Ζιμπάμπουε


🇿🇼

Η Ζιμπάμπουε (πρώην Ροδεσία) είναι μια περίκλειστη χώρα στο νότο της Αφρικανικής ηπείρου. Μέσα από μια ιστορία πολιτικών ταραχών, ο δημοκρατικά εκλεγμένος πρόεδρος Robert Mugabe, πριν από 40 χρόνια έδωσε τέλος στο καθεστώς ολιγαρχίας των λευκών για να επιβάλλει μια… “δημοκρατική δικτατορία” με ευρεία καταπάτηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Τη δεκαετία του 2000 η χώρα άρχισε να οδηγείται σε οικονομική κατάρρευση, ο πληθωρισμός έφτασε στο 2.200.000%, το νόμισμά της μετά από διαδοχικές υποτιμήσεις καταργήθηκε. Το 2017, μετά από  εξεγέρσεις και ένα πραξικόπημα, ο Mugabe απαλλάχθηκε από τα καθήκοντά του και αντικαταστάθηκε στην αρχηγία του κόμματός του.

Όμως η Ζιμπάμπουε, πέραν των προβλημάτων που πλεονάζουν κι εδώ όπως σε κάθε γωνιά της Αφρικής, είναι τόπος που περικλείει ομορφιά σε γενναιόδωρες δόσεις. Ο πλούτος της, αποτελούμενος από μαγευτικά τοπία, το φυσικό θαύμα του καταρράκτη Victoria, παραδοσιακά χωριά, μνημεία παγκόσμιας κληρονομιάς και βέβαια εθνικά πάρκα με άγρια πανίδα μεγάλων θηρευτών, θα αφήσει στον επισκέπτη αλησμόνητες εμπειρίες.


Άνθρωποι

Οι Ζιμπαμπουανοί είναι ένας λαός “μουδιασμένος”. Οι περιπέτειες της χώρας έχουν καταστρέψει σε μεγάλο βαθμό τις επενδύσεις των λευκών και παρά το γεγονός του ότι το καθεστώς του Apartheid έχει λήξει εδώ και καιρό, όπως και στη γειτονική Νότια Αφρική το βιοτικό επίπεδο δεν έχει βελτιωθεί και η ανάπτυξη είναι ανύπαρκτη. Παρά τις ομοιότητες με τη γειτονική χώρα, οι κάτοικοι ως επί το πλείστον είναι φιλήσυχοι, ευγενικοί και δε σε κάνουν να αισθάνεσαι κίνδυνο.


Τόποι

Οι περισσότεροι, επισκέπτονται τη χώρα αυτή αποσπασματικά και συμπληρωματικά ενός ταξιδιού στη γειτονική Ν. Αφρική, για να δουν μόνο τους καταρράκτες. Τα κρυμμένα μυστικά της Ζιμπάμπουε όμως, θα αποζημιώσουν αυτούς που θα ξεφύγουν από την πεπατημένη.
Η πρωτεύουσα Harare είναι μια σύγχρονη, μοντέρνα πόλη με προάστια που μαρτυρούν τον πλούτο της υψηλής τάξης που έρχεται σε αντίθεση με τις κλασικές αφρικανικές παραγκουπόλεις στα περίχωρα. Οι ομορφιά όμως της χώρας αποκαλύπτεται έξω από τις πόλεις. Το εθνικό πάρκο Hwange, με έντονη τροπική βλάστηση που έρχεται σε αντίθεση με το περιβάλλον σαβάνας της υπόλοιπης χώρας, φιλοξενεί μεγάλο αριθμό άγριων ζώων και αποτελεί ένα από τα μεγαλύτερα καταφύγια ελεφάντων στην Αφρική. Δυστυχώς η λαθροθηρία και εδώ είναι μια πικρή πραγματικότητα. Η λίμνη Kariba που δημιουργήθηκε από ένα υδροηλεκτρικό φράγμα, είναι ένας προορισμός που αποτελεί τόπο διακοπών για τους ντόπιους και όπου μπορεί κανείς να παρατηρήσει από κοντά την αφρικανική πανίδα. Το εθνικό πάρκο Mana Pools στις όχθες του Ζαμβέζη που διαχωρίζει τη Ζιμπάμπουε με τη Ζάμπια, ήταν από τα ελάχιστα στην Αφρική όπου μπορούσε κανείς να περιηγηθεί πεζός και ασυνόδευτος, αλλά με δική του ευθύνη και χωρίς να λείπουν μοιραία περιστατικά. (update: ο κανονισμός δυστυχώς άλλαξε το 2015). Και βέβαια τους μεγαλοπρεπείς καταρράκτες Victoria, από τους θεαματικότερους στον κόσμο, που μοιράζεται με τη Zambia. Τέλος, τα ερείπια της Great Zimbabwe, μια μυστηριώδη, πετρόχτιστη μεσαιωνική πολιτεία με ανθρώπινη παρουσία από την προϊστορία.



