαχικά, είναι του θανατά και τα πράγματα είναι σοβαρά. Αυτό βέβαια επηρεάζει και το ταξίδι των υπολοίπων, αλλά η υγεία δεν είναι ζήτημα υπό αμφισβήτηση, ακόμα κι αν η ευαισθησία καταντά κουραστική. Όλη η διαδρομή μέχρι την Tana, διακόπτονταν συνεχώς από στάσεις που χρειάζονταν ο φίλος για να αποβάλλει βιαίως ό,τι υπάρχει μέσα του. 

Σε κάποιο σημείο συναντάμε στο δρόμο ένα πλήθος, μια λιτανεία, μια γιορτή με τραγούδια. Πρόκειται για το ιδιαίτερο έθιμο του Famadihana όπου τα πτώματα των εκλιπόντων κάθε οικογένειας, ξεθάβονται μετά από 7 χρόνια, αλλάζονται τα σάβανα με καινούρια και τα ονόματα των συγγενών αναγράφονται πάνω τους. Ακολουθεί η λιτανεία του νεκρού συνοδεία τραγουδιών, αλκοόλ και καπνού σε μια ατμόσφαιρα χαράς. Ακολουθούμε πεζή τη γιορτή μαζί με τους συγγενείς που με χαρά μας επιδεικνύουν τον πεθαμένο, ο οποίος μάλλον δείχνει καλύτερα απ’ ότι ο συνταξιδιώτης μας μέσα στο αμάξι. Κι επειδή ο τελευταίος δείχνει να οδεύει κι αυτός προς την αιωνιότητα, επισπεύδουμε τη μετακίνησή μας προς κάποιο νοσοκομείο.

Tana


Φτάνοντας στην Tana, αποφασίζει να αναρρώσει στο δωμάτιο τις επόμενες δύο μέρες. Το όχημα πάει για επισκευή και εγώ τριγυρίζω στις αγροτικές περιοχές της ευρύτερης περιοχής της πρωτεύουσας. Οι εικόνες που αντικρίζω είναι ανάμικτες, όπως και τα συναισθήματα. Άνθρωποι που μοχθούν σε σκληρές αγροτικές εργασίες με πρωτόγονα μέσα, άνδρες και γυναίκες που κατασκευάζουν και κουβαλούν πλίνθους, ανάμεσά τους και μικρά παιδιά. Η παιδική εργασία δυστυχώς είναι συνηθισμένο φαινόμενο στη χώρα αυτή. Συναντώ μια οικογένεια που εργάζεται στους ορυζώνες, προσπαθώντας να γεμίσει με κουβάδες, ένα ολόκληρο χωράφια με νερό! 

Antasibe & δυτική ακτή


Ο συνταξιδιώτης “αναστήθηκε” και την επομένη ξεκινάμε με κατεύθυνση ανατολική. Ο πρώτος προορισμός είναι το εθνικό πάρκο Antasibe όπου ενδημούν κάποια από τα είδη λεμούριων. Το τοπίο δε μοιάζει καθόλου με ό,τι έχουμε στο μυαλό μας για την Αφρική. Ορεινές διαδρομές τριγυρισμένες από δάση υποτροπικής βλάστησης και κλίμα χειμωνιάτικο χαρακτηρίζει την περιοχή και ένας μικρός οικισμός με πέτρινα παραθεριστικά οικήματα συμπληρώνει το σκηνικό του σημείου που θα διαμείνουμε. Ένα γουστόζικο εστιατόριο με τζάκι κι ένα μικρό ξύλινο bungalow με σοφίτα προσφέρει μια ευχάριστη διαμονή που θα συμπληρωθεί την επομένη μέρα με τη θέαση των ντροπαλών λεμούριων στο φυσικό τους περιβάλλον. Tα συμπαθή ζωάκια που είναι ενδημικά μόνο στη Μαδαγασκάρη, μοιάζουν με λούτρινα και θες να τα πάρεις αγκαλιά. Όμως ευτυχώς, εδώ δεν είναι ζωολογικός κήπος και τα ζώα δεν έχουν εξοικείωση με τον άνθρωπο. 

