Καμερούν


🇨🇲

Το Καμερούν είναι ένα έθνος που εκτείνεται από το δυτικό έως το κεντρικό τμήμα της Αφρικής, από τις ακτές του Ατλαντικού στον κόλπο της Γουινέας μέχρι την Κεντροαφρικανική Δημοκρατία και το Τσαντ. Το πλούσιο φυσικό περιβάλλον, η γεωμορφολογία και η πολιτισμική ποικιλομορφία δίνουν στο Καμερούν το χαρακτηρισμό “Μινιατούρα της Αφρικής”. Το τοπίο της χώρας περιλαμβάνει τροπικές παραλίες, πυκνά δάση της βροχής, ψηλά όρη, ερήμους, σαβάνες. Πλήθος από εθνικά πάρκα και αδιαπέραστα δάση φιλοξενούν άγρια ζωή, μεταξύ άλλων και σημαντικό αριθμό μελών του δυτικού πεδινού γορίλα.
Οι αποικιοκράτες, κυρίως Γάλλoι αλλά και Βρετανοί, κατέκτησαν και εκμεταλλεύτηκαν στυγνά την περιοχή αυτή μέχρι να κερδίσει μετά από πολυετείς βίαιες εξεγέρσεις την ανεξαρτησία της. Εδώ και 37 χρόνια το εκλογικό αποτέλεσμα στη χώρα εξασφαλίζει ή ίδια κυβέρνηση, εν μέσω πολλών αιματηρών αναταραχών και κατηγοριών για γενοκτονίες εις βάρος των αγγλόφωνων μειονοτικών περιοχών. Στα περιστατικά βίας προστίθεται και η δράση της ένοπλης τρομοκρατικής οργάνωσης Boko Haram από τη γειτονική Νιγηρία, με συχνές επιθέσεις και απαγωγές στον απώτερο βορρά της χώρας. Το Καμερούν έχει πληθυσμό περί τα 23.000.000, στην πλειοψηφία Χριστιανοί και με τους Μουσουλμανικούς πληθυσμούς να ακολουθούν. Τα ποσοστά αναλφαβητισμού αγγίζουν το 30%. Παρ’ ότι δεν είναι εμφανές στην καθημερινότητα του λαού, το 1/3 του οποίου ζει κάτω από το όριο της φτώχιας με εισόδημα $1.2 τη μέρα, το Καμερούν θεωρείται μια ισχυρή οικονομία ανάμεσα στα υποσαχάρια κράτη. Οι πλουτοπαραγωγικές πηγές αφορούν την εκτενή γεωργική παραγωγή, μεταξύ άλλων την καλλιέργεια μπανάνας, κακάο, καουτσούκ, τσαγιού, καθώς και την κτηνοτροφία, την υλοτομία και το πετρέλαιο. Η διαφθορά στη διακυβέρνηση, το δημόσιο τομέα και τις δυνάμεις αστυνόμευσης είναι εκτεταμένη.  


Άνθρωποι

Οι Καμερουνέζοι είναι γενικά απαθής λαός. Εδώ ο ξένος -πλην εξαιρέσεων- δε θα νιώσει εχθρικά, αλλά ούτε και ιδιαίτερα φιλικά. Η διαφορά στην απόχρωση του δέρματος δε δημιουργεί ιδιαίτερη εντύπωση, αλλά παρ’ όλα αυτά, όπως στα περισσότερα μέρη της Αφρικής κυριαρχεί η αντίληψη πως ο λευκός αντιπροσωπεύει τον πλούτο. Πολλοί -άνδρες κυρίως- αντιδρούν αρνητικά στη θέα του φωτογραφικού φακού, αλλά όπως παντού, με ανθρώπινη, φιλική προσέγγιση και σεβασμό, γρήγορα κερδίσεις τα υπερήφανα χαμόγελά τους. Η ανθρωπολογική ποικιλία του Καμερούν είναι ιδιαίτερα ετερογενής, με πολυπληθείς φυλές όπως οι Mbororo που ανήκουν στη οικογένεια των Fulani (συναντώνται από τη Μαυριτανία μέχρι το Σουδάν) καθώς και φυλές των πυγμαίων Baka.


Τόποι

Η Douala είναι η μεγαλύτερη πόλη της χώρας και βρέχεται από τον Ατλαντικό ωκεανό. Άλλες παραθαλάσσιες πόλεις είναι το αγγλόφωνο Limbe και το νοτιότερα το θέρετρο Kribi. Πρωτεύουσα της χώρας είναι η Yaounde, ενώ στα ανατολικά και βόρεια θα συναντήσει κανείς τις πόλεις Bertoua, Ngaoudere, Garoua, Maroua με πλειονότητα ισλαμικού πληθυσμού. Το Καμερούν παρουσιάζει πλούσιο φυσικό πλούτο, το ομώνυμο βουνό που αποτελεί και το ψηλότερο της δυτικής Αφρικής, καταρράκτες, τροπικά δάση, λίμνες και δεκάδες εθνικά πάρκα με πλούσια πανίδα όπως το Lobeke, Waza, Benoue, Faro, Dja και άλλα, που δεν είναι τουριστικά αναπτυγμένα ούτε εύκολα προσβάσιμα. Στη χώρα ενδημεί ο περίφημος πεδινός γορίλας που όμως δεν είναι εύκολο να τον συναντήσει κανείς στο φυσικό του περιβάλλον, παρά μόνο σε ελάχιστα πάρκα προστασίας όπως το Mefou, κοντά στη Yaounde.


Στο τέλος του τρίτου κόσμου…

Δεκέμβριος  2018

Περισσότερα...

Πώς ορίζει κάνεις τις χειμερινές διακοπές του; Χιονισμένα τοπία, ορεινά σαλέ, ή και σπιτικά με τζακάκι, καλή παρέα, βασιλόπιτες και γλυκίσματα. Εναλλακτικά, τροπικοί προορισμοί με ζεστές παραλίες ξεχνώντας το καταχείμωνο στο βόρειο ημισφαίριο. Έναν τέτοιο προορισμό μπορεί να αποτελέσει και το Cameroon με τις παραλίες του Ατλαντικού και τα δεκάδες εθνικά πάρκα, παρ’ ότι δεν είναι καθόλου τουριστική χώρα και βρίσκεται σε μια ήπειρο που δε σου δίνεται εύκολα. Όμως… όχι. Κάποια διεστραμμένη εμμονή, οδήγησε εμένα και το συνταξιδιώτη μου στις εσχατιές αυτής της Αφρικής, στα πιο δυσπρόσιτα σημεία των ήδη δύσκολων, τεραστίων αυτών χωρών, στον απόπατο του τρίτου κόσμου και με δεδομένα περιορισμένο χρόνο και κόστος. Αναζητώντας περιπέτεια ανθρωπολογικού ενδιαφέροντος και απειλούμενες απομακρυσμένες φυλές σε σημεία που δεν πάει κανείς ούτε για ντοκιμαντέρ. Στο ταξίδι αυτό της σκληρής δοκιμασίας, τερματίσαμε επανειλημμένα τα σωματικά και ψυχικά μας αποθέματα, την ασφάλεια και τη λογική. Η ασιτία, η αφυδάτωση, οι τεράστιες αποστάσεις με ανεκδιήγητα μεταφορικά μέσα, η απουσία υγιεινής στη γη των εξωτικών ασθενειών, οι Αφρικανικοί ρυθμοί όπου τίποτα δε μπορεί να προβλεφθεί. Ταξίδι για τους λάτρεις… ή μήπως τους μαζοχιστές του είδους; Ήταν σίγουρα μια μοναδική εμπειρία. Τώρα που κατακάθισε το χώμα στα ρουθούνια, οι αναμνήσεις στο νου και οι φωτογραφίες στους σκληρούς δίσκους, ίσως καταλήγω στο ότι άξιζε τον υπερβάλλοντα κόπο.