Περίπατος με τα άγρια θηρία…

Αύγουστος  2014

Περισσότερα...

Στη Χαράρε φτάσαμε με μια κάκιστη πτήση της γνωστής αεροπορικής με έδρα το Dubai, με ένα βρωμικό, απαρχαιωμένο αεροσκάφος του στόλου της και έχοντας την ατυχία να μας δοθούν τα τελευταία καθίσματα που δεν είναι ανακλινόμενα, μπροστά από τις τουαλέτες. Η χώρα βρίσκονταν ακόμα υπό την 35ετή ηγεσία του αμφιλεγόμενου Robert Mugabe και μετά τη χρεοκοπία της και την κατάργηση του εθνικού νομίσματος. Είχαμε μεγάλη περιέργεια να δούμε το σπίτι που νοικιάσαμε σε τιμή κοινού δωματίου, μιας και παρακάμψαμε τις γνωστές ιστοσελίδες καταλυμάτων βρίσκοντας το κατάλυμα στο διαδικτυακό τηλεφωνικό κατάλογο της χώρας. Επρόκειτο για μια διώροφη βίλα με ευρύχωρα δωμάτια, πολυτελή μπάνια και τεράστια, αναπαυτικά κρεβάτια που φιλοξένησε άνετα για δυο μέρες τους 5 συνταξιδιώτες. Η Χαράρε είναι μια πρωτεύουσα που ακολουθεί τα σύγχρονα Νοτιοαφρικανικά πρότυπα, με πολλές γειτονιές της ανώτερης τάξης, με φαρδείς δρόμους κάτω από την ανακουφιστική σκιά δέντρων, με μεγάλα super markets και gourmet εστιατόρια. Φυσικά υπάρχουν και οι φτωχογειτονιές, αλλά όχι στην έκταση των townships της Νοτίου Αφρικής και το επίπεδο ασφαλείας, ένιωσα πως είναι πολύ καλύτερο από τη γειτονική χώρα. 

Το road trip στις 3 χώρες του νότου της Αφρικής, τη Ζιμπάμπουε, τη Ζάμπια και τη Μποτσουάνα ξεκινά. Παραλάβαμε το αυτοκίνητο που θα μετέφερε στοιβαγμένα 5 άτομα και τις ογκώδεις αποσκευές τους τις επόμενες 23 μέρες, ένα σαράβαλο Toyota RAV4 πρώτης γενιάς. Ελλείψει αρχικού πλάνου και με δεδομένο το φτωχό οδικό δίκτυο της χώρας, κινήσαμε προς βορρά χωρίς συγκεκριμένο προορισμό, προσπαθώντας να εξοικειωθούμε με την οδήγηση στην αριστερή λωρίδα. Λίγο πριν φτάσουμε στην πρώτη μας στάση και λίγο μετά από μια συνάντηση με ελέφαντες στην άκρη του δρόμου, ξεπετάχτηκαν από ένα χαντάκι δυο ύπουλοι “θηρευτές” με στολή αστυνομικού και ραντάρ ταχύτητας στα χέρια. Σ’ αυτό τον ξεχασμένο επαρχιακό δρόμο, μας έκαναν “δωράκι” το πρώτο από τα πολλά πρόστιμα οδικών παραβάσεων που θα ακολουθήσουν. Μέχρι το σούρουπο καταφέραμε να φτάσουμε στη λίμνη Kariba. Ενώ είχε πέσει το σκοτάδι στην παραλίμνια περιοχή, αναζητούσαμε στις ερημιές κάποιο κατάλυμα. Ρωτώντας τους ελάχιστους περαστικούς, τελικά οδηγηθήκαμε σε κάποια καλυβάκια με τοίχους από αραιά χτισμένα τούβλα με ενδιάμεσα κενά “εξαερισμού”. Ένα όμορφο ολόλευκο βατραχάκι αναπαυόταν έχοντας άψογο καμουφλάζ πάνω στο μαξιλάρι. Έξω από το παράπηγμα, όλο το βράδυ έκοβαν βόλτες ιπποπόταμοι με θορυβώδη ανάσα και βαρύ περπάτημα. Θα τους καμαρώναμε από ασφαλή απόσταση το πρωί να δροσίζονται μέσα στη μεγάλη τεχνητή λίμνη Kariba. Η απόσταση ασφαλείας βέβαια είναι σχετική όταν αφορά ένα ζώο εκ φύσεως οξύθυμο, γρήγορο στο νερό αλλά και στην ξηρά και υπεύθυνο για πολλές θανατηφόρες επιθέσεις.