Ο δρόμος προς τα ανατολικά, τα πεδινά και τελικά τις παράκτιες περιοχές, είναι γεμάτος εικόνες μόχθου και φτώχειας, αλλά και αστείρευτων χαμόγελων. Υπαίθριες αγορές γεμάτες ζωή, όπου πωλούνται φρούτα, λαχανικά και κάθε λογής χειροποίητων, από καθίσματα μέχρι καλάθια. Σε έναν απομονωμένο οικισμό με 2-3 σπίτια, δίνουμε στα παιδιά μερικά από τα μολύβια και τετράδια που προορίζουμε για κάποιο σχολείο. Τα παιδιά έδειχναν να μη γνωρίζουν καν τη χρήση τους, τα περιεργάζονταν με απορία, ενώ ένα από αυτά με κοιτούσε με μάτια κατακόκκινα από κάποια άγνωστη πάθηση. Η καρδιά μου σπαράζει με την πραγματικότητα της Μαδαγασκάρης, τόσο διαφορετική από τον ειδυλλιακό παράδεισο που είχα στο μυαλό μου… 

Η παραλιακή πόλη της Toamasina θα αποτελέσει στάση διανυκτέρευσης στη μεγάλη και κουραστική διαδρομή. Μια πόλη ήσυχη, ευχάριστη, που στο κέντρο της κυριαρχούν δυο χαρακτηριστικές, παράλληλες συστοιχίες από φοινικόδεντρα. Τα κουνούπια είναι τόσα πολλά που κατά την εισπνοή εισβάλλουν στο στόμα ή τα ρουθούνια, η μαλάρια αποτελεί υψηλό ρίσκο στα μέρη αυτά κι επειδή ταξιδεύω συχνά στους τροπικούς, δεν επιλέγω χάπια προφύλαξης. 

Ο ανατολικός δρόμος διακόπτεται από τις εκβολές ενός ποταμού στο μικρό λιμάνι Sonierana-Ivongo. Ένας συνωστισμός οχημάτων, ανθρώπων και οικόσιτων ζώων επικρατεί στον περιορισμένο χώρο που οδηγεί στην προβλήτα. Προσπαθούμε να βρούμε πλοίο για το νησί… Μια γυναίκα… μια γυναίκα τριγυρνά με τα χέρια βιαίως δεμένα ανάμεσα σε δυο τάβλες. Αναρωτιέμαι σοκαρισμένος ποια διαστροφή ή κακιά μοίρα έχει επιβάλλει αυτή την τιμωρία. Η γυναίκα κάθεται, ξαποσταίνει σταυρώνοντας τα δάχτυλα από τα δέσμια χέρια της. Μαθαίνω πως “είναι τρελή” και πως οι άνθρωποι με ψυχικές νόσους έχουν αυτή την απάνθρωπη αντιμετώπιση.

Νήσος Sainte Marie


Αποχαιρετούμε το αμάξι και τον οδηγό για τις επόμενες 3 μέρες και επιβιβαζόμαστε σε επιβατηγό πλοίο για τη νήσο Sainte Marie. Κατά το διάπλου του καναλιού μεταξύ Μαδαγασκάρης και Saint Marie, μεγάπτρες φάλαινες επιδίδονται σε φαντασμαγορικές επιδείξεις, σε μεγάλη απόσταση όμως.

Το Île Sainte-Marie, γνωστό πλέον ως Nosy Boraha και που άλλοτε φιλοξενούσε πειρατές, μας υποδέχεται κουνώντας απαλά τις φοινικιές του στον άνεμο του Ινδικού. Μερικά κουφάρια πλοίων ακουμπούν μισοβυθισμένα στα ρηχά, διαυγή πράσινα νερά. Το κατάλυμα που έχουμε επισημάνει ονομάζεται Samaria lodge (καμία σχέση με το φαράγγι της Κρήτης) και βρίσκεται αρκετά μακριά από το λιμανάκι, κοντά στο βόρειο άκρο του νησιού που έχει μήκος 60χλμ. Οι συνταξιδιώτισσες επιβιβάζονται μαζί με τις αποσκευές σε φορτηγάκι και οι δυο αντρες της παρέας νοικιάζουμε βεσπάκια, για μια διαδρομή τουλάχιστον 40′. Ο Mark, ο ιδιοκτήτης στου lodge, είναι πολύ φιλικός και δείχνει κατανόηση στο περιορισμένο budget μας (€40-50 max). Τα δωμάτια είναι πανέμορφα, φτιαγμένα από ξύλο όπως και τα έπιπλα, και το μεγάλα αναπαυτικά κρεβάτια, με στέγη από rattan και λευκές κουρτίνες να ανεμίζουν στα ανοιχτά παράθυρα. Οι εξωτερικοί χώροι είναι κι αυτοί ονειρεμένοι, μια φυσική πανδαισία τροπικών φυτών και λουλουδιών, που οδηγούν σε μια μικρή τεχνητή παραλία. Η θάλασσα είναι αρκετά κυματώδης και η κολύμβηση δύσκολη, όμως ο βυθός σφύζει από ζωή, με εντυπωσιακά πελαγίσια ψάρια. Λίγες ώρες πριν, ένα ζεύγος φαλαινών έκανε βόλτες μπροστά από το lodge, όμως δεν είχαμε την τύχη να τις δούμε. Είχα την ατυχία να συναντήσω όμως μια κατσαρίδα πάνω στα ρούχα που είχα μέσα στο δωμάτιο και να αναγκαστώ να τα δώσω για πλύσιμο. Οι μόνοι ένοικοι του lodge ήταν μια μικρή παρέα που συνόδευε μια αιθέρια ύπαρξη, την miss Reunion, νικήτρια των καλλιστείων του γειτονικού γαλλικού νησιού.