Οι τροχοί του αεροπλάνου άγγιξαν το έδαφος της Yaounde, με μεγάλη καθυστέρηση μετά τις 3:30 τα ξημερώματα και ενώ είχε προηγηθεί μια περιπέτεια ακύρωσης και επαναφοράς της πτήσης από την αεροπορική. Κάποιες συστάσεις που είχαμε με Έλληνες της διασποράς που ζουν στην πόλη, μας εξασφάλισαν όχημα να μας περιμένει, κάτι που δεν το συνηθίζουμε. Αποδείχτηκε κακή επιλογή και συνεννόηση, μιας και επρόκειτο για ένα κοινό ταξί που στο τέλος της διαδρομής μας ζήτησε το υπέρογκο ποσό των 30.000 φράγκων Κεντρικής Αφρικής -εν συντομία CEFA- και που αντιστοιχούν σε €50 περίπου. Μέσα στη μαύρη νύχτα κάνουμε σκληρή διαπραγμάτευση με τον ταξιτζή που απαιτούσε το ποσό λόγω της βραδινής βάρδιας και της αναμονής του, αλλά καταφέραμε με επιμονή να το μειώσουμε στο μισό. Μια νυσταγμένη νεαρή ευτυχώς υπήρχε στην υποδοχή του ξενοδοχείου μέτριας αφρικανικής ποιότητας. Ο ύπνος που απολαύσαμε δεν ήταν αρκετός καθώς έπρεπε να εκμεταλλευτούμε τη μέρα οργανώνοντας τη συνέχεια του ταξιδιού. Βγήκαμε απολαμβάνοντας την ευχάριστη θερμοκρασία σε αντίθεση με την παγωμένη Ευρώπη. Οι λαμαρινοσκεπές των σπιτιών της Yaounde απλώνονται από τα γύρω υψίπεδα μέχρι τα χαμηλότερα εδάφη, αναμειγμένα με το κατακόκκινο χρώμα των οδών και το σκονισμένο πράσινο των μπανανόδεντρων. Οι νεαροί ντόπιοι μας κοιτούν με περιέργεια, ενώ ακούγοντας μουσικές από ένα κτίριο, μπαίνουμε και μας υποδέχονται σε μια μικρή θρησκευτική γιορτή. Συνεχίζουμε προς τον κεντρικό δρόμο όπου έχουμε ραντεβού με τον Έλληνα γνωστό μας, ο οποίος μας μεταφέρει στην εταιρία που εργάζεται. Η προσπάθειά μας για ανεύρεση αυτοκινήτου, ώστε να καταφέρουμε στο λιγοστό χρόνο μας να καλύψουμε κάποιες διαδρομές στη μεγάλη αυτή χώρα, εξελίσσεται άκαρπη. Οι διασυνδέσεις δεν είναι κατάλληλες, οι ημέρες των Χριστουγέννων δυσχεραίνουν την ανεύρεση οδηγού, η περίπτωση οδήγησης από εμένα δε συνηθίζεται στη χώρα και οι τιμές είναι απαγορευτικές. Η μέρα περνά άσκοπα μέσα στο χώρο της εταιρίας, μέχρι που ο L, manager μιας άλλης εταιρίας εμφανίζεται για να μας δώσει μια λύση. Τον ενημερώνουμε ότι το ενδιαφέρον μας αφορά αυθεντικές φυλές του πλανήτη και συγκεκριμένα στο Cameroon οι φυλές των πυγμαίων. Παίρνει τηλέφωνο έναν υπάλληλό του ο οποίος εμφανίζεται μετά από λίγο. Τον ονοματίζουμε Tin-Tin όπως το διάσημο κόμικ μιας και αδυνατούμε να προφέρουμε επακριβώς το όνομα του. Ο Tin-Tin ανήκει στη φυλή των πυγμαίων αλλά σε αντίθεση με το στερεοτυπικά κοντό ύψος της φυλής, εκείνος είναι γεροδεμένος, κοντά στο 1.90cm και μιλά καλά αγγλικά. Η συμφωνία είναι καλή για όλους και περιλαμβάνει τη μεταφορά μας με δημόσια μέσα στο χωριό του που βρίσκεται στο νοτιοανατολικό άκρο της χώρας. Θα φιλοξενηθούμε στο πατρικό σπίτι του και εκείνος θα συναντήσει την οικογένειά του με πληρωμένα τα μεταφορικά και ένα γενναιόδωρο ημερομίσθιο. Δίνουμε ραντεβού αναχώρησης στις 8μμ. της ίδιας μέρας που σημαίνει ότι εξαιτίας του χρόνου που σπαταλήσαμε θυσιάζουμε την επίσκεψή μας στο πάρκο Mefou, κοντά στην πρωτεύουσα, όπου μεταξύ άλλων μπορεί να δει κανείς τον προστατευόμενο δυτικό πεδινό γορίλα. Έτσι κι αλλιώς δε με ενθουσιάζει η ιδέα του να συναντήσω το θαυμαστό πρωτεύον θηλαστικό πίσω από ηλεκτροφόρα σύρματα αντί για το φυσικό του περιβάλλον. Ευτυχώς τα παιδιά μας προσφέρουν μια ξενάγηση στην πόλη, μέσα όμως από το αυτοκίνητο και με ρητή συμβουλή να μην τραβάμε φωτογραφίες σε κάποιες περιοχές υπαίθριων αγορών όπως το Marché Mokolo, λόγω επικίνδυνων αντιδράσεων του πλήθους. Δυσκολεύομαι να πιστέψω κάτι τέτοιο βασιζόμενος στην πρότερη εμπειρία μου από πολλές αφρικανικές χώρες, ακόμα και το εμπόλεμο Μάλι, αλλά οφείλω να σεβαστώ την ασφάλεια των υπολοίπων και του οχήματος. Παρά την εντύπωση που είχαμε για μια χώρα αναπτυγμένη σε σχέση με άλλες της ηπείρου, το Καμερούν διαφαίνεται σχετικά εχθρικό και επικίνδυνο. Θα επισκεφτούμε ένα θλιβερό ζωολογικό πάρκο όπου συναντήσαμε την πρώτη προσπάθεια εκμετάλλευσης του λευκού επισκέπτη, ζητώντας μας εκτός από το εισιτήριο και κόμιστρο για τις φωτογραφίες. Αρνηθήκαμε λέγοντας πως δε θα βγάλουμε φωτογραφίες. Ο φύλακας που μας συνόδευε, έκανε τελικά τα στραβά μάτια επιτρέποντάς μας τη λήψη δωρεάν, τα περισσότερα ζώα όμως είχαν κακές συνθήκες διαβίωσης. Το βράδυ και αφού ευχαριστήσαμε και αποχαιρετήσαμε τους ομογενείς φίλους, φύγαμε με τον Tin-Tin για το σταθμό λεωφορείων που ήταν τυπικά τριτοκοσμικός, πανβρώμικος, με μεγάλες ουρές αναμονής και πολλά διαφορετικά σημεία αναχώρησης λεωφορείων που απείχαν αρκετά μεταξύ τους. Ο Tin-Tin αναζητά το βέλτιστο τρόπο και τελικά πρέπει να περπατήσουμε σε επόμενο σταθμό με τις βαριές μας αποσκευές που περιλαμβάνουν γραφική ύλη που θέλουμε να προσφέρουμε σε παιδιά. Θα πρέπει επίσης να περιμένουμε 3 ώρες μέχρι την αναχώρηση, ώστε το λεωφορείο να μας αφήσει ξημερώματα στον προορισμό, αποφεύγοντας την επικινδυνότητα της νύχτας. Οι σταθμοί παραδόξως διαθέτουν πρίζες φόρτισης κινητών τηλεφώνων. Το παλιό, μικρό λεωφορείο θεωρείται VIP και έχει υψηλότερη τιμή από τα μεγάλα μιας και κάνει λιγότερο χρόνο για τη διαδρομή, αλλά η άνεσή του δεν ανταποκρίνεται σε καμία περίπτωση στην κατηγορία αυτή. Ασφυκτικά γεμάτο μέχρι και τις πτυσσόμενες θέσεις του διαδρόμου, με το ψύχος του κλιματιστικού και τη μουσική στη διαπασών να μην επιτρέπουν να κλείσεις μάτι. Επιπλέον, συχνές στάσεις σε σημεία έλεγχου της αστυνομίας, όπου όλοι οι επιβάτες αποβιβάζονται, ελέγχονται και βαδίζουν μέσα στη νύχτα μέχρι το σημείο επανεπιβίβασης, απομακρύνουν κάθε ελπίδα ανάπαυσης. Τελικά φτάνουμε χαράματα στην πόλη Bertoua. O Tin-tin βρίσκει ένα αυτοκίνητο που θα μας μεταφέρει στον τελικό προορισμό μας σε 8-10 ώρες, αντί για τη μία μέρα που απαιτείται με λεωφορείο αβάσταχτων συνθηκών. Η τιμή όμως μας φαίνεται υψηλή. 12.000 CFA το άτομο (€19) επί 3 άτομα είναι ένα αξιοσέβαστο ποσό για τέτοιας ποιότητας μεταφορικό μέσο. Ο οδηγός δε διαπραγματεύεται την τιμή, γι’ αυτό και ανεβαίνουμε σε moto-taxi οι τρεις μας και τα σακίδια για να βρούμε καλύτερη προσφορά. Οι εξυπνάδες μας απ’ ό,τι φαίνεται δεν περνάνε εδώ. Οι οδηγοί δίνουν όλοι την ίδια τιμή αδιαφορώντας για τα παζάρια μας. Τελικά αναγκαζόμαστε να συμφωνήσουμε, αλλά όπως το υποψιαζόμουν, το αμάξι θα πρέπει να γεμίσει επιβάτες για να φύγει. Και όταν λέμε να γεμίσει, εννοούμε 7-8 άτομα σε ένα πανάρχαιο Toyota Corolla με ψηλωμένες αναρτήσεις.
Η αναμονή διαρκεί αρκετά καθώς ξημέρωνε στο κεντρικό σημείο της λουσμένης με χώμα πόλης. Τα γύρω μαγαζάκια άρχισαν να ανοίγουν και πάγκοι να στήνονται σε μια υπαίθρια αγορά στο κέντρο της “πλατείας”. Αρχίσαμε να τραβάμε τις πρώτες μας φωτογραφίες με τα χρώματα της ανατολής στην πόλη όταν άρχισαν να αντιδρούν με θυμό όποιοι τύχαινε να βρίσκονται ακόμα και εκτός του φωτογραφικού κάδρου. Τι παράξενα εχθρική χώρα! Η δυσκολία εκπλήρωσης της φωτογραφικής μου έκφρασης με γέμισε απογοήτευση.

