Σρι Λάνκα


🇱🇰

H Σρι Λάνκα, γνωστή παλιότερα ως Κεϋλάνη, είναι μια νησιωτική χώρα της Νοτίου Ασίας, που χωρίζεται με την Ινδική υποήπειρο από έναν στενό πορθμό. Πολλοί την αποκαλούν και “δάκρυ της Ινδίας” λόγω του σχήματος της στον παγκόσμιο χάρτη, όμως πιο αντιπροσωπευτικό προσωνύμιο είναι “το σμαράγδι του Ινδικού Ωκεανού”, που ανταποκρίνεται στο καταπράσινο, τροπικό φυσικό περιβάλλον που δεν έχει τίποτα να ζηλέψει από τη μυθική εικόνα του παραδείσου. Είναι ένας τόπος με πλούσια πολιτισμική κληρονομιά και αρχαία Βουδιστική παράδοση, ενώ αποτελούσε πάντοτε έναν στρατηγικό εμπορικό σταθμό. Το νησί φιλοξενεί ένα μείγμα πολιτισμών, γλωσσών, θρησκειών και εθνικοτήτων. Ανεξαρτητοποιήθηκε από τη βρετανική αποικιοκρατία το 1948, το 1972 έγινε δημοκρατία υιοθετώντας το σημερινό της όνομα και υπέφερε από έναν 25ετή εμφύλιο πόλεμο που έληξε το 2009 με την ήττα των αυτονομιστών Ταμίλ. Σήμερα, αποτελεί ένα από τα ελάχιστα κράτη της περιοχής που παρουσιάζει αξιοσημείωτη ανάπτυξη, κοινωνική ισότητα και υψηλό βιοτικό επίπεδο.

Δυστυχώς, οι πολύνεκρες τρομοκρατικές επιθέσεις της 21ης Απριλίου του 2019, ήρθαν να ταράξουν την ηρεμία αυτού του “παραδείσου”, να ξυπνήσουν τις πρόσφατες μνήμες του πολέμου και να αμαυρώσουν την εικόνα ενός τόπου που μέχρι πρότινος βρισκόταν ψηλά στις προτιμήσεις των ταξιδιωτών.


Άνθρωποι

Η ευγένεια, η εντιμότητα και η εξυπηρετικότητα του λαού αυτού, θα σε εκπλήξει ευχάριστα, σε βαθμό που αναρωτιέσαι πώς οι άνθρωποι αυτοί, μόλις 10 χρόνια πριν ενεπλάκησαν στη βιαιότητα ενός πολέμου.


Τόποι

Η πρωτεύουσα Colombo, παντρεύει την παράδοση και την αρχιτεκτονική αισθητική με το σύγχρονο τρόπο ζωής και αποτελεί σημείο εκκίνησης για τη γνωριμία με τη χώρα.
Το “Ιστορικό Τρίγωνο” στα κεντρικά υψίπεδα είναι κύριος πόλος έλξης για τους επισκέπτες, με πολλά μνημεία πολιτιστικής κληρονομιάς, όπως την αρχαία πόλη Sirigiya και τα ερείπια του παλατιού πάνω σε έναν επιβλητικό βράχο – σύμβολο της χώρας. Στα Εθνικά Πάρκα της ευρύτερης περιοχής, θα συναντήσει κανείς άγριους ασιατικούς ελέφαντες, που συχνά διασχίζουν ανενόχλητοι ακόμα και κεντρικούς δρόμους.
Η γραφική πόλη Kandy, που περιβάλλεται από ένα ειδυλλιακό, τροπικό ορεινό τοπίο, αποτελεί την πολιτιστική πρωτεύουσα της Σρι Λάνκα. Στις όχθες της μικρής λίμνης Bogambara, βρίσκεται ο ναός με το ιερό λείψανο του δοντιού του Βούδα.
Η χώρα συνδέεται με εκτενές σιδηροδρομικό δίκτυο, του οποίου το ορεινό τμήμα από την Kandy μέχρι τις κωμοπόλεις Nuwara Eliya και Ella, θεωρείται μια από τις γραφικότερες διαδρομές τρένου στον πλανήτη, διασχίζοντας υπέροχα τοπία με φυτείες τσαγιού, ορεινά δάση, καταρράκτες και χωριουδάκια που ξεπροβάλλουν μέσα από την ομίχλη. Φυσικά σε ένα τροπικό νησί δε θα μπορούσε κανείς να παραλείψει την ακτογραμμή που το οριοθετεί, με παραλίες που ανάλογα με την εποχή είναι άλλοτε γαλήνιες και άλλοτε αφρισμένες απ’ το μένος του φουρτουνιασμένου ωκεανού.