Η πορεία μας θα συνεχιστεί πίσω στη διασταύρωση του χωριού Makuti όπου θα πάρουμε προμήθειες για τη διαμονή μας σε συνθήκες ελεύθερου camping στο Εθνικό Πάρκο Mana Pools, τις επόμενες τρεις ημέρες. Ο περιορισμένος χώρος του αυτοκινήτου ήταν γεμάτος από τις αποσκευές μας, το νερό που ήταν απαραίτητο για τους 5 μας κατέλαβε και τα τελευταία κενά σημεία και τα τυποποιημένα τρόφιμα που βρήκαμε να αγοράσουμε ήταν μερικά κρακεράκια και λίγο συσκευασμένο τυρί που βέβαια δεν ελπίζαμε να διατηρηθεί με τόση ζέστη. Το μεγαλύτερο ζήτημα όμως ήταν η αυτονομία καυσίμων του αυτοκινήτου. Το παλιό όχημα με το μικρό ντεπόζιτο, σε συνδυασμό με το βάρος 5 ενηλίκων με αποσκευές, περιόριζαν σημαντικά την κάλυψη αποστάσεων σε αυτές τις ερημιές. Ακόμα και στον κεντρικό δρόμο που  οδηγούσε στα σύνορα με τη Ζάμπια, δεν υπήρχε πρατήριο καυσίμων παρά μόνο στα σύνορα! Αυτό μας ανάγκασε στο να διανύσουμε 40 χιλιόμετρα μέχρι τη συνοριακή πόλη του Chirundu και άλλα 40 για να επιστρέψουμε στην είσοδο του Εθνικού πάρκου. Επιπλέον η ακατανόητη γραφειοκρατία της χώρας μας επέβαλλε ακόμα μια παράκαμψη 15 χιλιομέτρων συνολικά ώστε να καταχωρηθούμε, μιας και το γραφείο παραδόξως δε βρίσκονταν στην πύλη εισόδου, αλλά νοτιότερα. Περνώντας τελικά την σιδερένια μπάρα, πατήσαμε βαθιά το πεντάλ του γκαζιού με ένα κατακόκκινο σύννεφο χώματος να μας ακολουθεί. Στον ορίζοντα της χωμάτινης ευθείας συναντούσαμε συχνά κάποια impalas, αρχικά σαστισμένα και στη συνέχεια τρομαγμένα να διαφεύγουν με τεράστια άλματα. Μετά από 80 περίπου χιλιόμετρα φτάνουμε στο διοικητήριο του πάρκου που ήταν περιμετρικά διακοσμημένο με ογκώδη κρανία και οστά μεγάλων θηλαστικών. Το πάρκο δεν προσφέρει τίποτε στους επισκέπτες παρά μόνο ξύλα για ανάμα φωτιάς. Θα πρέπει να κάνουμε οικονομία στο πόσιμο νερό μας και φυσικά να μείνουμε νηστικοί για 3 ημέρες. Ο προβληματισμός μας με το θέμα των καυσίμων, μας ώθησε να παρακαλέσουμε για κάποια εξυπηρέτηση στο θέμα αυτό. Ίσως κάποιος άλλος επισκέπτης πήγαινε προς τον πολιτισμό τις επόμενες μέρες. Σε κάποιο σημείο βρισκόταν σταθμευμένο ένα ελικόπτερο και κάποια παιδιά των οικογενειών των φυλάκων του πάρκου μας υποδέχτηκαν με ενθουσιασμό. Οι φύλακες μας κατέδειξαν το σημείο που μπορούσαμε να στήσουμε τις σκηνές μας, στην υπερυψωμένη όχθη του Ζαμβέζη που είναι και το φυσικό σύνορο με τη Ζάμπια. Το σημείο όμως εκείνο, είχαν καταλάβει κάποιοι άλλοι ανάγωγοι κατασκηνωτές που αρνούνταν να φύγουν. Μετά από αρκετή ώρα