Ο Tin-Tin συμβουλεύει να αγοράσουμε μια ακόμα θέση ώστε να είμαστε 3 στο πίσω κάθισμα γιατί διαφορετικά “δε θα περάσουμε καθόλου καλά”. Είναι μια πρακτική που έχω ακολουθήσει ξανά στην Αφρική, όμως εδώ η τιμή είναι τσουχτερή και ο οδηγός δε δέχεται έκπτωση για την αγορά της κενής θέσης. Εξαντλώντας τις διαπραγματευτικές μας ικανότητες το μειώνουμε στα 10.000 CFA που μου φαίνονται ακόμα πολλά. Ο Tin-Tin προσφέρεται να πληρώσει ο ίδιος τα μισά που φυσικά δεν το δεχόμαστε και συμφωνούμε να ξεκινήσουμε πληρώνοντας τη θέση, που ακόμα κι έτσι ήταν πολύ ασφυκτικά μιας και ο Tin-Tin καταλαμβάνει σημαντικό χώρο στο 3θυρο αυτοκίνητο. Το ταξίδι αρχίζει και οι συνθήκες είναι δυσοίωνες από το πρώτο κιόλας χιλιόμετρο. Το κοκκινόχωμα μπαίνει από παντού αλλά κυρίως από το πορτμπαγκάζ που είναι μισάνοιχτο και δεμένο με σχοινιά ώστε να χωρέσει τις αποσκευές αλλά και οπωροκηπευτικά εμπορεύματα. Τα ρουθούνια αρχίζουν να μπουκώνουν από τη σκόνη και σε κάθε φύσημα δημιουργούν έναν κόκκινο αφηρημένο πίνακα στα χαρτομάντιλα που εξαντλούνται τάχιστα. Επιπλέον, την ωραία ατμόσφαιρα συμπληρώνει το καυσαέριο που μυρίζει έντονα καμένο λάδι και άκαυστη βενζίνη, αλλά και η μυρωδιά των συνεπιβατών μας που είναι ανυπόφορη. Την οσμή της απλυσιάς των ντόπιων θα συνηθίσουμε σιγά-σιγά στη συνέχεια του ταξιδιού και πιθανότατα θα την υιοθετήσουμε κι εμείς. Το ιδιοκατασκευή όχημα, ο αλάνης οδηγός και η διαδρομή-shaker, θυμίζει την ταινία Mad Max, άλλοτε τρέχοντας με 60χλμ/ω και κοπανώντας στις πλευρές και τον ουρανό του αυτοκινήτου και άλλοτε φρενάροντας απότομα αποφεύγοντας όπως σε video game, τελευταία στιγμή, ανθρώπους, κατσίκια, κάρα και βέβαια νταλίκες φορτωμένες με γιγαντιαίους κορμούς δέντρων που έρχονταν κατά πάνω μας, αρκετές εκ των οποίων κείτονταν ντεραπαρισμένες σε όλη τη διαδρομή. Η μόνη ουσιαστική ανησυχία που έχω στα ταξίδια μου -πέραν του χρόνου- είναι οι οδικές διαδρομές με συνθήκες οχημάτων, δρόμων και οδηγών που απέχουν έτη φωτός από αυτούς της χώρας μας. Εδώ τερματίζει κανείς την πρόκληση της μοίρας του. Κοπανηθήκαμε για 90χλμ που απαίτησαν σχεδόν 3 ώρες στον καρόδρομο μέχρι την πόλη Batouri όπου κάναμε μια μικρή στάση για τις σωματικές ανάγκες των συνεπιβατών. Προς μεγάλη μου έκπληξη αντίκρισα ένα θέαμα που μόνο στην Ινδία συναντούσα παλιότερα. Οι τρεις από τους επιβάτες πήραν θέσεις στη σειρά στην άκρη του δρόμου, κατέβασαν τα παντελόνια τους και σε κοινή θέα άδειασαν τα σωματικά τους υγρά και στερεά. Φυσικά δε χρησιμοποίησαν τίποτα για την καθαριότητα της ευαίσθητης περιοχής παρά μόνο ένας από αυτούς έριξε μια χούφτα νερό από ένα μπουκάλι. Στις Ισλαμικές χώρες και όχι μόνο, είναι κανόνας η χειραψία να τελείται με το δεξί χέρι που θεωρείται “καθαρό” και είναι μεγάλη αγένεια να προτάξει κανείς το αριστερό, για τον ευνόητο λόγο που αναφέραμε. Αυτό βέβαια δε μειώνει καθόλου την απέχθεια που νιώθεις στις πολύ συχνές χειραψίες, αλλά και την ανταλλαγή χρημάτων, διαβατηρίων και άλλων αντικειμένων. Το απολυμαντικό χεριών, όπως φαίνεται πρέπει να καταναλωθεί με οικονομία για να μας φτάσει και άλλωστε είναι αδύνατο να απολυμαίνεις συνεχώς τα πάντα. Το Batouri, μια μικρή πόλη στο πουθενά, είχε πολύ πιο φιλικούς ανθρώπους και αναθαρρήσουμε σε ό,τι αφορά τις φωτογραφικές και ταξιδιωτικές μας προσδοκίες. Στη βασανιστική διαδρομή, η ζέστη της ημέρας κάνει την καμπίνα του υπερφορτωμένου και με κλειστά παράθυρα αυτοκινήτου να ομοιάζει με φούρνο και ο ιδρώτας με τη σκόνη να ενσωματώνονται στο δέρμα και τα ρούχα. Οι στάσεις για ελέγχους της αστυνομίας ήταν συχνές. Ο Tin-Tin ανέλαβε να δίνει ο ίδιος τα διαβατήριά μας και το πιστοποιητικό του εμβολίου για τον κίτρινο πυρετό, ώστε να αποφεύγουμε τις απαιτήσεις χρηματισμού. Αντιθέτως, ο οδηγός έπρεπε να πληρώνει σε κάθε έλεγχο ένα αντίτιμο στο χέρι στου αστυνόμου, όπως και διόδια σε αρκετά σημεία που το δρόμο κλείνει μια μπάρα από ένα κλαδί δέντρου που συνήθως σηκώνει κάποιο παιδί. Η διαδρομή διασχίζει παρθένα τροπικά δάση, το θέαμα όμως μετριάζεται κατά πολύ από την κόκκινη πούδρα που καλύπτει την ατμόσφαιρα και σκεπάζει τα φυλλώματα. Όπου υπάρχουν μικρά ρυάκια, παιδιά παίζουν στα νερά και γυναίκες πλένουν ρούχα. Η 8ωρη διαδρομή αγγίζει τα ανατολικά σύνορα με την πολύπαθη λόγω συνεχιζόμενου εμφυλίου, Κεντροαφρικανική Δημοκρατία. Μια ακόμα στάση στη συνοριακή πόλη Gari Gombo που λόγω θέσης είναι όσο πιο παρακμιακή μπορεί κανείς να φανταστεί και αργά το μεσημέρι φτάνουμε κατάκοποι επιτέλους στη Yokaduma, 20 ώρες μετά από την αναχώρησή μας από την πρωτεύουσα. Η Yokaduma είναι μια ακόμα μικρή σκονισμένη πόλη, σε ένα σταυροδρόμι που νότια οδηγεί στη Δημοκρατία του Κονγκό – Brazzaville και ανατολικά σε ένα ακόμα συνοριακό πέρασμα για τη Δημοκρατία της Κεντρικής Αφρικής. Ένας μεγάλος προσφυγικός καταυλισμός από μετανάστες της γειτονικής χώρας υπάρχει στα πρόθυρα της πόλης που περικλείεται από λίγες καλλιέργειες και ένα απέραντο δάσος. Φτάνουμε με moto-taxi στο σπίτι της οικογένειας του Tin-Tin όπου τον υποδέχεται εγκάρδια η μεγάλη φαμίλια και απολαμβάνουμε κι εμείς τη φιλοξενία στο σπίτι του, που είναι πολύ άνετο για τα αφρικανικά δεδομένα. Το σπίτι διαθέτει αρκετά δωμάτια, μεταξύ άλλων και του Tin-Tin με διπλό κρεβάτι που θα μας το παραχωρήσει. Διαθέτει χώρο καθιστικού με καναπέδες και τηλεόραση. Το βασικότερο απ΄ όλα, ακόμα πιο πολύτιμο από το ηλεκτρικό ρεύμα, είναι το τρεχούμενο νερό. Το αγαθό αυτό είναι μια πολυτέλεια των λίγων και οικονομικά εύρωστων, ασχέτως αν δεν υπάρχει εγκατάσταση μέσα στο οίκημα παρά μόνο μια βρύση στην αυλή που το βράδυ κλειδώνεται. Η τουαλέτα είναι ένα εξωτερικό παραπέτασμα από λαμαρίνα με μια τρύπα στο κέντρο. Το βράδυ θα γεμίσουμε κουβάδες και θα απολαύσουμε ένα κάπως κρύο μπανάκι. Προηγουμένως όμως θα γνωρίσουμε όλους τους συγγενείς του σπιτονοικοκύρη μας, άλλα όχι τον πατέρα του που έχει παντρευτεί 7 φορές όπως μας είπε. Δεν κατάλαβα αν ζει και πού βρίσκεται. Οι οικιακές δουλειές εκτελούνται αποκλειστικά από τις γυναίκες, οι οποίες μαγείρευαν ειδικά για εμάς στην αυλή, παραδοσιακά πάνω σε ξύλα. Η φιλοξενία ήταν τόσο θερμή που διοργάνωσαν για εμάς και μια μικρή γιορτή με παραδοσιακές φορεσιές και χορούς. Το δε φαγητό ήταν πεντανόστιμο, κοτόπουλο τηγανητό μαριναρισμένο με καυτερή σάλτσα και ψάρι από το ποτάμι, plantane (είδος πράσινης μπανάνας για τηγάνισμα). Μία από τις επόμενες ο Tin-Tin απολάμβανε ένα άλλο πιάτο με μαύρο κρέας. Τον ρωτήσαμε τι είναι, κι αυτός μας έδειξε αυτό που είχε απομείνει από τα πόδια ενός… αρουραίου. Φυσικά ζητήσαμε να δοκιμάσουμε οπότε μας έφερε ένα πιάτο με σχεδόν ολόκληρο το ζώο. Ο ίδιος το θεωρεί εξαιρετική λιχουδιά, πολύ ανώτερη του κοτόπουλου ή του ψαριού. Δοκιμάζουμε μια καλή πιρουνιά, εγώ διάλεξα ψαχνό. Στην αρχή είχε μια γεύση ανεκτή, πόσο χάλια μπορεί να είναι ένα είδος κρέατος άλλωστε, όμως μετά από μερικά μασήματα, μια αηδιαστική επίγευση έκανε την κατάποση πολύ δύσκολη, το στομάχι να ετοιμάζεται για συσπάσεις κι εμένα να προσπαθώ να μετριάσω την απαίσια μπουκιά αναμειγνύοντάς τη με λίγο πουρέ plantane που… αλλοιώνει τη γεύση όπως λέει κι ο συνταξιδιώτης μου. Τον ρωτήσαμε αν τρώνε επίσης μαϊμούδες κι εκείνος μας πρότεινε να στείλει τη μητέρα του να προμηθευτεί από την αγορά. Φυσικά αρνηθήκαμε.Το βραδάκι μετά το μπάνιο θα πιούμε αρκετές μπίρες στο σπίτι (που θα μας τις χρεώσουν δυσανάλογα) και θα κάνουμε μια βόλτα στο χωριό, που λόγω της ημέρας -παραμονή Χριστουγέννων- είχε μεν κάποιο κόσμο στον κατασκότεινο δρόμο, όμως τα τοπικά λαμαρινένια μπαράκια ήταν άδεια από θαμώνες. Άλλωστε οι Αφρικανοί διασκεδάζουν αργά το βράδυ.

Ο χρόνος ανάπαυσης είναι λιγοστός και την επομένη ψάχνουμε όχημα για να φτάσουμε στα σύνορα και τα χωρία των πυγμαίων στη ζούγκλα όπου σκοπεύουμε να διανυκτερεύσουμε. Η ανεύρεση μεταφορικού μέσου ήταν κι εδώ αδιαπραγμάτευτη. 20.000 CFA (€30) για ένα σαράβαλο που όμως δε μετέφερε άλλους επιβάτες μιας και κανείς δεν πάει προς τα εκεί. Οι συνθήκες αντί να είναι καλύτερες ήταν ακόμα πιο φρικτές, το αμάξι έμπαζε χώμα από παντού. Τα ρούχα, οι τσάντες και κυρίως ο φωτογραφικός μας εξοπλισμός έπαθε μεγάλο πλήγμα στα 60 χιλιόμετρα της δίωρης διαδρομής. Η διαδρομή είναι κατά τ’ άλλα πανέμορφη, μέσα στο τροπικό δάσος που διακόπτεται από ελάχιστους οικισμούς πυγμαίων. Θα επισκεφτούμε μερικά χωριά της διαδρομής μέχρι το τέλος της χώρας όπου και θα καταγράψουν τα στοιχεία μας οι συνοριοφύλακες και θα συνεχίσουμε σε έναν μικρό δρόμο παράλληλα με τη συνοριακή γραμμή.