Ο παράδεισος στον απόηχο της τρομοκρατίας…

Απρίλιος 2019

H Σρι Λάνκα αποτελεί έναν ειδυλλιακό προορισμό για τους ταξιδευτές και ανταποκρίνεται απόλυτα στις προσδοκίες αυτές. Έτσι, μετά από ένα σύντομο ταξίδι στην εμπόλεμη Συρία, η προσμονή για ένα χαλαρό και απολαυστικό ταξίδι, ήταν μεγάλη. Όμως τα τραγικά γεγονότα των βομβιστικών τρομοκρατικών επιθέσεων της 21ης Απριλίου του 2019 με τους εκατοντάδες νεκρούς, ήρθαν να επισκιάσουν τη γαλήνη αυτού του επίγειου παραδείσου και τελικά να καταστήσουν τη Σρι Λάνκα “εμπόλεμο” προορισμό, ύστερα από ένα κενό ειρήνης μόλις 10 ετών. Πέντε ημέρες μετά τα τραγικά γεγονότα, προσγειωνόμαστε στο Colombo.

Περισσότερα...

Η τεταμένη κατάσταση με συνεχιζόμενες επιθέσεις αυτοκτονίας, καθώς και ο λιγοστός χρόνος του ταξιδιού, συνέβαλαν στην απόφαση του να φύγουμε από την πρωτεύουσα απ’ ευθείας προς τον πρώτο προορισμό στα κεντρικά της χώρας, τη Habarana. Τα προγνωστικά δελτία καιρού ευτυχώς δείχνουν να διαψεύδονται. Καθώς διανύουμε τη βροχερή περίοδο και ένας τροπικός τυφώνας αναμένονταν, ο ουρανός αν και μουντός δεν προμηνύονταν βροχερός. Επιλέγουμε να μετακινηθούμε με ταξί /mini van, που εξασφαλίσαμε με χαμηλό κόστος, συνδυάζοντας άνεση και ταχύτητα. Διανύσαμε την απόσταση των 230χλμ σε περίπου 4 ώρες, στο στενό οδικό δίκτυο του νησιού όπου οι ριψοκίνδυνες προσπεράσεις και τα ασταμάτητα κορναρίσματα είναι κοινή πρακτική. Όμως στη διαδρομή θα απορροφηθούμε τόσο από το τοπίο που λίγη σημασία θα δώσουμε στις κυκλοφοριακές συνθήκες. Μια μαγευτικά πυκνή, καταπράσινη φυσική πανδαισία κατακλύζει το οπτικό πεδίο προς κάθε κατεύθυνση και το ζεστό κλίμα των τροπικών αγκαλιάζει φιλόξενα τις αισθήσεις. Η γαλήνη της φύσης κυριαρχεί και κάνει την οδική περιπέτεια -με το χάρο να καραδοκεί- μια απολαυστική εμπειρία. Την ευγένεια των ντόπιων, την καλοσύνη, αλλά και τον προβληματισμό τους για τα πρόσφατα γεγονότα θα τη συναντήσουμε σε όλη τη διάρκεια του ταξιδιού, αρχής γενομένης από τον οδηγό μας. Με πρωτοβουλία του θα σταματήσουμε στα σημεία που ελεύθεροι ασιατικοί ελέφαντες συνηθίζουν να διασχίζουν την κεντρική οδική αρτηρία, για μια κοντινή συνάντηση μαζί τους. Σε μια άλλη στάση θα αγοράσουμε το φημισμένο τσάι της Κεϋλάνης, που όμως δε θα το βρούμε σε ιδιαίτερα οικονομική τιμή πουθενά στη χώρα. Θα περάσουμε από την πόλη Dambula που σηματοδοτεί την περιοχή του ιστορικού τριγώνου, με βουδιστικούς ναούς τριγύρω και ένα γιγαντιαίο άγαλμα του Βούδα να δεσπόζει σ’ ένα ύψωμα πάνω από την πόλη. Φτάνουμε στη Habarana, μια πολύ μικρή πόλη, πολύ κοντά στα σημεία ενδιαφέροντος. Το κατάλυμα, βρίσκεται ανάμεσα σε οργιώδη βλάστηση και είναι φτιαγμένο με εξαιρετικό γούστο. Συνήθως δεν αποδίδω μνεία στη διαμονή των ταξιδιών, που σε πολλές περιπτώσεις είναι αφόρητη. Όμως στο ταξίδι αυτό κάθε διαμονή ήταν αξιομνημόνευτη και ταυτόχρονα χαμηλού κόστους. Ένα μονοπάτι στον κήπο οδηγεί στο αυτόνομο σπιτάκι, στη βεράντα του οποίου δυο αιώρες υπόσχονται στιγμές χαλάρωσης. Στο δωμάτιο, τοιχογραφίες με ημίγυμνες παραδοσιακές φιγούρες κοσμούν τους τοίχους. Στο μπάνιο, ιδιαιτερότητα αποτελεί η ντουζιέρα που είναι ουσιαστικά ένας μικρός κήπος, χωρίς στέγη, με ένα δεντράκι που ποτίζεται από το νερό του ντους. Τη φυσική εμπειρία συμπληρώνει η παρουσία μικρού βατράχου που αναζητούσε πηγή δροσιάς στη λεκάνη της τουαλέτας. Για να σχηματίσει κανείς μια εικόνα των τιμών στη χώρα, το δωμάτιο κόστιζε €24 με πρωινό. 