Η εξερεύνηση του νησιού επιφυλάσσει κάποιες από τις πιο όμορφες εμπειρίες του ταξιδιού. Χρυσά ακρογιάλια με κοκοφοίνικες, σχεδόν ερημικά εκτός από λίγες ψαράδικες βάρκες που σεργιανίζουν και παιδάκια που τρέχουν στην αμμουδιά. Οι παραλίες δε σε προσκαλούν με μια ιδανική εικόνα τυρκουάζ νερών που βλέπουμε σε καρτ-ποστάλ, αλλά η μαγεία αυτού του απομακρυσμένου θησαυρού είναι αλλού. Ίσως στην ανεμελιά των ανθρώπων της, την εξωτική χλωρίδα και τα παράξενα ζώα της, εκείνο τον μικρό χαμελαίοντα, τους σπάνιους λεμούριους ή τις τεράστιες νυχτερίδες που ξεκουράζονταν κρεμασμένες ανάποδα. Και βέβαια τις φάλαινες, τα μεγαλύτερα θηλαστικά του πλανήτη που μεταναστεύουν κάθε χρόνο από την Ανταρκτική στα ζεστά αυτά νερά, για να ζευγαρώσουν και να γεννήσουν τα μικρά τους. Μια εκδρομή με βάρκα, συνοδευόμενη από περιβαλλοντολόγο, μας φέρνει σε απόσταση “αγγίγματος” από τα μεγαλειώδη αυτά πλάσματα.

Είναι κι ένα άλλο νησί, ένα μικρό αδελφάκι του άλλου νησιού που με τη σειρά του φωλιάζει δίπλα στην μεγάλη νήσο της Μαδαγασκάρης. Το Île aux Nattes (Nosy Nato) είναι ένα τυπικό τροπικό νησί με αίσθηση απομόνωσης, με λευκές παραλίες, φοίνικες και ένα κοραλλιογενές φράγμα που διατηρεί τα ρηχά τιρκουάζ νερά πάντα γαλήνια. Μια πιρόγα ενώνει με τη νότια άκρη του Île Sainte Marie, αυτό τον παράδεισο έκτασης 2 χλμ. Αν ήρθατε στο νησί της Μασαγασκάρης αναζητώντας έναν τροπικό παράδεισο, θα πρέπει να πάτε ακόμα πιο μακριά για να τον βρείτε.  

Ankarafatsika & βορράς


Η επιστροφή θα πραγματοποιηθεί από τον ίδιο, μακρύ και κουραστικό δρόμο μέχρι την Tana κι από εκεί για το βορρά.

Όποιος μπορεί να διαθέσει το μεγάλο κόστος εσωτερικών πτήσεων, μπορεί να παρακάμψει τα χρονοβόρα και επίπονα πήγαινε-έλα, όμως οι οδικές μετακινήσεις επιτρέπουν να γνωρίσει κανείς τον τόπο σε βάθος.