Οι Πυγμαίοι Baka

Η φυλή των πυγμαίων Baka αριθμεί γύρω στα 30.000 άτομα που ζουν στα νοτιοανατολικά δάση του Καμερούν και γειτνιάζουν με τις γύρω χώρες (Δημοκρατία του Κογκό, Κεντροαφρικανική Δημοκρατία, Γκαμπόν). Είναι παραδοσιακοί κυνηγοί και τροφοσυλλέκτες, ημι-νομάδες, με ανιμιστική θρησκεία και δεισιδαιμονίες, με δική τους διάλεκτο και είναι γνωστοί για το χαρακτηριστικά περιορισμένο ύψος τους (γύρω στα 1,50μ). Οι Baka αντιμετωπίζουν έντονες κοινωνικές διακρίσεις από τον υπόλοιπο πληθυσμό και η επιβίωσή τους καθίσταται πολύ δύσκολη στο ολοένα και μειούμενο φυσικό περιβάλλον τους.
Είναι ανήμερα των Χριστουγέννων και παρ’ ότι οι Baka δεν πιστεύουν στον Αη Βασίλη, έχουν συγκεντρωθεί σε έναν καταυλισμό με πρόσβαση σε δρόμο για να αδράξουν την ευκαιρία και να γιορτάσουν με τοπικό αλκοόλ. Μας υποδέχτηκαν φιλικά και ζητήσαμε από τον αρχηγό, μια μικρή ομάδα με την οποία θα ζούσαμε μια παραδοσιακή μέρα στη ζούγκλα. Ως δώρο, γνωρίζαμε ότι έπρεπε να έχουμε πάει αλκοόλ και τσιγάρα, αντ’ αυτού όμως δώσαμε κάποια χρήματα που εξαργυρώθηκαν αμέσως στα είδη αυτά γεμίζοντας με πλασματική χαρά το χωριό. Τα μέλη της φυλής, στην πλειοψηφία τους μικροσκοπικά, κάθε ηλικίας και φύλου, άρχισαν να μοιράζουν φακελάκια με ένα χημικό αλκοολούχο ποτό, με ωραία ομολογουμένως γεύση φρούτου. Μανιωδώς επιδίδονταν όλοι στην κατανάλωση που τους γέμιζε ευδαιμονία ικανοποιώντας την εξάρτησή τους.
Εμείς, μαζί με νεαρά μέλη της φυλής, ακολουθήσαμε μια διαδρομή 2-3 ωρών μέσα στη ζούγκλα. Θα μπορούσαμε, εύκολα αλλά παράνομα να περάσουμε και στο Κεντοαφρικανικό έδαφος, αλλά ευτυχώς αρκεστήκαμε στα μαθήματα επιβίωσης μέσα στο δάσος. Μας έδειξαν πώς συλλέγουν μέλι από άγριες μέλισσες σε κηρήθρες ψηλά στα δέντρα, αφού τις απωθήσουν με καπνό. Ο μάγος της φυλής αναλαμβάνει να σκαρφαλώσει και να βάλει το χέρι του μέσα στην τρύπα του κορμού. Το μέλι όμως ήταν λιγοστό για να καλύψει την πείνα τους. Δε διστάζουν να κόψουν ένα ψηλό δέντρο αν το μελίσσι είναι πολύ ψηλά, δε διστάζουν να σκοτώσουν έναν απειλούμενο ελέφαντα του δάσους ή έναν ιπποπόταμο για να ικανοποιήσουν την ασιτία τους. Το αποτέλεσμα είναι η υποβάθμιση του φυσικού τους περιβάλλοντος που συνδυαστικά με την ακόρεστη υλοτόμηση, έχει μειώσει δραστικά τα θηράματα. Το δάσος ευτυχώς προσφέρει ακόμα φυτική τροφή που αποτελείται από βολβούς και ρίζες. Φτάνουμε σε έναν καταυλισμό που αποτελείται από μικρές θολωτές κατασκευές από κλαδιά και φύλλα. Φτιάχνουν μία και για εμάς. Δεν υπάρχει κάτι που να καλύπτει το έδαφος και οι ίδιοι ξαπλώνουν στο χώμα και τις στάχτες. Όμως τα μυρμήγκια της ζούγκλας είναι επιθετικά και τσιμπάνε. Οι Baka έχουν ως έθιμο να τροχίζουν τα δοντά τους μυτερά. Μας έδειξαν τη βάναυση μέθοδο, ουσιαστικά σμιλεύοντας τα με τη μασέτα. Κάποια μέλη σκαρφαλώνουν με ευκολία στα δέντρα και τις φυλλωσιές, κάποια αγόρια φλερτάρουν άγαρμπα και κτητικά τις κοπέλες και κάποιοι άλλοι πάνε για ψάρεμα στο ποτάμι. Περίμενα να δω κάποια αξιοσημείωτη ροή ποταμού, όμως επρόκειτο για ένα ρηχό ρυάκι με λιμνάζοντα νερά. Η μέθοδος ψαρέματος ήταν πρωτόγονη και ανόητη. Απομονώνοντας με λάσπη κάποια τμήματα του ρυακιού, άδειαζαν με φύλλα το νερό εγκλωβίζοντας μικροσκοπικά ψαράκια. Τα μαγείρεψαν σε ένα μικρό σκεύος και με λαιμαργία μοιράστηκαν το ελάχιστο αυτό φαγητό, ενώ ο μάγος ήπιε το νερό του μαγειρέματος. Όμως η φυλή κυριεύτηκε από νευρικότητα και πολλοί δήλωσαν την επιθυμία να επιστρέψουν αθετώντας τη συμφωνία, προφανώς έχοντας σύνδρομα στέρησης του αλκοόλ.
Αποφασίσαμε να επιστρέψουμε κι εμείς πριν νυχτώσει, μιας και δεν είχε νόημα να κρατάμε κανέναν εκεί παρά τη θέλησή του. Η επιλογή ήταν καλή και στο χωρίο είχε ξεκινήσει το γλέντι, με χορούς, τύμπανα και ανάσες που βρομούσαν ποτό. Μας υποδέχτηκαν με τιμές αρχηγού κράτους. Χόρευαν μαζί μας, μας άγγιζαν και μας έλεγαν ακατάληπτα λόγια, ήταν μια εκστατική γιορτή για όλους μας. Μόνο τα βρέφη, όπως συμβαίνει παντού στην Αφρική, τρομάζουν στη μορφή του λευκού ξένου και ξεσπούν σε κλάματα. Όσο περνούσε η ώρα και μένοντας “στεγνοί”, άρχισαν να ζητούν, να εκλιπαρούν για περισσότερο ποτό. Ήμασταν κάθετα αρνητικοί και τους το ξεκόψαμε αμέσως. Δώσαμε στα μικρά παιδιά γραφική ύλη που μεταφέραμε μέχρι εκεί και δυο κατσαρόλες με κοτόπουλο, ψάρι, plantane που είχαμε μαζί μας από το σπίτι στη Yokaduma. Έπεσαν λιμασμένοι πάνω στο φαγητό… οι άνθρωποι αυτοί αντιμετωπίζουν πραγματική πείνα. Είναι θλιβερό και ανεπίτρεπτο να συμβαίνει κάτι τέτοιο τον 21ο αιώνα, δυστυχώς όμως οι άνθρωποι αυτοί είναι έρμαια της εξάρτησής τους.
Ανάμεσά τους, παιδιά και ενήλικες με σημάδια υποσιτισμού, γυναίκες έγκυοι ή θηλάζουσες, μικρά παιδιά. Μια από αυτές μαγνήτισε το βλέμμα μου και θέλησα να κρατήσω την εικόνα για πάντα. Ένα puzzle εκφράσεων των τριών πρωταγωνιστών που συνθέτουν την εικόνα. Μια γελαστή μητέρα μοιάζει να αδιαφορεί για το βρέφος της που με την αγωνία της επιβίωσης στο βλέμμα του, πασχίζει να ρουφήξει μια σταγόνα γάλα από το ισχνό, αδειανό, ρυτιδιασμένο στήθος της, ενώ ο πόνος δείχνει να διαγράφεται στο πρόσωπο μιας άλλης γυναίκας.
Στις συνθήκες υγιεινής δε θα επεκταθώ. Είναι παρόμοιες παντού στην υποσαχάρια Αφρική. Βρέφη κυλιόνται γυμνά στα χώματα όπου αποπατούν άνθρωποι και ζώα. Την προηγούμενη ημέρα ένα παιδί είχε πεθάνει. Φεύγοντας από τον καταυλισμό με συναισθήματα θλίψης, θυμού, απόγνωσης, αδικίας, αναρωτιέμαι πώς θα μπορούσε να σωθεί αυτός ο κόσμος…