Θα περπατήσουμε στη γύρω περιοχή ανακαλύπτοντας έναν αρχαίο βουδιστικό ναό (Tampita Viharaya ή Temple on Pillars). Μια επιβλητική πύλη εισάγει τον επισκέπτη στο ναό που αποτελείται από ένα μικρό, ταπεινό κτίριο πάνω σε χοντρούς πασσάλους και ένα αιωνόβιο ιερό δέντρο να δεσπόζει στο κέντρο του προαύλιου χώρου. Στην περίμετρο, σε μια μικρή λίμνη έκαναν το μπάνιο τους και έπλεναν ρούχα νεαροί ντόπιοι, ενώ μπροστά απ’ το δέντρο προσεύχονταν μια οικογένεια πιστών. Ένας ελέφαντας εμφανίστηκε και πλησίασα με επιφύλαξη προς το μέρος του. Τη στιγμή εκείνη κάποιοι στρατιώτες μας ζήτησαν ευγενικά να επιστρέψουμε στην εστία μας γιατί  ίσχυε απαγόρευση κυκλοφορίας στη χώρα μετά τη δύση του ηλίου. Στη συνέχεια του ταξιδιού δε συναντήσαμε ξανά κάποια απαγόρευση. Επιστρέφοντας στο κατάλυμα, η ιδιοκτήτρια παρείχε στους λιγοστούς ενοίκους ένα δείπνο χαρακτηριστικό της τοπικής κουζίνας. Eκτός από τις ποσότητες ρυζιού, απαραίτητο συνοδευτικό ενός τοπικού γεύματος, είναι τα περίπου 10 περιφερειακά πιατάκια με διάφορα γνωστά και άγνωστα χορτοφαγικά εδέσματα, με έντονη παρουσία μπαχαρικών και καρύδας. 