συζητήσεων και με τη συνδρομή των υπευθύνων κατάλαβαν ότι είχε λήξει η διαμονή τους. Εγώ όμως ήμουν απορροφημένος με μια μητέρα ελέφαντα και το μωρό της που επέλεξαν αυτό το σημείο της όχθης για να ξεδιψάσουν. Η μαμά ήταν ήρεμη, όμως όταν πλησίαζα πέραν κάποιο ορίου η συμπεριφορά της γινόταν εμφανώς νευρική. Το Εθνικό Πάρκο Mana Pools ήταν την εποχή εκείνη το μοναδικό στη Αφρική όπου επιτρέπονταν πεζοπορίες χωρίς συνοδεία, με ατομική ευθύνη όμως των επισκεπτών. Κάποια θανατηφόρα περιστατικά όπως ανάγκασαν σε αλλαγή της πολιτικής αυτής το 2015. Η αλήθεια είναι πως δεν είδαμε κανέναν άλλο να περπατά στη σαβάνα με τα άγρια θηρία. Οι ελάχιστοι επισκέπτες του απομονωμένου εθνικού πάρκου, ήταν νοτιοαφρικανοί με μεγάλα οχήματα 4X4 και σκηνές οροφής. Κάποιοι είχαν προσλάβει ένοπλους rangers. Εμείς, εκμεταλλευόμενοι τους χαλαρούς κανόνες, παρατούσαμε το αμάξι σε διάφορα σημεία και απομακρυνόμασταν μέχρι και 6 χιλιόμετρα πεζοί, ψάχνοντας για τα λιοντάρια που εθεάθησαν μια μέρα πριν να καταβροχθίζουν ένα ελεφαντάκι. Ευτυχώς δεν τα βρήκαμε. Με επιφύλαξη κοιτάζαμε πίσω από τους θάμνους μήπως ξεκουράζεται κάποια αγέλη, σε μια από τις πιο επιπόλαιες ταξιδιωτικές μου στιγμές. Ανταγωνιζόμασταν επάξια τις αντιλόπες ως μενού για τα λιοντάρια και προσπαθούσαμε να βαδίζουμε σε στενό σχηματισμό ομάδας για να έχουμε ίσως αποτρεπτικά μεγάλη μάζα. Εκτός από τις αμέτρητες αντιλόπες, υπήρχε μεγάλος αριθμός ελεφάντων, μεγάλων σαρκοφάγων πτηνών, ιπποποτάμων και κροκοδείλων στις παραποτάμιες περιοχές και ένα κοπάδι βουβάλων που είναι από τα πλέον οξύθυμα και επικίνδυνα ζώα. Όλα αυτά πεζοί, πρόσωπο με πρόσωπο. Σε κάποιο σημείο ο ένας από τους συνταξιδιώτες μου, έμεινε πίσω, κοντά στο αυτοκίνητο και δίπλα στην όχθη του Ζαμβέζη. Λόγω λάθους συνεννόησης πιστεύαμε πως θα παραμείνει εκεί, όμως αυτός ακολουθούσε μόνος του με συνέπεια να αγχωθεί, να γλιστρήσει σε ένα ρυάκι και να γρατζουνίσει άσχημα το πόδι του. Μας έφτασε σχεδόν κλαμένος, αποδίδοντάς μας ευθύνες και δίνοντας υπερβολικές διαστάσεις στο γεγονός της οσμής του αίματος που θα προσέλκυε θηρευτές. Τον καθησυχάσαμε διαβεβαιώνοντάς τον πως οι κοπέλες της παρέας ήταν αδιάθετες και θα έτρωγαν εκείνες τα θηρία. Το απόγευμα επιστρέψαμε, συναντώντας κοπάδια ελεφάντων κοντά στο σημείο κατασκήνωσης και περιμένοντας τους να μετακινηθούν μιας και εμπόδιζαν τα περάσματα. Πριν πέσει το σκοτάδι στήσαμε τις σκηνές, και ο ήλιος έδυσε “βάζοντας φωτιά’ στα νερά του Ζαμβέζη.