Το φιλόδοξο σχέδιο είναι να διανύσουμε ένα τεράστιο κομμάτι του νησιού μέσα σε μια μέρα, μια διαδρομή περίπου 500 χιλιομέτρων που στο κακό οδικό δίκτυο της χώρας απαιτεί κανονικά 2 ημέρες. Επιπλέον, πληροφορούμαστε ότι στα μισά της διαδρομής επισκευάζεται μια γέφυρα και η κυκλοφορία των οχημάτων πραγματοποιείται μόνο για μία ώρα τη μέρα. Δεν υπάρχει άλλη επιλογή πέραν της τόλμης κι έτσι ξεκινάμε για τις ομορφιές του βορρά με τη βασανιστικά ατέλειωτη διαδρομή. Πράγματι στα μισά περίπου συναντάμε το εργοτάξιο που φτιάχνει τη γέφυρα, αλλά ευτυχώς η διέλευση ήταν εφικτή, μετά από αναμονή μιας περίπου ώρας. Φυσικά μας έπιασε η νύχτα και τα χιλιόμετρα που απέμεναν από το στόχο που είχαμε θέσει, ήταν πάρα πολλά. Έτσι παραβιάσαμε για ακόμα μια φορά τους κανόνες ασφαλείας που αφορούν τη νυχτερινή οδήγηση στην Αφρική γενικότερα. Λίγο πριν τα μεσάνυχτα, ένα ακόμα κλατάρισμα θα μας πιάσει στη μέση του πουθενά. Αυτό από μόνο του δε θα ήταν πρόβλημα, όμως για άγνωστο λόγο τα μπουλόνια του τροχού αυτού είχαν σφυρηλατηθεί και ήταν αδύνατο να ξεβιδώσουν, πιθανόν από κάποιον ανεύθυνο στην τελευταία επισκευή στην Tana. Το λάστιχο δεν είχε απλά κάποια τρύπα αλλά είχαν απομείνει μόνο τα λινά! Ο οδηγός ήταν ανήσυχος, έλεγε συνεχώς ότι δεν είμαστε ασφαλείς εκεί, εγώ πάλι ήμουν εξοργιμένος με την κατάσταση του οχήματος. Αποφασίζουμε να αφήσουμε τον Fally στο αμάξι και να κάνουμε οτοστόπ, αναλαμβάνοντας το ρίσκο έχοντας δυο κοπέλες μαζί μας. Αρχικά δε σταματάει κανείς, λογικό μάλλον. Ευτυχώς μετά από κάποια ώρα, ένα mini van σταματά και οι δύο επιβαίνοντες προσφέρονται να μας μεταφέρουν, ζητώντας αδιαπραγμάτευτα το ποσό των €60 για μια διαδρομή μισής περίπου ώρας μέχρι τον πολιτισμό. Για παν ενδεχόμενο έχω το σουγιά εύκαιρο. Κατάκοποι φτάνουμε γύρω στη 1:30 πμ στα πρόθυρα του εθνικού πάρκου Ankarafantsika και καταφέρνουμε να ξυπνήσουμε τον επιστάτη ενός άθλιου δωματίου με κουκέτες που θα μας φιλοξενήσει.

Το πρωί επισκεπτόμαστε το εθνικό πάρκο που εκτός από πολλά είδη λεμούριων και μια λίμνη με κροκόδειλους, ήταν γενικότερα ένας θύλακας ηρεμίας και εντυπωσιακού φυσικού κάλλους. Τελειώνοντας την πεζοπορία μας, για καλή μας τύχη συναντάμε τον Fally που κατάφερε να επισκευάσει τον τροχό.

Ένας από τους υπέυθυνους του πάρκου, ήταν ταυτόχρονα δάσκαλος του τοπικού σχολείου. Παρ’ όλο που ήταν περίοδος διακοπών και το σχολείο κλειστό, του ζήτήσαμε να συγκεντρώσει τα παιδιά μιας τάξης για να τους μοιράσουμε τη γραφική ύλη, μια ελάχιστη προσφορά σε κάθε ταξίδι στην Αφρική και άλλες αναπτυσσόμενες χώρες.

Οι στιγμές που ακολουθούν είναι συγκινητικές όπως πάντα και τα δάκρυα μετα βίας συγκρατούνται. Τα παιδιά αυτά είναι αντιπροσωπευτικά της βαθιάς φτώχειας που επικρατεί σε αυτό το απομονωμένο κομμάτι της βασανισμένης Αφρικανικής ηπείρου. Κάποιες μητέρες συνωστίζονταν στο παράθυρο της τάξης ζητώντας κάτι και για τα δικά τους παιδιά. Είναι δύσκολο να περιγραφούν στα γραπτά και τις εικόνες οι στιγμές και η ένταση των συναισθημάτων.