Με το πρώτο πρωινό φως αναχωρούμε με tuk-tuk για τον αρχαιολογικό χώρο της Sigiriya. Μετά την αγορά του εισιτηρίου που ήταν αδικαιολόγητα ακριβό -όπως και για κάθε τουριστικό αξιοθέατο της χώρας- αντικρίζουμε τον γνωστό από τις φωτογραφίες βράχο να ξεπροβάλλει μέσα από την πυκνή ζούγκλα. Δε θα αναφερθώ στην ιστορία του μνημείου, αλλά στη γαλήνη που ένιωσα από το πεδινό κιόλας επίπεδο της σχεδόν άδειας αρχαίας πόλης, που εκτείνεται σε ένα συμμετρικό πλάνο με κήπους, τεχνητές λίμνες, απομεινάρια πλινθόκτιστων κτιρίων που δένουν αρμονικά με τους λείους βράχους. Την εποχή αυτή της χαμηλής τουριστικής περιόδου, στο εξωτικό σκηνικό δίνουν ζωή αμέτρητες μαϊμούδες, που κατοικούν στο χώρο και έχουν αρκετή οικειότητα και περιέργεια με τους ανθρώπους. Αν έχει κανείς την υπομονή να αφιερώσει χρόνο μαζί τους, θα απολαύσει τη διάδραση μαζί τους, νιώθοντας ένα κοινό σημείο επαφής με αυτούς τους κοντινούς μας συγγενείς…
Η ανάβαση στον απότομο βράχο, το Lion’s rock, γίνεται μέσω πολλών (1200 λένε) σκαλιών περιμετρικά. Σε κάποιο σημείο σώζονται λίγες από τις νωπογραφίες που απεικονίζουν γυναικείες φιγούρες και εικάζεται πως κάποτε κοσμούσαν ολόκληρο το βράχο. Η φωτογράφισή τους απαγορεύεται. Στο επόμενο διάζωμα, ένας ψηλός τοίχος με λείο επίχρισμα και γραφές των επισκεπτών ήδη απ’ τον 8ο αιώνα, προστατεύει το διαβάτη από το κενό, ενώ στις εποχές της δόξας του ήταν λείος σαν καθρέφτης ώστε ο βασιλιάς να βλέπει την αφεντιά του. Σε ένα επίπεδο πριν την κορυφή, υπήρχε η σκαλιστή κεντρική πύλη του παλατιού του βασιλιά Kasayapa (5ος αι.) με μορφή τεράστιου λιονταριού, απ’ το οποίο σήμερα σώζονται μόνο τα πέλματα με τα νύχια. Μια ακόμα σκάλα οδηγεί στο πλάτωμα της κορυφής όπου οι βάσεις της πλινθοδομής αποκαλύπτουν το σχεδιασμό της οχυρωμένης πόλης και των ανακτόρων. Σε ένα περιβάλλον ηρεμίας που διαταράσσουν μόνο τα τιτιβίσματα των πουλιών, ο επισκέπτης θα απολαύσει μια απαράμιλλη θέα με πυκνή βλάστηση προς κάθε κατεύθυνση, μέχρι τα βάθη του ορίζοντα. Κάπου κάτω στην κοιλάδα ξεπροβάλλει μέσα από τη ζούγκλα ένας λευκός Βούδας-γίγαντας. Ο βασιλιάς είναι σίγουρο πως εκτιμούσε τη θέα, αλλά φύλαγε και τα νώτα του μιας και ο βράχος είναι φυσικό φρούριο και οι επίδοξοι πολιορκητές είχαν επιπλέον δυσάρεστες εκπλήξεις με τεράστιους βράχους να τους έρχονται κατακέφαλα. Περισσότερο ενδιαφέρον από το βράχο και τα ερείπια πάντως μας προκάλεσαν τα μαϊμούδια στα οποία επιστρέψαμε στα κατώτερα επίπεδα. Ατελείωτα παιχνίδια μεταξύ τους και με τους αρκετούς σκύλους που συνυπάρχουν στο χώρο, κυνηγητό πάνω στα δέντρα, ξεψειρίσματα, ευκαιριακό σεξ… Η φωτογραφική μηχανή τους προκαλούσε περιέργεια, η παρουσία μας αρκετή άνεση ώστε να κάνουμε καλή παρεούλα με αλληλεπίδραση. Για τους φωνακλάδες τουρίστες, σε πολλά σημεία υπάρχουν προειδοποιητικές πινακίδες για τις ενδημικές σφήκες που φωλιάζουν εκεί και δεν τους αρέσει καθόλου η πολυλογία. Στην έξοδο του αρχαιολογικού χώρου, στο parking με τα μαγαζάκια των σουβενίρ ανταμώνουμε με τον tuk-tukτζή και του ζητάμε να μας πάει στον ψηλό το Βούδα. Παραδόξως δεν ήξερε το δρόμο και τον οδηγούσα με το gps, ενώ για σιγουριά ρωτούσε και κανέναν περαστικό. Ο ναός απαιτεί εισιτήριο που εισπράττει γηραιός φύλακας και βέβαια ξυπολυσιά στα χώματα. Εκτός απ’ το Βούδα τον αψηλό κι έναν ακόμα μικρότερο μέσα σ’ ένα μικρό ναό, σειρά από αγάλματα μοναχών περιστοιχίζει περιμετρικά το χώρο. Μοναδικοί επισκέπτες εμείς και λίγο αργότερα τρεις κυράδες ντόπιες που ήρθαν για προσκύνημα. Ο φιλότιμος οδηγός του τρίκυκλου μας πήγε αυτοβούλως σε ένα ακόμα σημείο με το αστείο όνομα Pidurangala. Εκτός από έναν ακόμα Βούδα με μια κόμπρα πάνω απ’ το κεφάλι του, δεν είδαμε κάτι αξιοσημείωτο. Υπάρχει όμως μονοπάτι που οδηγεί στην κορυφή λόφου απ’ όπου βλέπει κανείς το Lion’s rock από άλλη οπτική, όμως ο διαθέσιμος χρόνος δεν ήταν αρκετός μιας και είχαμε κανονίσει να πάμε για σαφάρι ελεφάντων.