Περπατήσαμε μέχρι το δειλινό τριγυρισμένοι από την ηρεμία της φύσης, επιστρέφοντας στο τελευταίο συνοριακό χωρίο. Κάποια παιδιά κρατούσαν έναν αρουραίο από την ουρά, προφανώς προοριζόμενο για την κατσαρόλα. Ξεκουραστήκαμε στο σπίτι ενός συγγενή του Tin-Tin και ευτυχώς βρήκαμε αυτοκίνητο για να μας πάει πίσω στη Yokaduma και μάλιστα με χαμηλότερη τιμή (12.000CFA). Ήμασταν όλη μέρα νηστικοί και έτσι θα παραμέναμε, καθώς το φαγητό μας το δώσαμε στους Baka και στη Yokaduma δεν υπάρχει εστιατόριο. Επίσης για άλλη μια φορά η ανάπαυσή μας θα είναι περιορισμένη μιας και θα πρέπει να είμαστε στις 5 τα ξημερώματα στο σταθμό για το αυτοκίνητο της επιστροφής.
Φυσικά στη Αφρική τίποτα δε λειτουργεί στο χρόνο του κι έτσι, παρά το ξύπνημα στις 4:30πμ περιμέναμε σχεδόν 2 ώρες μέχρι να γεμίσει και πάλι το όχημα. Ο οδηγός ίδιος, αλλά η τιμή της κενής θέσης δεν είχε καμία έκπτωση αυτή τη φορά. Η διαδρομή διήρκεσε 10 γεμάτες βασανιστικές ώρες και μεταξύ άλλων μείναμε από σασμάν λίγο πριν το Baturi. Με το αμάξι ακινητοποιημένο, ο οδηγός αρνήθηκε να μας επιστρέψει κάποια χρήματα για να συνεχίσουμε το ταξίδι και θεωρούσε φυσιολογικό το να περιμένουμε όσες ώρες χρειαστεί η επισκευή. Ο Tin-Tin θύμωσε πολύ και έφυγε να πάει στο κοντινότερο αστυνομικό μπλόκο για να καταγγείλει το περιστατικό. Είχε περάσει πάνω από μια ώρα όταν εμφανίστηκε ένας μηχανικός με ελάχιστα εργαλεία. Άρχισε να αφαιρεί τον τροχό και το ημιαξόνιο, μέσα στη μέση του δρόμου και ομολογώ δεν περίμενα να τα καταφέρει. Κι όμως, κάμποση ώρα μετά το αυτοκίνητο λειτουργούσε και πάλι. Ο Tin-Τin δεν είχε επιστρέψει κι εμείς φύγαμε για την πόλη όπου μας πρόλαβε μετά από λίγο. Εκεί, συνοδευόμενος από έναν αστυνομικό που απλώς γελούσε, διαπληκτίστηκε έντονα με τον οδηγό, ενώ συγκεντρώθηκαν πολλοί περίεργοι που έπαιρναν θέση στον τσακωμό. Με τα πολλά και χωρίς κανένα συμπέρασμα, φύγαμε για τη Bertoua, όπου έπρεπε να περιμένουμε για το βραδινό λεωφορείο. Σε τοπικό εστιατόρια επιτέλους ικανοποιήσαμε τη διήμερη πείνα μας με κάκιστα τοπικά εδέσματα όπως σούπα με μοσχάρι όλο κόκαλα και λίπος και άθλια μακαρόνια. Αποχαιρετίσαμε τον Tin-Tin που θα επέστρεφε στη Yaounde και μπήκαμε στο ανέλπιστα άνετο, καινούριο και σχετικά άδειο λεωφορείο που σε 9 ώρες θα μας μετέφερε στη βόρεια πόλη Ngaoundéré. Αν και πρόκειται για μεγάλη πόλη, δυστυχώς η booking.com δεν περιλαμβάνει κανένα συνεργαζόμενο κατάλυμα στα μέρη αυτά και το ίδιο θα συμβαίνει και στο γειτονικό Chad. Φτάσαμε στις 3:30 τα ξημερώματα και ενώ τελικά έκλεισα κατάλυμα από μια Καμερουνέζικη ιστοσελίδα. Πήραμε για ακόμα μια φορά moto-taxi ψάχνοντας στη μαύρη νύχτα το ξενοδοχείο που ήταν ένα μεγάλο, παλιό, άδειο, σχεδόν εγκαταλειμμένο κτίριο. Ζεστό νερό δεν είχε και ο ύπνος ήταν και πάλι περιορισμένος ώστε να δούμε την πόλη και να αποφασίσουμε για τη συνέχιση του ταξιδιού. Έκανα μεγάλο λάθος που έκλεισα και πλήρωσα online το ξενοδοχείο γιατί η ιστοσελίδα δεν είχε ενημερώσει για την εξόφληση και έπρεπε να διαπραγματευτώ για αρκετή ώρα με την κοπέλα που είχε πρωινή βάρδια, προσπαθώντας να εξηγήσω στα γαλλικά που δε μιλώ, εκείνη να πάρει αρκετά τηλεφωνήματα μέχρι να αποκατασταθεί η αμφισβήτηση. Το Ngaoundéré είναι μια ισλαμική πόλη που ικανοποιεί το γούστο μόνο των φανατικών του είδους και βέβαια, όπως και στο υπόλοιπο ταξίδι, δεν είδαμε κανέναν άλλο τουρίστα που να έχασε τα λογικά του για να έρθει εδώ Χριστουγεννιάτικα. Με πληθυσμό που αυξήθηκε απότομα στο ένα εκατομμύριο λόγω Kεντροαφρικανών μεταναστών, αποτελεί την πρωτεύουσα της επαρχίας Adamawa. Τα λίγα αξιοθέατά της δεν είναι άξια λόγου. Το Μεγάλο Τζαμί της πόλης, που τμήμα του ήταν υπό ανακαίνιση, δεν παρουσιάζει κάποιο ιδιαίτερο αρχιτεκτονικό ενδιαφέρον ενώ ακριβώς δίπλα, το παλάτι του Lamido, όπως ονομάζονται οι τοπικοί βασιλιάδες, απαιτούσε εισιτήριο εισόδου. Όσο αρνούμασταν να μπούμε, τόσο η τιμή μειωνόταν, όμως από μια λαθραία ματιά που ρίξαμε δε μας ενθουσίασε καθόλου ούτε είχε κάποια μεγαλοπρέπεια παλατιού που έχουμε στο μυαλό μας. Κινηθήκαμε στους δρόμους και τα σοκάκια της πόλης και περιπλανηθήκαμε στο Grand Marché, μια χαοτική υπαίθρια αγορά μέσα σε ένα τυπικό σύννεφο σκόνης και εντόμων. Παρά τα χιλιόμετρα που διανύσαμε μέσα στον καυτό ήλιο, δε βρήκαμε ούτε ένα καφενείο ή εστιατόριο για να ανακτήσουμε δυνάμεις. Παραδόξως λίγο αργότερα βρήκαμε ένα σούπερ μάρκετ όπου αγοράσαμε χυμούς, απέναντι ένα κοτοπουλάδικο και λίγο παραπάνω, με τη βοήθεια του internet βρήκαμε κρυμμένο μέσα σε μια αυλή, ένα όμορφο εστιατόριο και το μοναδικό στην πόλη με ευρωπαϊκό μενού. Πόσο απολαυστική μου φάνηκε μετά από τόσες μέρες μια μπριζόλα με μανιτάρια, μια πίτσα και μια μεγάλη μπίρα! Εκτός από εμάς, γευμάτιζε ένας υπερήλικας λευκός με τη νεότερη Αφρικανή σύζυγο του και τον οδηγό του. Μετά το στομαχικό σοκ μετά από τόσες μέρες πείνας, πρέπει να σκεφτούμε τι θα κάνουμε εδώ πάνω που ήρθαμε. Δυστυχώς ο βορράς δεν αποτελεί μια περιοχή με μεγάλο ενδιαφέρον, εκτός από κάποια εθνικά πάρκα στον απώτερο βορρά που απαιτούν βεβαίως αυτοκίνητο 4Χ4 και περίπλοκες διαδικασίες αδειών και ίσως στρατιωτικής συνοδείας λόγω επιθέσεων της τρομοκρατικής Boko Haram. Μια άλλη λύση θα ήταν να περάσουμε νωρίτερα τα σύνορα με το Τσαντ όπου θα συνεχίζαμε το ταξίδι μας.

Ψάχνοντας σε αρκετές ιστοσελίδες, ανακαλύπτω κάποιες ενδιαφέρουσες φυλές στα βορειοδυτικά, κοντά στο χωριό Poli, προς τα σύνορα με τη Νιγηρία. Για να μη μας ψάχνει λοιπόν η Boko Haram, πάμε να τη βρούμε εμείς. Κάποιοι από το προσωπικό του εστιατορίου μιλούσαν ελάχιστα αγγλικά και ζήτησα τη βοήθειά τους για ανεύρεση αυτοκινήτου. Μια κυρία μου συμβούλεψε πως θα πρέπει να γνωρίζουμε τον οδηγό και δεν είναι σοφό και ασφαλές να ψάχνουμε τυχαία. Ταξιδιωτικά γραφεία δεν υπήρχαν στην πόλη οπότε μας είπε να δοκιμάσουμε στο σταθμό των λεωφορείων. Πράγματι πήγαμε εκεί και αρχίσαμε να ρωτάμε τους πάντες. Η εξυπηρετικότητα των Αφρικανών όταν μυριστούν προμήθεια είναι άμεση. Έτσι μας έβαλαν σε ένα ταξί και μεταφερθήκαμε σε μικρή απόσταση όπου συγκεντρώθηκαν μερικοί ακόμα καλοθελητές. Μεταξύ αυτών και ένας νεαρός που έγινε κολλιτσίδα, δείχνοντας μου μια κάρτα που τον παρουσιάζει ως ξεναγό τουριστών και υποσχόμενος πως γνωρίζει την περιοχή. Κάποια στιγμή κατέφθασε και ένας οδηγός με ένα… κλασικά παλιό Toyota Corolla. Συμφωνούμε την τιμή για 3 ημέρες (100.000 CFA χωρίς τα καύσιμα) συν τα χρήματα του “ξεναγού”. Οι καλοθελητές ζήτησαν μερίδιο κι εμείς τους παραπέμψαμε στον οδηγό για να τα βρουν μεταξύ τους. Μέχρι να φτάσουμε στο ξενοδοχείο για να πάρουμε τις αποσκευές, ο οδηγός μετάνιωσε και μας εγκατέλειψε. Οι μεσάζοντες που ανέμεναν την αμοιβή, δεν άργησαν να βρουν άλλον οδηγό που κατέφθασε με ένα ακόμα πιο απαρχαιωμένο Corolla. Αφού δώσαμε μια προκαταβολή που κατέληξε στα χέρια των μεσαζόντων, φορτώσαμε τις αποσκευές με την ελπίδα να αναχωρήσουμε για τη μεγάλη διαδρομή. Ως συνήθως, ο χρόνος έχει πλασματική έννοια στην Αφρική, είναι μη προβλέψιμος και η αξία του μηδενική. Έπρεπε να πάμε στο σπίτι του “ξεναγού” για να πάρει ρούχα, αλλά και σε 2-3 υπαίθρια βουλκανιζατέρ για να βρούμε τροχό ρεζέρβας. Μέχρι να βάλουμε καύσιμα και να αγοράσουμε μερικά μπουκάλια νερό, έπεσε η νύχτα και ακόμα δεν είχαμε διανύσει ούτε ένα από τα 220χλμ μέχρι τον προορισμό μας. Μόνο για να βγούμε από την πόλη, έπρεπε για μεγάλη απόσταση να διασχίσουμε άθλιο χωματόδρομο, αλλά η άσφαλτος που ακολουθούσε ήταν ακόμα χειρότερη, με συνεχείς βαθιές λακκούβες που περιόριζαν την ταχύτητά μας στα 20 χλμ/ώρα. Φυσικά οι ελπίδες να φτάσουμε κάπου εξανεμίστηκαν και η απογοήτευση κυριάρχησε των κινδύνων του να ταξιδεύεις βράδυ στην Αφρική και μάλιστα σε επικίνδυνη περιοχή. Δεν καταφέραμε να διανύσουμε ούτε τη μισή απόσταση στο τμήμα του δρόμου που θεωρείται κεντρική αρτηρία με τον απώτερο βορρά της χώρας και έπρεπε να βρούμε τόπο διανυκτέρευσης. Αναθαρρήσαμε όταν μάθαμε πως στο σημείο εκείνο υπήρχε ένα auberge, δηλαδή πανδοχείο για οδηγούς φορτηγών. Αυτό που αντικρίσαμε μέσα στο μαύρο σκοτάδι ήταν ένα δωμάτιο γεμάτο ανθρώπους που κοιμούνταν στο πάτωμα. Αρνηθήκαμε να μείνουμε εκεί και προτείναμε να ψάξουμε κάποιο άλλο που να διαθέτει κρεβάτια ειδάλλως η έσχατη λύση θα ήταν να κοιμηθούμε στο αμάξι. Σε κάποια απόσταση υπήρχε ένα ακόμα που διέθετε κρεβάτια και ήταν η τελευταία μας ελπίδα. Όμως ήταν κατασκότεινο και κανείς δεν άνοιγε την πόρτα. Πέρασε περίπου μισή ώρα μέχρι να ανακαλύψουμε ένα μικρό σπιτάκι πιο πίσω και να ξυπνήσουμε μια οικογένεια που δεν έδειχνε πρόθυμη να διακόψει τον ύπνο της. Ένα παιδί 6-7 ετών μας άνοιξε τα σκονισμένα δωμάτια-φυλακές που διέθεταν υποτυπώδη μονά κρεβάτια. Φυσικά δεν είχε ηλεκτρικό ρεύμα και νερό παρά μόνο αυτές τις βρομερές πλαστικές τσαγιέρες με τις οποίες οι άνθρωποι στη Δυτική Αφρική πλένουν τα χέρια, το πρόσωπο και τις ευαίσθητες περιοχές, ευτυχώς όμως η ασιτία αναβάλλει για πολλές μέρες τις εντερικές λειτουργίες. Ανάψαμε φακούς για να στρώσουμε τους υπνόσακους . Το πρωί με ξύπνησε ένας αρουραίος που βγήκε από το τρύπιο ταβάνι και έκοβε βόλτες πάνω σε ένα κουρτινόξυλο. Το θεώρησα αγένεια εκ μέρους του και τον έδιωξα ενημερώνοντας ότι έχω φάει κάποιον συγγενή του. Ξεκινάμε πάλι το μαρτυρικό δρόμο αλλά δεν έχουμε ιδέα για την κατάσταση που μας περιμένει. Μερικές μπανάνες που αγοράζουμε στο δρόμο και μια πολτοποιημένη μπάρα δημητριακών θα είναι για άλλη μια μέρα το φαγητό μας. Τα 100 χιλιόμετρα διαδρομής που υπολείπονταν, απλά δεν ήταν δρόμος. Επρόκειτο για ένα νεροφαγωμένο, γεμάτο ποταμίσιες πέτρες μονοπάτι που ήταν αδιανόητο να διασχίσει ένα συμβατικό αυτοκίνητο σαν το δικό μας, ακόμα και τετρακίνητο θα δυσκολευόταν. Σε πολλά αδιάβατα σημεία έπρεπε να χτίζουμε με πέτρες τα σημεία πέδησης του οχήματος το οποίο χτύπαγε συνεχώς πάνω σε πέτρες και αναχώματα, έπρεπε να περνά μέσα από ποτάμια μιας και οι περισσότερες γέφυρες ήταν πεσμένες. Το χώμα εδώ ήταν υπόλευκο, έτσι για ποικιλία και τα ρουθούνια μας δημιουργούσαν στα χαρτομάντιλα, αφηρημένα έργα μιας διαφορετικής τεχνοτροπίας. Ο οδηγός έβριζε συνεχώς, μετανιωμένος για την απόφασή του, σε έναν δρόμο που προφανώς δε γνώριζε. Τελικά αργά το μεσημέρι φτάνουμε στο Poli, έναν ξεχασμένο οικισμό στο πουθενά με σχολείο και κοινοτικό κτίριο. Στην περιοχή ζουν οι Mbororo ή αλλιώς Wodaabe, μια υποομάδα της φυλής των Fulani που συναντάται σε όλη την υποσαχάρια περιοχή του Sahel, από το Μάλι μέχρι το Σουδάν. Υιοθετούν μια φιλελεύθερη εκδοχή του Ισλαμισμού και έχουν ιδιαίτερα εξωτερικά χαρακτηριστικά, με πρόσωπα κεντημένα με τατουάζ και πολύχρωμα ρούχα οι γυναίκες. Στην άνυδρη περιοχή αυτή ζουν ως νομάδες ή σε μικρές καλύβες, διατηρώντας κοπάδια με μακρυκέρατα βοοειδή zebu. Είναι άνθρωποι πολύ φιλικοί, φιλόξενοι και αρκετά ντροπαλοί. Κάποια από τα νεαρά κορίτσια ήταν πιο άνετα στο φωτογραφικό φακό από άλλα, κατασκεύαζαν μικρά μπιζού από χρωματιστές χάντρες ενώ τα αγόρια έπλαθαν από λάσπη αγαλματάκια zebu. Δώσαμε τετράδια και μαρκαδόρους στα παιδιά.