Η σκηνή μου ήταν η μικρότερη και φτηνότερη σκηνή που μπορούσα να προμηθευτώ. Ένα κομματάκι νάιλον από το γνωστό κατάστημα, με μοναδικό κριτήριο να χωράει μέσα στο σάκο μου. Ανάψαμε φωτιά, δειπνήσαμε μερικά μπισκότα και όλο το τυρί, προσέχοντας να μην αφήσουμε ανοιχτή καμία πόρτα ή παράθυρο του αυτοκινήτου γιατί οι μαϊμούδες καραδοκούσαν. Χρησιμοποιήσαμε τις τουαλέτες που υπήρχαν, μιας και το βράδυ δεν επιτρεπόταν να βγει κανείς από τη σκηνή. Τα μεγάλα ζώα αντιλαμβάνονται μόνο τον όγκο της και θεωρητικά είσαι ασφαλής μέσα σε αυτήν, φυσικά δεν πρέπει να έχεις κανένα τρόφιμο εκεί. Κάποια στιγμή μέσα στο σκοτάδι, είδαμε να λαμπυρίζουν τα μάτια ζώων, όπως στις ταινίες. Ρίξαμε το φακό επάνω τους για να διαπιστώσουμε ότι επρόκειτο για ένα κοπάδι ύαινες. Στη συνέχεια της βραδιάς θα τις είχαμε μόνιμους επισκέπτες. Από το παράθυρο της σκηνής τις έβλεπα να αγνοούν τη φωτιά περιτριγυρίζοντάς την. Κάθε λίγο και λιγάκι έρχονταν στο παράθυρο για να κοιτάξουν με περιέργεια μέσα. Δεν είναι καθόλου ευχάριστο το να προσπαθείς να κοιμηθείς στο άβολο, σκληρό χώμα και κάθε ένα λεπτό να τρομάζεις από την ασχημόφατσα του αρπακτικού με τα ισχυρότερα σαγόνια μεταξύ των ζώων της ξηράς. Κάθε φορά έδιωχνα και μία με ένα επιφώνημα “ξουτ” και η αλήθεια είναι πως μεμονωμένα είναι θρασύδειλα ζώα. Όμως η επιμονή τους και η αγέλη με έκανε να ανησυχώ και να μαζεύω τα άκρα μου μακριά από τα άκρα της σκηνής. 