Πίσω λοιπόν στο κατάλυμα και επιβίβαση σε τυπικό τζιπ με ανοιχτή οροφή που λόγω χαμηλού τουρισμού δεν είχε άλλους επιβαίνοντες. Eυτυχώς, για τον ίδιο λόγο στο εθνικό πάρκο Minneriya, είδαμε μόλις 4-5 ακόμα οχήματα ενώ άλλες εποχές απ’ ό,τι πληροφορήθηκα συναντούσες ορδές. Αρχικά είδαμε μόνο δύο ελέφαντες, κάτι παγώνια και άλλα πτηνά που δε μπορώ να πω ότι με ενθουσίασαν. Όμως στη συνέχεια, ένα κοπάδι πολλών δεκάδων ελεφάντων κινούνταν αργά προς τη λίμνη για ξεδίψασμα, αποψιλώνοντας το χορτάρι στο διάβα τους ικανοποιώντας τις διατροφικές τους ανάγκες. Τους παρατηρούσαμε για πολλή ώρα, έως που βαρέθηκα να βγάζω άλλες φωτογραφίες. Στο πάρκο επίσης διαβιώνουν μεγάλα κοπάδια νεροβούβαλων. Επιστρέφουμε στη μικρή πόλη όπου δεν έχει πολλά να κάνει κανείς και ακόμα και μια μπίρα είναι δυσεύρετη. Μετά από αρκετή έρευνα και παζάρια κανονίζουμε αυτοκίνητο για να μας μεταφέρει στην Kandy την επομένη μέρα και απολαμβάνουμε μια ακόμα βραδιά στην ηρεμία του φυσικού τοπίου της Habarana. 

Αναχωρούμε στις 5:30πμ και μετά από 4 ώρες φτάνουμε στη γραφική Kandy, χτισμένη ανάμεσα σε λόφους και γύρω από μια μικρή λίμνη. Το Queen’s hotel που ήταν επίσης σε χαμηλή τιμή, είναι ένα πανέμορφο κτίριο της βρετανικής αποικιοκρατίας ηλικίας 2 αιώνων, όπου μεταφέρεσαι στην αίγλη μιας άλλης εποχής. Τα απογεύματα, ένας πιανίστας παίζει αριστουργηματικά κομμάτια στη σάλα της υποδοχής, χωρίς όμως να έχει ακροατές αυτή την εποχή. Το κτίριο καταλαμβάνει ένα οικοδομικό τετράγωνο, στεγάζοντας περιμετρικά καταστήματα και εστιατόριο. Στον αίθριο χώρο που περικλείει, το σκηνικό με τα βρετανικά παράθυρα, η πισίνα στο κέντρο ενός κήπου με φοίνικες και άλλα ενδημικά δέντρα, με φόντο το άγαλμα του Βούδα πάνω στο λόφο της πόλης, συνθέτουν ένα υπέροχο σκηνικό. Προτού το απολαύσουμε, θα περιτριγυρίσουμε την πόλη και θα εξασφαλίσουμε εισιτήριο τρένου για τη συνέχιση της διαδρομής. Ευτυχώς αυτή την εποχή δεν υπάρχει μεγάλη ζήτηση, τουλάχιστον για τη 2η θέση με τα ανοιγόμενα παράθυρα που προτιμάται από τους τουρίστες. Η μικρή ζεστή πόλη έχει μια… επίσης μικρή τοπική αγορά με ζαρζαβατικά, κρέατα, ψάρια κλπ, τη μικρή γραφική λίμνη, μερικούς βαρετούς βουδιστικούς ναούς, έναν ισλαμικό με περίτεχνα λευκά και κόκκινα τετραγωνάκια στην πρόσοψη και έναν ινδουιστικό με πολύ μεγαλύτερο ενδιαφέρον. Ήταν μεσημέρι και τελούνταν προσευχή υπό ψαλμωδίες mantras, δημιουργώντας στο χώρο μια άκρως μυστικιστική ατμόσφαιρα. Παρακολουθήσαμε για αρκετή ώρα τους προσκυνητές και την τελετή. Κάποια στιγμή στο προαύλιο, ένας βουδιστής μοναχός που απ’ ότι φάνηκε συστεγαζόταν εκεί, μας προσκάλεσε για να μας ευλογήσει. Η ευλογία όμως τελικά απαιτούσε μια σημαντική χρηματική δωρεά, κάτι που μας υπέδειξε στο σχετικό βιβλίο με τα ονόματα των τουριστών και τα ποσά. Η δική μας συμβολική συνεισφορά του φάνηκε πενιχρή και εξαφανίστηκε θυμωμένος στο δωμάτιό του. 

