Κολομβία


🇨🇴

Η Κολομβία είναι μια χώρα στο βόρειο τμήμα της Νοτίου Αμερικής. Συνορεύει με το Περού, τη Βενεζουέλα, τη Βραζιλία, τον Ισημερινό και βόρεια με τον Παναμά ενώ βρέχεται από τον Ειρηνικό, αλλά και τον Ατλαντικό Ωκεανό μέσω της Καραϊβικής Θάλασσας. Πρωτεύουσα και μεγαλύτερη πόλη της χώρας είναι η Μπογκοτά. Η χώρα καλύπτει έκταση 1.140.000 τετραγωνικών χιλιομέτρων και έχει πληθυσμό 50 εκατομμύρια. Η πλούσια πολιτιστική κληρονομιά της Κολομβίας σμιλεύτηκε από προκολομβιανούς πολιτισμούς της Αμερικής, Ισπανούς κατακτητές, σκλάβους της Αφρικής και άλλους μετανάστες από την Ευρώπη και τη Μέση Ανατολή. Η ισπανική είναι η επίσημη γλώσσα του έθνους, αλλά ομιλούνται και περισσότερες από 70 τοπικές διάλεκτοι.

Η Κολομβία κατοικείται από αυτόχθονες πληθυσμούς οπως οι Muisca και Tairona εδώ και 14 χιλιετίες. Οι Ισπανοί κατέφθασαν το 1499 και στα μέσα του 16ου αιώνα αποίκισαν την περιοχή ιδρύοντας το “Νέο Βασίλειο της Γρανάδας”. Η ανεξαρτησία από την Ισπανική Αυτοκρατορία ήρθε το 1819, ενώ το 1903 αποσχίστηκε το έθνος του Παναμά οδηγώντας στα σημερινά σύνορα της Κολομβίας.

Από τη δεκαετία του 1960, η χώρα υπέφερε από τα δεινά ένοπλων συγκρούσεων μεταξύ κυβερνητικών δυνάμεων, αριστερών ανταρτικών ομάδων και ακροδεξιών παραστρατιωτικών, που κλιμακώθηκαν τη δεκαετία του 1990.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν εμπλακεί σε μεγάλο βαθμό στις συγκρούσεις ενθαρρύνοντας τον Κολομβιανό στρατό να επιτεθεί στις αριστερές πολιτοφυλακές, βάσει της γνωστής πολιτικής ενάντια στον κομμουνισμό. Πολυεθνικές εταιρείες όπως η Chiquita και η Coca Cola είναι μερικοί από τους παράγοντες που επηρέασαν το διχασμό και τη βία. 

Οι κυριότερες των ομάδων που συμμετείχαν στις εμφύλιες διαμάχες ήταν οι FARC (Επαναστατικές Ένοπλες Δυνάμεις της Κολομβίας) και ELN που αξιώνωνταν τον τίτλο της αριστερής παράταξης, καθώς και οι ακροδεξιές παραστρατιωτικές οργανώσεις CONVIVIR, AUC, κ.α. Οι οργανώσεις χρηματοδοτούνταν από απαγωγές που απαιτούσαν λύτρα, ληστείες, εκβιασμούς, παραγωγή και διακίνηση ναρκωτικών. Τα Ηνωμένα Έθνη εκτιμούν ότι το 12% των θανάτων αμάχων διαπράχθηκαν από αντάρτες της FARC και του Εθνικού Απελευθερωτικού Στρατού (ELN), το 80% από δεξιούς παραστρατιωτικούς και το υπόλοιπο 8% από τις κυβερνητικές δυνάμεις ασφαλείας.

Από τα μέσα της δεκαετίας του 1970, τα καρτέλ ναρκωτικών της Κολομβίας έγιναν σημαντικοί παράγοντες παραγωγής και εξαγωγής κοκαΐνης. Ο Πάμπλο Εσκομπάρ, ήταν ο ιδρυτής μιας ολόκληρης “αυτοκρατορίας” βασισμένης στο εμπόριο ναρκωτικών και ηγέτης του περίφημου καρτέλ του Medellín. 

Από το 2005, υπήρξε σημαντική βελτίωση της ασφάλειας, της σταθερότητας και του κράτους δικαίου, καθώς και μια άνευ προηγουμένου οικονομική ανάπτυξη.

Η Κολομβία έχει το δεύτερο υψηλότερο επίπεδο βιοποικιλότητας στον κόσμο, διαθέτοντας τροπικά δάση του Αμαζονίου, υψίπεδα, λιβάδια, ερήμους, λίμνες και θάλασσες. Είναι η μόνη χώρα στη Νότια Αμερική με ακτές και νησιά κατά μήκος του Ατλαντικού και του Ειρηνικού ωκεανού.