Οι νοτιοαφρικανοί “γείτονες” είχαν κάνει barbeque προηγουμένως και τα σαρκοβόρα καταπιάνονταν στο να σπάνε κόκαλα όλο το βράδυ πίσω από το προσκέφαλό μου. Δεν μπορώ να πω ότι απόλαυσα ύπνο. Απόλαυσα όμως την πιο συνταρακτική ηχητικά βραδιά, με γρυλίσματα, ουρλιαχτά, βρυχηθμούς και κρωξίματα από όλο το ζωικό βασίλειο. Είμαι σχεδόν σίγουρος πως άκουσα και τα λιοντάρια να τιμούν το δείπνο των “γειτόνων”.  

Λίγο μετά το χάραμα, η ζέστη μας αναγκάζει να βγούμε από τις σκηνές και να τεντώσουμε το σκελετό μας που τρίζει. Το πρωινό μας αποτελείται από… τι άλλο? Μπισκότα. Α, και μικρό κουτάκι σοκολατούχο γάλα. Μη με κοιτάς μαϊμού. Θα παλέψω με νύχια και δόντια για το ελάχιστο φαγητό και νερό που δικαιούμαι. Το τελευταίο άρχισε να λιγοστεύει. Για καλή μας τύχη όμως, κατέφθασε βενζίνη! Θα μου πείτε, η βενζίνη δεν πίνεται. Όμως το Toyota διψούσε πιο πολύ από εμάς και αν θα θέλαμε να εξερευνήσουμε περαιτέρω το πάρκο και να καταφέρουμε και να φύγουμε από αυτό, θα έπρεπε να το κεράσουμε. Επιπλέον, το σαραβαλάκι άρχισε σιγά σιγά να παραδίδει πνεύμα, αρχής γενομένης από την εξάτμιση που στερεώσαμε με ένα σύρμα. Στις ερημιές αυτές δε θα ήταν καθόλου καλό να μας μείνει το αμάξι, ούτε βέβαια σε όσες θα ακολουθήσουν. Η μέρα συνεχίστηκε ομοίως με την προηγούμενη, με τη διαφορά ότι είχαμε ξεθαρρέψει υπερβολικά και κινούμασταν πεζοί και άνετοι στη σαβάνα, λες και ήμασταν στο χωριό μας. Εδώ συνέβη και η πιο επικίνδυνη ταξιδιωτική μου εμπειρία, παρ’ ολίγον και η τελευταία μου. Το αμάξι ήταν σταθμευμένο ευτυχώς σε μικρή απόσταση, τα κλειδιά στη μηχανή και ο συνταξιδιώτης με τις φοβίες κοντά στη θέση του οδηγού. Χωρίς τις δικές του φοβίες λοιπόν, ίσως η ιστορία αυτή να γινόταν γνωστή στον επικήδειό μου. Μεγάλα κοπάδια ελεφάντων έβοσκαν στην περιοχή κι εγώ ηληθιωδώς πλησίασα σε απόσταση αναπνοής έναν τεράστιο αρσενικό για ένα φωτογραφικό ενσταντανέ. Εκείνος αντέδρασε με μια προειδοποίηση τινάζοντας τα αυτιά, την οποία εγώ αγνόησα πλησιάζοντας ακόμα περισσότερο. Δεύτερη προειδοποίηση δεν υπήρξε, το γιγαντιαίο ζώο εξοργίστηκε, έβγαλε μια κραυγή και άρχισε να κινείται απειλητικά προς το μέρος μου. Ακούω πίσω μου τους συνταξιδιώτες μου να φωνάζουν “ΤΡΕΧΑ!”. Εγώ ήμουν ψύχραιμος, ίσως υποτιμώντας τον κίνδυνο. Άρχισα να οπισθοχωρώ αρχικά ομαλά για να μην προκαλέσω περισσότερο το ζώο, αλλά στη συνέχεια άρχισα να τρέχω και ο ελέφαντας να με καταδιώκει. Ευτυχώς δεν απείχα πολύ, μπήκα όπως-όπως στο αμάξι που ξεκίνησε με μεγάλη ταχύτητα ξεφεύγοντας παρά τρίχα απ’ το θηρίο. Κινούμασταν με 60 χλμ/ω σε κακοτράχαλο έδαφος και ο ελέφαντας μας κυνηγούσε επίμονα για περίπου 5 λεπτά. Ως εκ θαύματος δε γίναμε χαλκομανία εμείς και το όχημα. Συνεχίσαμε παρ’ όλα αυτά τις πεζοπορίες μας, με μεγαλύτερη επιφύλαξη αυτή τη φορά. Μάλιστα κάποια στιγμή υπήρχαν τόσοι ελέφαντες στο τοπίο, που το αμάξι ήταν εγκλωβισμένο ανάμεσά τους, εμείς μακριά από αυτό αδυνατούσαμε να πλησιάσουμε και κινούμασταν κρυμμένοι απ’ το ένα δέντρο στο άλλο.

Φεύγοντας από το Mana Pools, θέσαμε ως επόμενο προορισμό τους μεγαλειώδεις καταρράκτες Victoria. Όμως η διαδρομή από τη βόρεια Ζιμπάμπουε στη δυτική δεν ήταν καθόλου απλή υπόθεση και απαιτούσε μεγάλο κύκλο και επιστροφή στη Harare. Ο χάρτης έδειχνε πολύ συντομότερη τη διαδρομή μέσω Ζάμπιας, όπως και τελικά αποφασίστηκε. Έτσι φτάσαμε και πάλι στο Chirundu όπου αναγκαστήκαμε να πληρώσουμε άλλη μια βίζα, όμως δεν υποκύψαμε στο “λάδωμα” για να περάσουμε τα γραφειοκρατικά κολλήματα των τελωνών και των διεκπεραιωτών. Πρέπει να είναι κανείς οπλισμένος με υπομονή, επιμονή και άνεση χρόνου όταν έχει κανείς να περάσει όχημα από αφρικανικά σύνορα. Ο συνοριακός υπάλληλος προφασίστηκε διάφορες ελλείψεις στα χαρτιά του αυτοκινήτου, παρ’ όλο που ο ενοικιαστής μας είχε διαβεβαιώσει ότι επέτρεπαν το πέρασμα σε διπλανές χώρες. Υπό τους τυπικούς αφρικανικούς ρυθμούς, μετά λίγες ώρες πατήσαμε το έδαφος της Ζάμπια 

 