Το κορυφαίο όμως μνημείο της Kandy, είναι ο περίφημος Ναός του Ιερού Δοντιού του Βούδα, που βρίσκεται στο χώρο του βασιλικού συμπλέγματος παλατιών και όπου πιστεύεται πως φυλάσσεται το αυθεντικό δόντι. Τρεις τελετές πραγματοποιούνται ημερησίως και αποτελούν μια εμπειρία μοναδική. Αφού ο επισκέπτης προμηθευτεί το εισιτήριο και παραδώσει τα παπούτσια του, θα κατευθυνθεί από μια διπλή μαρμάρινη σκάλα, στον κάτω όροφο του κεντρικού κτιρίου. Όλα στο εσωτερικό εκφράζουν μεγαλοπρέπεια, όπως άλλωστε οι περισσότεροι σημαντικοί ναοί του κόσμου. Στο βάθος της μεγάλης σάλας, υπάρχει είσοδος σε ένα μικρό κτίριο αποκλειστικά για τους ιερείς, με ξύλινη επένδυση, σκαλιστή και ζωγραφισμένη με αριστοτεχνικές φιγούρες. Ζεύγη τεράστιων ελεφαντόδοντων διακοσμούν επίσης την πύλη. Τις ώρες της απογευματινής τελετής, τέσσερις τυμπανιστές με παραδοσιακές ενδυμασίες, συνοδεύουν την προσευχή των πιστών που φέρουν αφιερώματα, κυρίως λουλούδια ή και τροφή. Μετά την προσευχή, που στην Ινδουιστική και Βουδιστική πίστη ονομάζεται Puja, οι πιστοί κατευθύνονται στον επάνω όροφο όπου υπάρχει μια ακόμα σάλα με ξύλινο παρκέ και ένας ακόμα μικρότερος χώρος όπου και φυλάσσεται το Ιερό Δόντι. Ακολουθώντας τη σειρά του κόσμου -που ευτυχώς δεν είναι πολύς τη χαμηλή τουριστική περίοδο και ειδικά μετά από βομβιστικές επιθέσεις- μπορεί κανείς να προσεγγίσει μέχρι την είσοδο για να προσκυνήσει από απόσταση το λείψανο, που φυλάσσεται μέσα σε ολόχρυσο κέλυφος, μέσα σε ένα επίσης απαστράπτον χρυσό δωμάτιο και να λάβει ευλογία από τον guru.
Η αποχώρησή μας, συνέπεσε με την πρώτη καταιγίδα του ταξιδιού, που μας έκανε τη χάρη να “φωτίσει” για λίγο τη βραδιά με θεαματικές αστραπές και ευτυχώς να μην την καταστρέψει κατά την υπόλοιπη παραμονή μας στη χώρα.