Όμως εμείς αναζητούσαμε κι άλλες, σπανιότερες φυλές, ειδικά κάποιες πρωτόγονες ημίγυμνες κοινότητες. Μας ενημέρωσαν όμως πως η φυλή των Koma που αναζητούσαμε, δε βρίσκονταν εκεί αλλά πολύ πιο μακριά, στο χωριό Tchamba. Ανοίγω το gps και μελετώντας το χάρτη με πιάνει απόγνωση. Μια απόσταση τουλάχιστον 110χλμ στον ίδιο, αφόρητα κακό δρόμο. Φυσικά ο οδηγός αρνήθηκε να συμπεριλάβει στη συμφωνία μας τη μετάβαση εκεί και είχε δίκιο. Παραδόξως, ζήτησε μόνο 10.000 CFA (€15) επιπλέον και βέβαια δεχτήκαμε. Μου έδωσε να οδηγήσω το αυτοκίνητο για να τον ξεκουράσω, και ομολογουμένως το πήγαινα πολύ πιο γρήγορα από αυτόν και πιο ομαλά. Τελικά μετά από λίγο προτίμησε να συνεχίσει ο ίδιος.
Λίγο έξω από το Poli και αφού “χτίσαμε” μια γέφυρα που είχε υποχωρήσει για να περάσουμε, μας σταματάει φυλάκιο της αστυνομίας στη μέση του πουθενά. Τρεις πιτσιρικάδες με φόρμες και μια ευτραφής κυρία με χακί παντελόνι και σαγιονάρες, δεν έμοιαζαν καθόλου με αστυνομικούς αλλά αρνούνταν να μας επιτρέψουν τη διέλευση, ισχυριζόμενοι πως δεν είναι ασφαλής η περιοχή και θα έπρεπε να έχουμε στρατιωτική συνοδεία. Μετά από τόση ταλαιπωρία δεν υπήρχε περίπτωση να γυρίσουμε πίσω και χρησιμοποιήσαμε κάθε μέσο για να τα καταφέρουμε, από διαβεβαιώσεις περί δικής μας ευθύνης σε ενδεχόμενο συμβάν, μέχρι υποτιθέμενα τηλεφωνήματα σε πρέσβεις και υπουργούς. Η κυρία έκανε κι εκείνη τηλεφωνήματα σε κάποιον ανώτερό της, η συνεννόηση είχε χαθεί στη μετάφραση μιας και ο “ξεναγός” δεν είχε ιδιαίτερες διαπραγματευτικές ικανότητες. Πολύτιμος χρόνος χάθηκε για ακόμα μια φορά μέχρι να μας ξεφουρνίσουν διακριτικά ότι η κυρία ήθελε φιλοδώρημα. Ήταν αρχή μας να μη χρηματίσουμε κανέναν υπάλληλο του κράτους στο ταξίδι αυτό και να επιμείνουμε, όμως οι συνθήκες εδώ ήταν όλες εναντίον μας και το αντίτιμο αστείο (1500CFA – €2). Η κυρία τσέπωσε κρυφά τα λεφτά και της γυάλισε το ορειβατικό παντελόνι του Π. που της ταίριαζε για uniform. Εκτός του ότι επ’ ουδενί δε θα ξεβρακωνόμασταν, θα ήταν και αδύνατο να χωρέσει ο κώλος της μέσα σε αυτό. Φεύγουμε αγανακτισμένοι για την καθυστέρηση, με μια τεράστια και δύσκολη διαδρομή μπροστά μας, που μάλιστα γίνεται κάνοντας κύκλο μιας και η πιο σύντομη ευθεία -όπως επιβεβαιώνω και στο χάρτη- διακόπτεται από ένα ποτάμι. Στη διαδρομή συναντούμε αρκετούς οικισμούς Mbororo με μικρά τζαμιά, ποτάμια με πεσμένες γέφυρες και τις παρυφές του εθνικού πάρκου Faro, με αρκετές αντιλόπες και χιμπατζήδες μέσα σε ένα ξερό αυτή την εποχή και -σε πολλά σημεία- πρόσφατα καμένο δάσος, μια τακτική των ντόπιων για λόγους που δεν κατανόησα. Ένα ακόμα σημείο ελέγχου της αστυνομίας υπήρχε στο σημείο εισόδου του εθνικού πάρκου, επίσημο αυτή τη φορά, με κανονικό κτίριο, σημαίες και χωρίς οικονομικές απαιτήσεις. Ένα διερχόμενο ημιφορτηγό, φορτωμένο μέχρι το Θεό με μπιτόνια καυσίμων από τη Νιγηρία πουλούσε σε τιμή ευκαιρίας κι εμείς εκμεταλλευτήκαμε την προσφορά. Συνεχίζουμε τον ατελείωτο δρόμο, το στίγμα δείχνει ότι κοντεύουμε, φτάνουμε και στο μεγάλο ποτάμι. Μια μεγάλη σύγχρονη γέφυρα συνδέει τη μία πλευρά με την άλλη παρ’ ότι δεν υπάρχει ουσιαστικά δρόμος σε καμία κατεύθυνση. Άλλωστε χωρίς την ύπαρξη της γέφυρας θα ήταν αδιάβατο το σημείο. Μικρά παιδιά μαζεύτηκαν γύρω μας σε ένα ενθουσιώδες παραλήρημα στο όμορφο αυτό σκηνικό με φόντο τον ποταμό στα φώτα το δειλινού. Μετά τη γέφυρα άρχισαν πάλι οι εκτός δρόμου περιπέτειες, το αμάξι πάσχιζε να ανέβει αναχώματα και χτυπούσε συνεχώς το σασί του σε πέτρες, επιβεβαιώνοντας την αντοχή των Toyota. Κάθε τρεις και λίγο κατεβαίναμε για να ελαφρώσουμε το βάρος έως ότου ο οδηγός απηύδησε και αποφάσισε να τερματίσει τη διαδρομή στη μέση του πουθενά. Είχε μεν δίκιο αλλά απ’ την άλλη έπρεπε να τηρήσει τη συμφωνία. Ήταν τόσο νευριασμένος που δεν είπαμε κουβέντα, φορτωθήκαμε τις βαριές αποσκευές και αρχίσαμε να βαδίζουμε προς το Tchamba που απείχε 9χλμ και βέβαια δε θα φτάναμε ποτέ πεζή, αλλά υπήρχε μια ελπίδα να περάσει κάποια μοτοσικλέτα. Τελικά καταφέραμε να μεταπείσουμε τον οδηγό λέγοντάς του πως απέχουμε μόλις 4χλμ.