Συνεχίσουμε προς το βορρά αφού διαπληκτίστηκα τηλεφωνικά με τον ιδιοκτήτη του αυτοκινήτου για την άθλια συντήρηση του και τον κίνδυνο της σωματικής μας ακεραιότητας. Του ζήτησα να στείλει όχημα αντικατάστασης, κάτι που βέβαια ήταν αστεία απαίτηση. Εκείνος είχε ως αντεπιχείρημα το ότι παραβήκαμε τους κανόνες και κινηθήκαμε βράδυ. Θα ακολουθήσουν βέβαια κι άλλα κλαταρίσματα από τα συνολικά 5, κάτι που καθιστά ευτυχές το γεγονός του ότι έχουμε οδηγό για να αναλαμβάνει τις επισκευές.

Σε κάποια σημεία τη διαδρομής αντικαθιστούμε τον Fally στο τιμόνι για να ξεκουραστεί, αυτό έχει ως αποτέλεσμα όμως αμέτρητα κοτόπουλα στο δρόμο να βρίσκουν άδοξο τέλος κάτω από τις ρόδες. Πλησιάζουμε τις βόρειες ακτές του νησιού, ξεκινώντας ένα πρωινό από την πόλη Ambajana με προορισμό το κοντινό πορθμείο για το περίφημο νησί Nosy Be, γνωστό και από την πόιηση του Καββαδία. Θα πρίμενε κανείς να υπάρχει άνετη μεταφορά στο πιο διάσημο σημείο της χώρας. Αντιθέτως, μερικά σαπιοκάραβα ανοιχτού τύπου υπερφορτωμένα με ανθρώπους και οχήματα σε βαθμό λίγο πριν τη βύθιση, εκτελούσαν τη διαδρομή. Γενικά δε φοβάμαι, όμως οι συνθήκες αυτές ήταν αδιανόητες και βέβαια θέση για το αμάξι δεν υπήρχε. Έτσι αποφασίσαμε να αφήσουμε τον Fally και το αμάξι για λίγες μέρες εκεί και να μεταβούεμ με μικρή ταχύπλοη βάρκα στο Nosy Be. O Fally απαίτησε χρήματα για τη διαμονή του που μέχρι τώρα καλύπτονταν ως παροχή από τα καταλύμματα που διαμέναμε. Φυσικά του δώσαμε χρήματα, όμως αυτό δεν ήταν στη συμφωνία του αυτοκινήτου. 

Nosy Be


Με την πιρόγα φτάνουμε στην πρωτεύουσα του νησιού με το -όχι τόσο κολακευτικό- όνομα Hell-Ville. Από εκεί παίρνουμε ταξί για τη βορειότερη παραλία, την Andilana. Τσακωνόμαστε με τον ταξιτζή που ζητά περισσότερα χρήματα από τα συμφωνηθέντα, εκείνος γίνεται επιθετικός και μας βρίζει. Τίποτα δε μπορεί να χαλάσει όμως την ηρεμία του ειδυλλιακού αυτόυ τόπου. Η ιδιοκτήτρια του εξαιρετικού, αλλά οικονομικού ξενώνα La Belvedere, μας υποδέχεται υπό τους ήχους κλασικής μουσικής. Πίσω από το θρόισμα των φοινικόδεντρων, σε μια πανοραμική θέα αφ’ υψηλού κυριαρχεί μια λευκή αμμουδιά που η άμπωτη έχει αποκαλύψει στην έκτασή της και που καταλήγει σε ένα φανταχτερά γαλάζιο πέλαγος. Το Nosy Be θα έλεγε κανείς ότι είναι συνώνυμο του παραδείσου. Ευτυχώς, η ήπια τουριστική ανάπτυξη δεν έχει αλλοιώσει την ομορφιά αυτή όπως σε άλλα σημεία του πλανήτη. Μόνη παραφωνία είναι το παρακείμενο all inclusive resort, και τα θωρυβώδη μουσικά event που διοργανώνει κάποιες ώρες. Γνωρίσαμε κάποιους από τους ενοίκους με τα βραχιολάκια που “τόλμησαν” να δραπετέυσουν από την ακριβοπληρωμένη “φυλακή”, παρά τις προειδοποιήσεις των ιθυνόντων περί επικινδυνότητας. Στην παραλία, γυναίκες πωλούν ματσάκια από ξυλάκια βανίλιας και μικρά μαγαζάκια με χειροποίητα εκθέτουν την πραμάτεια τους. Τα ταβερνάκια έχουν φρέσκα ψάρια μαγειρεμένα με ρύζι και γάλα καρύδας. 