Το πρωί στο σταθμό του τρένου, η παρουσία του στρατού ήταν αισθητή. Τα βαγόνια είναι παλιά αλλά σχετικά άνετα, όμως από μια ματιά που έριξα δε θα πρότεινα να επισκεφθεί κανείς την τουαλέτα κατά την επτάωρη διάρκεια της διαδρομής. Τα τοπία που διασχίζει η σιδηροδρομική γραμμή είναι πράγματι πανέμορφα. Το πράσινο της πλούσιας χλωρίδας είναι δεδομένο και ποικίλει από πυκνή τροπική βλάστηση μέχρι ορεινά δάση κωνοφόρων και καλλιεργήσιμες εκτάσεις με το φημισμένο τσάι του νησιού. Μικροί οικισμοί ή μεγαλύτερες πόλεις, ξεπροβάλλουν πριν από κάθε σταθμό. Ο υπάλληλος του βαγονιού, ενημέρωνε τους επιβάτες για τα επικείμενα σημεία ενδιαφέροντος, κυρίως τους καταρράκτες, αλλά για όποιον προλάβαινε να το ζητήσει άνοιγε μια από τις πόρτες και επέτρεπε μια θέση στα σκαλιά, με ανεμπόδιστη θέα αλλά και αρκετό καυσαέριο. Οι υπόλοιποι επιβάτες, αρκούνταν στο να βγάζουν χέρια οπλισμένα με κινητά και φωτογραφικές μηχανές έξω από τα παράθυρα. Το τελευταίο σκέλος της διαδρομής, περνώντας τη Nuwara Eliya και πλησιάζοντας τον προορισμό μας, την ορεινή Ella, το τοπίο μετατράπηκε σε ονειρικά ομιχλώδες. Ακολούθως, το κλίμα έγινε πιο δροσερό και η πρώτη επαφή με το γραφικό αυτό χωριό όπου οι φοίνικες με τα έλατα συνυπάρχουν, ήταν πολύ διαφορετική από τη μέχρι τώρα εικόνα.

Δυσκολευτήκαμε να βρούμε το κατάλυμά μας και ακόμα περισσότερο να φτάσουμε μέχρι εκεί σέρνοντας τις αποσκευές σε μια εξοντωτική μακρά ανηφόρα ακολουθούμενη από πολλά σκαλοπάτια. Η θέα όμως από τα καλόγουστα δωμάτια με τον κουκλίστικο χώρο ανάπαυσης στο μικρό παταράκι, σε αποζημίωνε στο έπακρο. Πυκνή, αδιαπέραστη ζούγκλα απλωνόταν κάτω από το μπαλκόνι ως τις γύρω κορυφές των λόφων. Είναι λογικό η Ella να αποτελεί αγαπημένο προορισμό των ταξιδιωτών στη χώρα. Όμως η πόλη δε μας έχει αποκαλύψει ακόμα πλήρως το χαρακτήρα της. Μια βόλτα στο κέντρο της, μας ξαφνιάζει καθώς συναντάμε pubs αγγλικού τύπου με δυνατή μουσική, εστιατόρια και καταστήματα μιας κακής τουριστικής εικόνας. Φυσικά μπορεί κανείς να τα αποφύγει, μιας και υπάρχουν και άλλες επιλογές. Κινήσαμε για μια πεζοπορία εκτός πόλης και συγκεκριμένα για την κορυφή Little Adam’s Peak, το μικρό αδερφάκι του Adam’s Peak που βρίσκεται σε άλλο σημείο της χώρας και το οποίο δεν καταφέραμε να χωρέσουμε στο χρονοδιάγραμμα. Όμως αυτή τη φορά ο καιρός δεν ήταν με το μέρος μας και ξεκίνησε μια δυνατή βροχή. Σταματήσαμε το μοναδικό tuk-tuk που περνούσε στο μικρό δρομάκι για να διαπραγματευτούμε το δεύτερο προορισμό μας που ήταν η σιδηροδρομική γέφυρα με τις 9 αψίδες. Αντί για την πεζοπορική οδό, θα κάνουμε έναν κύκλο άνω των 6χλμ γύρω απ’ το βουνό, με το τρίκυκλο να μοχθεί σε στενά, ανηφορικά, γλιστερά και απόκρημνα δρομάκια και τον “πιλότο” να ξεπερνά με σβελτάδα όλα τα εμπόδια. Η καμπύλη γέφυρα των αρχών του 20ού αιώνα παρουσιάζει πράγματι αρχιτεκτονικό ενδιαφέρον, γι’ αυτό και προσελκύει πολλούς ταξιδιώτες. Εν τω μεταξύ η βροχή σταμάτησε και αυτό επέτρεψε να απολαύσουμε το ονειρικό τοπίο με την οργιώδη βλάστηση και να κάτσουμε στο στηθαίο, με το χαοτικό κενό κάτω από τα πόδια μας να προκαλεί συστολές στην κοιλιακή χώρα. Ο οδηγός φιλοτιμήθηκε να μας ενημερώσει πως σε λίγη ώρα θα είχαμε διέλευση τρένου και πως δεν είχε πρόβλημα να περιμένει. Έτσι κατέγραψα μια από τις τυπικές φωτογραφίες από το σημείο αυτό. 