Το Tchamba είναι μια αποκομμένο ακριτικό χωριό, προσεγγίσιμο κυρίως από τη Νιγηρία και λιγότερο από το Καμερούν. Ο ηλεκτρισμός δεν έχει φτάσει ακόμα εδώ, όμως εναερίτες εργάζονταν για το σκοπό αυτό και υπερήφανοι μας δήλωσαν πως θα ολοκληρωθεί σε μερικούς μήνες. Καθώς σουρουπώνει ντύνοντας με μαβιά χρώματα τον οικισμό με τα τεράστια δέντρα baobab, ο μουεζίνης καλεί από το τζαμί τους πιστούς για προσευχή και τα μικρά παιδιά γεμίζουν μπιτόνια με νερό στην κεντρική ποδοκίνητη αντλία του χωριού, δημιουργείται ένα εναλλακτικά ρομαντικό σκηνικό, σε αυτή την απομονωμένη εσχατιά του πλανήτη. Εμείς αναζητούμε κατάλυμα και ευτυχώς υπάρχει το σπίτι του Lamido, του άρχοντα της περιοχής που απουσιάζει αλλά διαθέτει δυο δωμάτια με ένα απλό κρεβάτι. Η κεντρική αντλία θα απαλλάξει το κεφάλι μας από το χώμα αλλά για το υπόλοιπο σώμα θα αρκεστούμε για μια ακόμα μέρα σε υγρά μαντιλάκια. Μας κάλεσαν σε ένα οίκημα για να φάμε επιτέλους και μάλιστα έφεραν ειδικά για εμάς, καθίσματα. Το φαγητό περιλάμβανε ρύζι, τραγανό, γαρνιρισμένο με χώμα και κρέας γεμάτο λίπος. Ξεδίψασα και αποκατέστησα τη χαμένη ενέργεια πίνοντας αρκετό τσάι, παραδοσιακά με πλεόνασμα ζάχαρης. Η χρέωση του “δείπνου” ήταν αδικαιολόγητη, όπως και του καταλύματος και είναι λάθος να πιστεύεις σε διάθεση φιλοξενίας από τη στιγμή που έχεις λευκό δέρμα, πράγμα στερεοτυπικά συνυφασμένο γι’ αυτούς με πλούτο. Το χωρίο έχει λίγα μικρά μαγαζάκια, το ένα εκ των οποίων ήταν υποτυπώδες παντοπωλείο που μπορείς να προμηθευτείς το πανταχού παρόν διάσημο αναψυκτικό, ιδανικό για πρόληψη στομαχικών διαταραχών που ευτυχώς ποτέ δεν έχω. Τα υπόλοιπα τρία μαγαζάκια πωλούν ηλεκτρισμό για φόρτιση των κινητών που έχουν όλοι. Θα φορτίσουμε κι εμείς και πριν πάμε για ύπνο θα περιηγηθούμε στα δρομάκια του χωριού, κάτω από τα baobab όπου ξαπλωμένοι σε χαλιά πίνουν το τσάι τους οι ντόπιοι συμμετέχοντας στην κοινωνική ζωή.


Η φυλή Koma

Το ξημέρωμα κινήσαμε για τα χωριά της φυλής Koma μαζί με έναν ντόπιο οδηγό και γνωστή της γλώσσας, διανύοντας λίγα χιλιόμετρα με το αυτοκίνητο και πεζοπορώντας μερικά ακόμα σε μια ξερή σαβάνα με διάσπαρτες καλύβες και μέχρι τους πρόποδες της οροσειράς Atlantica που αποτελεί το φυσικό σύνορο με τη Νιγηρία. Φτάνοντας στον πρώτο οικισμό με λίγες καλύβες που ήταν και ο πιο προσεγγίσιμος στο δεδομένο χρόνο μας, συναντήσαμε μόνο τον αρχηγό της φυλής, ντυμένο μόνο με ένα τσουβάλι σε μορφή φούστας και ένα είδος μπερέ στο κεφάλι. Μας υποδέχτηκε εγκάρδια και μας ενημέρωσε πως οι υπόλοιποι κάτοικοι απουσιάζουν σε μια ετήσια γιορτή των χωριών. Αυτό ήταν μεγάλη ατυχία που θα μπορούσε όμως να μετατραπεί σε τύχη αν καταφέρναμε να παρευρεθούμε στη γιορτή. Ο αρχηγός συμφώνησε να μας οδηγήσει εκεί. Αφού πεζοπορήσαμε για ένα 30λεπτο, ο αρχηγός σταμάτησε για να προσευχηθεί στην ιερή πέτρα. Ακολουθήσαμε κι εμείς το τελετουργικό και οι οιωνοί φάνηκαν θετικοί στον αρχηγό. Όμως, αποφάσισε ότι έπρεπε να γυρίσουμε πίσω, αναμένοντας τους υπόλοιπους να επιστρέψουν το απόγευμα. Η απόγνωσή μας κορυφώθηκε, τόσος κόπος και έξοδα για να φτάσουμε μέχρι εδώ χωρίς να καταφέρουμε το σκοπό μας! Προσπαθούσαμε για πολλή ώρα να διαπραγματευτούμε ή έστω να κατανοήσουμε τους λόγους. Ο αρχηγός ήταν αμετανόητος και αποχώρησε. Εγώ και ο συνταξιδιώτης μου αποφασίσαμε να προχωρήσουμε μόνοι μας στην άγνωστη περιοχή. Ο τοπικός οδηγός τρομοκρατήθηκε, προσπαθώντας για πολλή ώρα να μας μεταπείσει εγείροντας πολλούς κινδύνους όπως το να χαθούμε, να μας απαγάγει η Boko Haram, να δημιουργηθεί πρόβλημα με τη φυλή ή την αστυνομία. Τίποτα δε μπορούσε να μας αλλάξει την απόφαση, ούτε οι τοπικοί Θεοί, του ζητήσαμε έστω να μας δείξει το μονοπάτι. Συνεχίσαμε μόνοι για κάποιες ώρες, χωρίς να είμαστε προετοιμασμένοι για μακρά πεζοπορία στα βουνά. Κουβαλούσα ένα σακίδιο πλάτης που ζύγιζε πάνω από 10 κιλά, μεταφέροντας περιττό φωτογραφικό εξοπλισμό και άλλα άχρηστα αντικείμενα. Ο καθένας μας είχε από μισό μπουκάλι με νερό που φάνηκε ανεπαρκές πολύ σύντομα κάτω από τον ανελέητο αφρικανικό ήλιο. Σε κάποιο σημείο διασχίσαμε ένα ποτάμι με λιγοστό νερό που δρόσισε το κεφάλι μας αλλά δεν ήταν ασφαλές βέβαια για να το πιούμε. Με μεγάλη οικονομία δροσίζαμε τα χείλη μας με το λιγοστό πόσιμο νερό και τρώγαμε τσίχλες για να περιορίσουμε τη δίψα. Μετά το ποτάμι και τη σύντομη ανάπαυση, το μονοπάτι χανόταν. Ένας σκύλος ακουγόταν κάπου αλλά η κατεύθυνση δεν ήταν σαφής λόγω αντίλαλου. Η διαδρομή γινόταν απότομα ανηφορική και ακολουθήσαμε την κατεύθυνση του ποταμού που όμως ήταν γεμάτη με τεράστιους λείους βράχους. Το σακίδιό μου επηρέαζε επικίνδυνα το κέντρο βάρους μου, με τραβούσε πίσω, σε έναν τόπο όπου το ενδεχόμενο ατύχημα μπορεί να απειλήσει την ίδια τη ζωή. Σε κάποια βρεγμένα σημεία γλιστρούσα σερνόμενος μπρούμυτα στο βράχο, ευτυχώς χωρίς συνέπειες. Η δοκιμασία αυτή εξάντλησε τα αποθέματα δύναμης που σε συνδυασμό με την πείνα και την αφυδάτωση, μετέτρεψαν τη βόλτα σε άσκηση επιβίωσης. Αμφισβητώ τον εαυτό μου,  αναρωτιέμαι γιατί το κάνω όλο αυτό αντί να απολαμβάνω δυτικές ανέσεις και διακοπές ξεκούρασης και αναψυχής όπως ο περισσότερος κόσμος! Απομακρυνθήκαμε από την κοίτη του ποταμού και συνεχίσαμε σε ανηφορικά μονοπάτια μέσα σε ξερό δάσος. Η κούραση, η ζέστη και η αφυδάτωση, αφαιρούσε την προσοχή από τον περιβάλλοντα χώρο και το έδαφος που καλύπτονταν από ξερά φύλλα θα μπορούσε να κρύβει φίδια. Άλλωστε, αν δεν υπάρχουν δηλητηριώδη φίδια στην Αφρική, τότε πού; Σε κάποιο σημείο, για να κόψω δρόμο απομακρύνθηκα από τον συνταξιδιώτη μου και σε ελάχιστο χρόνο, χαθήκαμε! Βρίσκομαι μόνος μου μέσα στο δάσος και τον φωνάζω αλλά δε με ακούει. Χωρίς να το γνωρίζω, είχε πλησιάζει πάλι το ποτάμι και ο θόρυβος κάλυπτε τα καλέσματά μου ενώ ο ίδιος δε σκέφτηκε να κάνει το ίδιο. Η κατάσταση άρχισε να γίνεται σοβαρή. Αναγκάστηκα να σπαταλήσω κι άλλες δυνάμεις επιστρέφοντας πίσω στο ποτάμι. Ξανά σκαρφάλωμα στα βράχια, μέχρι που τελικά βρίσκω τον Π. Είμαστε κοντά στις 5 ώρες άσκοπης περιπέτειας και αποφασίσαμε να προχωρήσουμε για μια ώρα ακόμα, μήπως τελικά βρούμε το χωριό. Ακολουθούμε ένα απότομο μονοπάτι που όμως είχε μερικά σκουπίδια, δείγμα ανθρώπινης παρουσίας. Αυτό είναι καλό σημάδι. Βρίσκουμε και κάποια χαρτονομίσματα, Νιγηριανά, καμένα και σχισμένα. Αυτό είναι κακό σημάδι. Το GPS δείχνει ότι απέχουμε περί τα 4χλμ από τη συνοριακή γραμμή αλλά το μονοπάτι γινόταν όλο και πιο απότομο. Κάποια στιγμή ακούσαμε από μακριά φωνές. Όχι, δεν ήταν η Boko Haram, ούτε είχαμε την τύχη να βρούμε τη φυλή. Ήταν ο τοπικός οδηγός που φώναζε να επιστρέψουμε κι εμείς του φωνάζαμε να έρθει σ εμάς. Όταν έφτασε ήταν σε πολύ ανήσυχη κατάσταση. Το μονοπάτι που βρισκόμασταν, όπως είχαμε καταλάβει κι εμείς, ήταν λαθραίο πέρασμα Νιγηριανών. Αν μας συναντούσαν θα μας παρέδιδαν στη Boko Haram και δε θα μας ξανάβλεπε κανείς, με συνέπεια να δημιουργούνταν διπλωματικό ζήτημα και σοβαρές κυρώσεις και για τον οδηγό, πέραν της ζωής μας.