Nosy Sakatia


Ακόμα και ο παράδεισος αδυνατεί να “αιχμαλωτίσει” τους ανήσυχους ταξιδιώτες κι έτσι, μετά από λίγες μέρες αναζητάμε παραπλήσια νησιά. Ο διαθέσιμος χρόνος και οι συνθήκες των θαλασσών επιτρέπουν μονάχα κάποιο κοντινό, όπως το Nosy Sakatia. Ένα πρωινό, μετακινούμαστε στην παραλία που βρίσκεται απέναντι από το νησί και περιμένουμε τη βάρκα του lodge που θα μας φιλοξενήσει. Είναι το μοκναδικό πάνω στο νησάκι αυτό και προσφέρει μια μικρή δόση πολυτέλειας σε επίσης πολύ χαμηλή τιμή. Η ιδιαιτερότητα του Nosy Sakatia είναι το ότι μπροστά στην κύρια παραλία του κολυμπούν αμέτρητες θαλάσσιες χελώνες, μικρών αλλά και πολύ μεγάλων διαστάσεων. Έχω συναντήσει και σε άλλες θάλασσες τα υπέροχα αυτά πλάσματα, αλλά σε τέτοιον αριθμό πουθενά αλλού. Οι μεγαλύτερες μάλιστα δε νιώθουν φόβο και σου επιτρέπουν ακόμα και μια αγκαλιά ή μια μικρή “βόλτα”, μέχρι να απομακρυνθούν με την τεράστια δύναμή τους. Πλησίον του καταλύματος, ένας μικρός οικισμός  φιλοξενεί λίγες οικογένειες. Καταφέρνουμε να συννεννοηθούμε μαζί τους ώστε να μας βρουν ψάρια για δείπνο. Καθώς πέφτει η νύχτα, υπέρλαμπροι γαλαξίες και ο Σταυρός του Νότου κυριαρχούν αγκαλιάζοντας τον ουράνιο θόλο πάνω από τα φοινικόδεντρα. Σε ένα παλιό τραπέζι φτιαγμένο από ξύλα της θάλασσας, υπό το φως των κεριών, απολαμβάνω ίσως το πιο ρομαντικό δείπνο της ζωής μου και συνάμα, αξιομνημόνευτα γευστικό με τεράστιες φρέσκες γαρίδες και ρύζι.

Το πρωινό γεύμα του καταλύματος ήταν εξίσου ελκυστικό, διακοσμημένο με ένα άνθος ilang-ilang και… μια γκρίζα κατσαρίδα κάτω από το πιάτο μου! Γενικά δεν έχω θέμα με τα πλάσματα του Θεού, αλλά τις κατσαρίδες τις απεχθάνομαι και βέβαια έκανα τα παράπονά μου στη διεύθυνση. Ο Νοτιοαφρικανός ιδιοκτήτης, έπιασε με προσοχή το έντομο και το τοποθέτησε πίσω στο δέντρο του, διαβεβαιώνοντάς με ότι ήταν καθαρή. Συνέχισα κανονικά το φαγητό μου…

Μια μέρα αφιερώνεται στην πεζοπορική εξερεύνηση του νησιού και τη γνωριμία με τη χλωρίδα, όπως το έτερο σήμα κατατεθέν της χώρας, ένα φοινικοειδές που ονομάζεται traveler’s tree (Ravenala madagascariensis), αλλά και την πανίδα, όπως ένα συμπαθές φιδάκι. Όμως οι πιο όμορφες στιγμές διαδραματίζονται στο ψαροχώρι που βρίσκεται στην πίσω πλευρά του νησιού και όπου μεγάλοι και παιδιά θα μας υποδεχτούν με χαμόγελο και υπερηφάνεια για την ψαριά τους.

Ένας ήλιος ανατέλλει μέσα από το νερό βάφοντας κόκκινα θάλασσα και ουρανό καθώς μπαίνουμε στην πρώτη από τις βάρκες της επιστροφής. Ακολουθούν τα σχεδόν 1000 χλμ μέχρι την Tana, γνώριμα και βασανιστικά. Ο χρόνος των τελευταίων ημερών στην πρωτεύουσα δίνει την ευκαιρία να γνωρίσουμε καλύτερα την πόλη αυτή με την ξεχωριστή της αρχιτεκτονική με τα πλίνθινα αρχοντικά χτισμένα στους γύρω λόφους, με τις πολύχρωμες αγορές και τους φιλικούς ανθρώπους. 

Τη νοσταλγία της αναχώρησης μετριάζει μια στάση στις ονειρικές Σεϋχέλλες, όπου θα καταφέρουμε να εξερευνήσουμε και να απολαύσουμε το κεντρικό νησί Mahe.

©Αλέξανδρος Τσούτης



Facebook Comments