Το επόμενο σκέλος του ταξιδιού είναι η μετάβαση από τα ορεινά στα παραθαλάσσια της χώρας. Όπως είναι φυσικό, η διαδρομή περιλαμβάνει ποικίλα τοπία, από καταρράκτες και ορεινές ζούγκλες με μαϊμούδες, μέχρι πεδινούς ορυζώνες και βέβαια τους απανταχού παρόντες ελέφαντες.

Πλησιάζοντας τον ωκεανό, ο ουρανός άρχισε να μαυρίζει και πάλι. Δεν είναι η καλύτερη προοπτική το να πας παραλία με βροχή, όμως δε μπορούμε να έχουμε παράπονο γιατί ο καιρός ήταν γενικά καλός για τα δεδομένα της εποχής. Άφιξη στη Mirissa, το ξενοδοχείο πολυτελές αλλά με διάφορα θεματάκια, αλλά τελικά δόθηκε έκπτωση  στην ήδη χαμηλή τιμή. Η ακτή της Mirissa βρίσκονταν σε απόσταση 5′ με τα πόδια. Ο καιρός βαρύς, με ψιλόβροχο και τα ωκεάνια κύματα γιγαντιαία. Κατά μήκος της παραλιακής ζώνης, κάτω από τους ψηλούς φοίνικες, λειτουργούν bars και εστιατόρια, τα περισσότερα μαζικού τουριστικού επιπέδου. Τα βράδια, ψάρια, γαρίδες και αστακοί γέμιζαν τις προθήκες των καταστημάτων. Εκτός από την κύρια παραλία, η Mirissa εκτείνεται και σε διπλανές αμμουδιές με λιγότερη ανάπτυξη και λίγα πιο καλόγουστα σημεία για φαγητό. Καθώς ο καιρός σταδιακά βελτιώθηκε, χωρίς όμως να καταλαγιάσει το κύμα, τα μανιασμένα νερά του Ινδικού αποτέλεσαν σπουδαίο παιχνίδι και ίσως πιο απολαυστικό από τα ήρεμα τιρκουάζ νερά  που φιγουράρουν σε εικόνες της υψηλής τουριστικής περιόδου. Ένα χαρακτηριστικό των ακτών της Σρι Λάνκα, είναι το παραδοσιακό ψάρεμα πάνω σε στύλους στερεωμένους μέσα στη θάλασσα. Δυστυχώς η πρακτική αυτή πλέον ασκείται μόνο για τουριστικές ανάγκες, κυρίως στην περιοχή της Koggala και οι ψαράδες εξασφαλίζουν το εισόδημά τους από τις φωτογραφίες.

Πλησιάζοντας στο αεροδρόμιο του Colombo, τα δρακόντια μέτρα ασφαλείας και οι εξονυχιστικοί έλεγχοι που υποβάλλονται όλοι, δε συναντώνται ούτε σε εμπόλεμες περιοχές.
Το σύντομο ταξίδι στην πανέμορφη χώρα φτάνει νοσταλγικά στο τέλος του. Άλλωστε, όσο χρόνο κι αν της διαθέσει κανείς, δε θα είναι ποτέ αρκετός.
Η Σρι Λάνκα, επιβεβαίωσε στο έπακρο τη φήμη της ως ένας ονειρικά εξωτικός προορισμός, ενώ η ηρεμία που αποπνέει και βέβαια η ποιότητα των κατοίκων της, δικαίως την κατατάσσουν σε έναν προορισμό ψηλά στην προτίμηση ταξιδευτών κάθε κατηγορίας.
Ας ευχηθούμε λοιπόν να μην επαναληφθούν ποτέ ξανά περιστατικά βίας που θα διαταράξουν την ηρεμία αυτού του παραδείσου. 

Share this Post

Booking.com


Facebook Comments