Απογοητευμένοι πήραμε το δρόμο της επιστροφής. Για καλή μας τύχη και πρωτόγνωρη προνοητικότητα από τους Αφρικανούς φίλους μας, μετά το ποτάμι μας περίμεναν δύο μπουκάλια νερό που μας είχαν ξεμείνει στο αμάξι. Το άδειασα μονορούφι. Πλησιάζοντας στο χωριό, προς μεγάλη μας έκπληξη, ακούσαμε ήχους τυμπάνων και κάποια γιορτή. Τα μέλη της φυλής είχαν επιστρέψει και επιδίδονταν σε εορταστικό δρώμενο. Πόσο ανόητα μάταιο χάσιμο χρόνου και κόπου ήταν αυτό που είχαμε κάνει!
Οι Koma είναι μια από τις τελευταίες, σπάνια αυθεντικές φυλές, που ζουν χωρίς επιρροές εκσυγχρονισμού σε 40 περίπου χωριά στα όρη Atlantica της περιοχής Adamawa, εκατέρωθεν των συνόρων Καμερούν και Νιγηρίας.
Ο οικισμός φιλοξενούσε περί τα 15 άτομα. Οι γυναίκες φορούσαν μια αυτοσχέδια φούστα από φρέσκα φύλλα και ήταν γυμνόστηθες, με μαστούς ισχνούς και κρεμασμένους. Οι λίγοι άνδρες ήταν ντυμένοι με τσουβαλένια λινάτσα ενώ τα παιδιά ήταν γυμνά. Ο αρχηγός και οι υπόλοιποι μας υποδέχτηκαν εγκάρδια, γεμάτοι χαμόγελα, σα να αγνοούσαν την ξεροκεφαλιά μας. Ο αρχηγός μας έβαλε να κάτσουμε δίπλα του με σταυρωμένα πόδια και μας μύησε στο παραδοσιακό τελετουργικό. Μέσα σε μια βρόμικη κολοκύθα απ’ όπου έπιναν όλοι, μας προσέφερε κρασί από γάλα, δηλαδή ένα ξινισμένο ρόφημα γεμάτο χώμα. Θα το πιω αρχηγέ μου το ποτήριον τούτο. Και μη με ξαναρωτήσει κανείς περί εμβολίων. Ο αρχηγός μας ρώτησε τι δουλειά κάνουμε και για απλοποίηση της συνεννόησης δηλώσαμε φωτογράφοι, εκφράζοντας την πρόθεση να δημοσιεύσουμε τις εικόνες, κάνοντας γνωστό τον πολιτισμό τους στη μακρινή Ευρώπη. Χορέψαμε ξέφρενα μαζί τους, μοιραστήκαμε τον ενθουσιασμό του τελετουργικού με τη γλώσσα του σώματος να εκφράζει τη συνένωση δυο τόσο διαφορετικών κόσμων. Τους προσφέραμε τα δώρα που είχε επιλέξει ως χρήσιμα ο τοπικός οδηγός, σαπούνι, που κάθε πλάκα του μοιράστηκε σε μικρότερα κομμάτια και σπίρτα. Δεν κατάλαβα τη χρησιμότητα των τελευταίων, μιας και η γηραιότερη κυρία άναψε φωτιά με πέτρινο τσακμάκι σε 5 δευτερόλεπτα. Ο Π. τους χάρισε ένα βάζο με μέλι που μοιράστηκε στις κολοκύθες όλων και με τα δάχτυλα γέμισαν το στόμα τους απολαμβάνοντας τη γλύκα της πολύτιμης τροφής.


Ικανοποιημένοι, πήραμε το δρόμο της επιστροφής. Λόγω της απρόσμενης καθυστέρησης, αναγκαστικά θυσιάστηκε η επίσκεψη στο εθνικό πάρκο Benoue που άλλωστε δεν πιστεύω ότι θα καταφέρναμε να διασχίσουμε με αυτό τον ακατάλληλο τύπο αυτοκινήτου. Από την ίδια βασανιστική διαδρομή καταφέραμε να φτάσουμε αργά το βράδυ στο Poli. Ένα ακόμα άθλιο κατάλυμα θα μας φιλοξενούσε χωρίς δυνατότητα ντους για μία ακόμα μέρα και ένα ρύζι με σάλτσα και χώμα σε υπαίθριο μαγειρειό υπό το φως του φακού, θα μετρίαζε ελάχιστα τη συνεχιζόμενη ασιτία. Στο auberge που ήταν και το μοναδικό κατάλυμα, διανυκτέρευσαν και δυο μέλη μη κερδοσκοπικής δράσης χρηματοδοτούμενης από την αμερικανική πρεσβεία. Είχαν οργανώσει κάποια εκδήλωση την επόμενη μέρα με μαθητές του χωριού και μια ποδοσφαιρική ομάδα κοριτσιών που υποστήριζαν. Μιας και θέλαμε κι εμείς να παραδώσουμε επιτέλους τη γραφική ύλη που μεταφέραμε τόσες μέρες για τα παιδιά, θεωρήσαμε κατάλληλη την περίσταση. Πράγματι, το πρωί ήταν συγκεντρωμένα πάνω από 100 παιδιά, ποδοσφαιριστές και μαθητές, σε μια αλάνα του χωριού. Οι μη κερδοσκοπικοί φίλοι μας, έστησαν ένα τραπέζι με την αστερόεσσα ως τραπεζομάντιλο και ηχητική εγκατάσταση. Μιας και δεν είχαμε άνεση χρόνου, μοιράσαμε τα τετράδια, τα στυλό, τους μαρκαδόρους στα παιδιά χαρίζοντάς τους -όπως σε κάθε ανάλογη πρωτοβουλία μας- μεγάλη χαρά. Μιας και ο «ξεναγός» μας είχε μιλήσει για ένα ισλαμικό σχολείο του χωριού, κρατήσαμε μερικά πράγματα για να μοιράσουμε κι εκεί. Σε μια μικρή αυλή συνωστίζονταν παιδιά και δασκάλες με ισλαμική περιβολή και κάποιοι μεσήλικες διδάσκαλοι του Κορανίου. Σε αντίθεση με άλλα σχολεία που έχουμε επισκεφτεί σε διάφορες αφρικανικές χώρες, δε μας έδωσαν μεγάλη σημασία ούτε νοιάστηκαν για την επιμέλεια των παιδιών ώστε να μοιράσουμε με τάξη και χωρίς έκτροπα τη γραφική ύλη. Το αποτέλεσμα ήταν οι μαθητές να σπρώχνονται ατάκτως, να δυσκολεύουν το έργο μας και να ασκούν βία μεταξύ τους σα να βρίσκονταν στο δρόμο.

Το Poli μέχρι τον τελικό προορισμό μας που ήταν τα σύνορα με το Chad, απείχαν 470 ολόκληρα χιλιόμετρα μεταξύ τους, συμπεριλαμβανομένου του γνωστού νεροφαγωμένου ανύπαρκτου δρόμου αλλά και της γεμάτης λακκούβες κεντρικής οδού. Παρά το ότι ο χάρτης εμφανίζει συντομότερες διαδρομές, ο οδηγός υποστηρίζει πως η ασφαλής διαδρομή είναι η κυκλική που περνά από τις παρυφές του Ngaoundere. Ο «ξεναγός» προσπαθούσε επανειλημμένα όλες τις προηγούμενες να μας αποσπάσει περισσότερα χρήματα, ισχυριζόμενος ότι οι 3 νύχτες αντιστοιχούσαν σε 4 μέρες. Η υπομονή μας άρχισε να εξαντλείται με την πονηριά του και του εξηγήσαμε σαφώς στο χαρτί πώς μετρώνται τα 24ωρα. Ο οδηγός από την άλλη ήταν κύριος και παρ’ ότι δε μιλούσε αγγλικά, όταν του επιβεβαιώναμε το ποσό της συμφωνίας μείον τις προκαταβολές, ησύχαζε αγνοώντας τον επίμονο ξεναγό. Σε κάποιο σημείο της διαδρομής μας σταματά η αστυνομία που βεβαιώνει παράβαση στον οδηγό λόγω έλλειψης πυροσβεστήρα και τρίγωνου. Παρά τη γελοία αξίωση σε αυτό τη σημείο του πλανήτη όπου οι κανόνες ασφαλείας είναι άγνωστη έννοια, όπου τα δημόσια αυτοκίνητα μεταφέρουν 8 άτομα, προσπαθούμε χαμογελαστοί να κάνουμε δημόσιες σχέσεις με τον γιγαντιαίων διαστάσεων αστυνομικό και ανοίγοντας κουβέντα για την Ελλάδα. Παρά το φόβο του να μας ζητήσουν χρήματα κι εδώ, ο αστυνομικός μεσολάβησε στον ανώτερό του και μας χάρισε το πρόστιμο, ως δείγμα καλής θέλησης προς τους τουρίστες. Ο οδηγός έκανε φιλότιμη προσπάθεια να προλάβουμε τα σύνορα ανοιχτά. Εμείς, όπως όλες τις προηγούμενες, εκθειάζαμε τις οδηγικές του ικανότητες, γεμίζοντάς τον υπερηφάνεια και αγνοώντας τα μύρια εμπόδια της διαδρομής. Παρά τα γκάζια, φτάσαμε στη συνοριακή πόλη Touboro λίγο μετά τις 6 το απόγευμα όπου και πληροφορηθήκαμε πως τα σύνορα είχαν κλείσει από τις 5. Έτσι, θα μείνουμε σε ένα ακόμα ελεεινό auberge χωρίς τρεχούμενο νερό και θα διασκεδάσουμε προπαραμονή πρωτοχρονιάς με παρηγοριά πολλές μπίρες σε τοπικό μπαράκι με πλειοψηφία ανδρών και λίγες κοπέλες που έψαχναν απεγνωσμένα πελάτες. Στις 7 το πρωί περιμέναμε μάταια το δημόσιο αυτοκίνητο που είχαμε συμφωνήσει να έρθει στο “auberge” να μας πάρει. Η διαδικασία μας ήταν γνωστή. Moto-taxi μέχρι το σταθμό, αναμονή μέχρι να γεμίσει το όχημα και στρίμωγμα εγώ και ο Π. στο κάθισμα του συνοδηγού μέχρι τα σύνορα και από εκεί μέχρι το Moundou του Chad, συνολικά 190 χιλιόμετρα βασανισμού σε ένα όχημα που πάθαινες ασφυξία από το καυσαέριο που γέμιζε την καμπίνα, τα μάτια δάκρυζαν κι εγώ έχοντας την τύχη να κάθομαι στην πλευρά του παραθύρου έκανα όλη τη διαδρομή με το κεφάλι έξω. Τα σύνορα ήταν μια ενδιαφέρουσα εμπειρία, με χειρόγραφη καταγραφή των διαβατηρίων σε 3 διαφορετικά δωμάτια, στο ένα ένας νωθρός αστυνομικός, στο δεύτερο δυο πολύ φιλικοί νεαροί με κάποιες γνώσεις για την πατρίδα μου και στο τρίτο ένας αυστηρός κύριος με γυαλιά ηλίου, κελεμπία και κατάλευκο τουρμπάνι τυλιγμένο πολλές φορές στην κεφαλή όπως παραδοσιακά φορούν στη χώρα αυτή. Ένας ακόμα στρατιώτης θα αδειάσει έξω στα χώματα όλο το περιεχόμενο των αποσκευών μας κι εμείς θα προσπαθούμε να κρατήσουμε στην αγκαλιά μας τα λίγα εναπομείναντα καθαρά ρούχα! Καλώς ήρθατε στο Τσαντ. Νέες περιπέτειες μας περιμένουν, νέες εμπειρίες και (τρίτοι) κόσμοι να ανακαλύψουμε…

©Αλέξανδρος Τσούτης

Share this Post



Facebook Comments