Μέρος 40

Μετά το road trip στη Ζάμπια και τη Μποτσουάνα μπαίνουμε και πάλι στη Ζιμπάμπουε, πληρώνοντας καινούρια visa. Η γραφειοκρατία ήταν λιγότερη αλλά η καθυστέρηση και πάλι αρκετή. Στα πρώτα κιόλας χιλιόμετρα μας σταματά και πάλι η αστυνομία. Αυτή τη φορά έψαχναν να βρουν το παραμικρό ελάττωμα στο αυτοκίνητο. Και βρήκαν… την εξάτμιση που είχαμε δέσει με σύρμα για να μην την αφήσουμε αναμνηστικό σε κάποια ερημιά. Ήθελαν λοιπόν να μας δώσουν πρόστιμο γι’ αυτό. Φυσικά αντιδράσαμε αλλά με ευγένεια και τους είπαμε πως το σύρμα είναι προληπτικό μέσο και η εξάτμιση είναι σε άριστη κατάσταση. Έτσι αναγκάστηκαν να μας τη χαρίσουν. Φτάνουμε στην πόλη Bulawayo. Μια αρκετά αδιάφορη πόλη με φαρδείς δρόμους και βιομηχανίες, αλλά και με εστιατόρια που προσέφεραν φαγητό, κυρίως fast food. Δεν υπήρχε νόημα να μείνουμε περισσότερο εδώ κι έτσι συνεχίσαμε ανατολικά για Masvingo. Μας σταματάει και πάλι η αστυνομία. Αυτή τη φορά ήθελαν να μας δώσουν κλήση επειδή οι πίσω επιβάτες δε φορούσαν ζώνη. Τη στιγμή εκείνη περνούσε ένα αγροτικό pick up με μικρά παιδιά στην καρότσα, χωρίς καμία ασφάλεια βέβαια. Γίνομαι έξαλλος, αρχίζω να ωρύομαι και να κατηγορώ τον αστυνομικό για ρατσιστικές διακρίσεις, ενώ έβγαζα φωτογραφίες από την κατάσταση αγνοώντας τις απαγορεύσεις του. Του είπα ότι δε δεχόμαστε το πρόστιμο και θα πάμε να το επιλύσουμε στο διοικητή του, στο αστυνομικό τμήμα. Εκείνος αφού μίλησε στο τηλέφωνο με το διοικητή και ανέφερε στη γλώσσα του τον “φασαριόζο με τη μαύρη μπλούζα που φωτογράφιζε”, συμφώνησε και πρότεινε να πάμε μαζί. Το αμάξι βέβαια δε χωρούσε 6ο επιβάτη όποτε τον αποχαιρετήσαμε και πήγαμε μόνοι μας. Ο διοικητής έμεινε έκπληκτος που τελικά πήγαμε, ενώ θα μπορούσαμε να έχουμε “δραπετεύσει”. Του είπαμε ότι ακολουθούμε τους νόμους και δεν δεχόμαστε άνιση αντιμετώπιση. Ήταν ευγενέστατος και συγκαταβατικός, συζητήσαμε αρκετή ώρα για διάφορα άσχετα θέματα και φυσικά δε μας επέβαλλε πρόστιμο αλλά μας εξήγησε πως από τη στιγμή που το όχημα διαθέτει πίσω ζώνες, υποχρεούμαστε να τις φοράμε. Τον ρώτησα: Δηλαδή αν τις κόψω με ένα ψαλίδι; Τότε δεν υποχρεούμαστε, μου απάντησε. Δεν υπάρχει καμία λογική στην Αφρική. 

Φτάνουμε βράδυ στο Masvingo. Δε βρίσκαμε πουθενά φτηνό κατάλυμα και οδηγούσαμε μέσα στα σκοτάδια ασκόπως. Κάποια στιγμή βρεθήκαμε μέσα σε ένα γκέτο, με πολύ κόσμο σε κατάσταση μέθης. Το αυτοκίνητο βρέθηκε αποκλεισμένο από κόσμο που φώναζε και άρχιζε να γίνεται απειλητικός. Ένας μεθυσμένος παρ’ ολίγο να πέσει στις ρόδες του αυτοκινήτου. Καταφέραμε να φύγουμε από εκεί και επιστρέψαμε στο μοναδικό αξιοπρεπές ξενοδοχείο που είχαμε δει στην περιοχή. Ευτυχώς για ακόμα μια φορά οι διαπραγματευτική μας επιμονή απέδωσε και ο ιδιοκτήτης μας έκανε μια καλή έκπτωση. Την επομένη κατευθυνθήκαμε προς τον αρχαιολογικό χώρο της Great Zimbabwe που αποτελεί μνημείο παγκόσμιας κληρονομιάς της UNESCO. Πρόκειται τα ερείπια μιας πόλης ενός αρχαίου βασιλείου της εποχής του σιδήρου για την περιοχή, που ήκμασε από τον 11ο αιώνα μ.Χ. έως την εγκατάλειψή της τον 15ο. Αποτελεί το μεγαλύτερο από τα λιγοστά μνημεία της υποσαχάριας Αφρικής, με κυρίαρχο το κτίριο της Great Enclosure, ένα κυκλικό σύμπλεγμα εξωτερικών και εσωτερικών τειχών ύψους 11 μέτρων με έναν κεντρικό πύργο. Όλα τα κτίρια είναι κατασκευασμένα από ογκώδεις λειασμένες πέτρες χωρίς κονίαμα, πολλά από αυτά σε οργανική επέκταση με τους βραχώδεις λόφους. Παρακείμενα του αρχαιολογικού χώρου υπάρχει και μικρός οικισμός.

 

Μετά από την εξερεύνηση της ευρύτερης περιοχής και προς το τέλος της ημέρας, εμφανίστηκε μια διαφωνία στην παρέα. Τα 5 άτομα πιστεύω ότι δεν είναι καλός αριθμός σε ένα τέτοιο ταξίδι και βέβαια ο καθένας ταξιδεύει για διαφορετικούς λόγους. Ένας λοιπόν εξ αυτών, ήθελε να επιστρέψουμε στη Harare οδηγώντας μια απόσταση 300χλμ σε κακό δρόμο βράδυ, για να τον φιλοξενήσουν κάποιοι Έλληνες μετανάστες φίλοι του. Η βραδινή οδήγηση όμως σε μεγάλες αποστάσεις, δεν ενδείκνυται γενικότερα στην Αφρική και ειδικότερα στη χώρα αυτή. Εδώ λοιπόν ήρθε στο προσκήνιο η λογική, η δική μου και των υπολοίπων, με βάση την εμπειρία μας και την εκτίμηση του κινδύνου. Η κατάσταση εξελίχθηκε σε αδιέξοδο και παρεξήγηση. Ο Τ. αποφάσισε να φύγει με λεωφορείο για την πρωτεύουσα παρά τις παρακλήσεις μας. Εμείς συνεχίσαμε εξερευνώντας ως το σούρουπο τη γύρω περιοχή, για να ανακαλύψουμε τελικά μια όαση. Στις όχθες της λίμνης Mutirikwi, σε αμφιθεατρική θέση βρήκαμε ένα υπέροχο lodge με μοναδικούς επισκέπτες εμάς. Ο χώρος ήταν διακοσμημένος με ιδιαίτερο γούστο, γεμάτο μουσικά όργανα, βινύλια και αναμνηστικά από τη γεμάτη και πολυταξιδεμένη ζωή του ιδιοκτήτη που δυστυχώς δε βρίσκονταν εκεί. Διαπραγματευτήκαμε την τιμή με τον επιστάτη και απολαύσαμε τις μπίρες μας στο ειδυλλιακό τοπίο μέχρι την επομένη μέρα.

Το μεσημέρι πήραμε σιγά-σιγά το δρόμο για τη Harare για να συναντήσουμε και πάλι τον Τ και να ολοκληρώσουμε το ταξίδι αυτό με μερικές μέρες στην αστική Αφρική. Ψωνίσαμε αναμνηστικά και χειροτεχνήματα σε πολλές υπαίθριες αγορές, φάγαμε σε ωραία εστιατόρια και στηθήκαμε στις ουρές για προμήθεια αλκοόλ από τις καγκελόφραχτες κάβες. Το αυτοκίνητο το παραδώσαμε σε μάλλον κακή κατάσταση. Η εξάτμιση είχε αποκολληθεί πλήρως, το ένα αμορτισέρ είχε παραδώσει πνεύμα, σε κάθε λακκούβα έκανε έναν έντονο θόρυβο και έγερνε προς την πίσω αριστερή πλευρά. Ευτυχώς ο ιδιοκτήτης ήταν πολύ συνεργάσιμος και δε μας χρέωσε με αυτές τις μικροζημιές. Το περιπετειώδες road trip φτάνει στο τέλος του αφήνοντάς μας ως παρακαταθήκη πανέμορφες εικόνες και δυνατές εμπειρίες. Η Αφρική άλλωστε είναι σταθερή λατρεία. 

Share this Post



Facebook Comments