Η οικονομία της είναι η τρίτη μεγαλύτερη της Νοτίου Αμερικής, με σταθερότητα και μακροπρόθεσμες προοπτικές ανάπτυξης.

Το κλίμα της Κολομβίας χαρακτηρίζεται κυρίως τροπικό αλλά παρουσιάζει διακυμάνσεις ανάλογα με το υψόμετρο. Διαθέτει ένα ευρύ φάσμα κλιματικών ζωνών, συμπεριλαμβανομένων τροπικών δασών, σαβάνων, στεπών, ερήμων και ορεινών κλιμάτων.


Άνθρωποι

Με περίπου 50 εκατομμύρια κατοίκους, η Κολομβία είναι η τρίτη σε πληθυσμό χώρα στη Λατινική Αμερική, μετά τη Βραζιλία και το Μεξικό. Στα μέσα του 20ού αιώνα, αγροτικοί πληθυσμοί μετακινήθηκαν προς τις μεγάλες πόλεις και πλέον είναι μία από τις πιο αστικοποιημένες χώρες της Λατινικής Αμερικής.

Η Κολομβία έχει εθνοτική ποικιλομορφία, οι κάτοικοί της προέρχονται από γηγενείς, Ισπανούς αποίκους, Αφρικανούς που είχαν μεταφερθεί ως σκλάβοι και μετανάστες του 20ού αιώνα από την Ευρώπη και τη Μέση Ανατολή, που συνέβαλαν όλοι σε ένα αμάγαλμα πολιτιστικής κληρονομιάς.

Πολλοί από τους αυτόχθονες πληθυσμούς σχεδόν εξαφανίστηκαν κατά τη διάρκεια της ισπανικής κυριαρχίας και άλλοι αναμείχθηκαν γενεαλογικά με τους Ισπανούς δημιουργώντας αυτούς που ονομάζονται mestizos.

Η Κολομβία είναι μια χώρα που οι τέχνες ήκμασαν και συνεχίζουν. Καλλιτέχνες παγκοσμίου φήμης κατάγονται από αυτήν, όπως ο βραβευμένος με Νόμπελ λογοτεχνίας Gabriel García Márquez, ο ζωγράφος και γλύπτης Fernando Botero και πολλοί άλλοι.


Τόποι

Στην Κολομβιανή ενδοχώρα, οι Άνδεις είναι το κυρίαρχο γεωγραφικό χαρακτηριστικό και τα περισσότερα πληθυσμιακά κέντρα της χώρας βρίσκονται εκεί. Τρεις απολήξεις των Άνδεων, γνωστές ως cordilleras εκτείνονται προς το βορρά, η Occidental κοντά στις ακτές του Ειρηνικού περιλαμβάνει την πόλη Cali, η Central περιλαμβάνει τις πόλεις Medellín, Manizales, Pereira, Armenia και η Oriental όπου βρίσκεται η Bogota, η Bucaramanga, η Cucuta.

Ανατολικά των Άνδεων βρίσκεται η σαβάνα του Llanos, μέρος της λεκάνης του ποταμού Orinoco, και νοτιοανατολικά, η ζούγκλα του Αμαζονίου. Οι περιοχές αυτές αποτελούν πάνω από το μισό της Κολομβίας, αλλά φιλοξενούν ελάχιστο πληθυσμό. Στα βόρεια, στην ακτή της Καραϊβικής, βρίσκονται οι πόλεις και σηματικά λιμάνια της Barranquilla και της Cartagena. Τα παράκτια πεδινά του Ειρηνικού, είναι αραιοκατοικημένα και καλύπτονται από πυκνή βλάστηση, με κύριο λιμάνι τη Buenaventura.

Οι κύριοι ποταμοί της Κολομβίας είναι oi Magdalena, Cauca, Putumayo. Ακόμα, οι ποταμοί Orinoco και Αμαζόνιος αποτελούν φυσικό σύνορο με τη Βενεζουέλα και το Περού αντίστοιχα.


Κολομβία. Ένα πολυπολιτισμικό “καρτέλ”.

Αύγουστος 2021

Η Κολομβία είναι μια σύγχρονη και οργανωμένη χώρα που προσπαθεί να απαλλαγεί από την κακή φήμη του πρόσφατου παρελθόντος της που την ακολουθεί ακόμα.

Το εμπόριο ναρκωτικών με την περίφημη “αυτοκρατορία της κοκαΐνης” του Pablo Escobar, η ένοπλη δράση ανταρτών και παραστρατιωτικών, τα εγκλήματα και οι απαγωγές, την καθιστούσαν μια από πιο βίαιες και επικίνδυνες χώρες του πλανήτη. Η Κολομβία αποτελεί ακόμα μέρος της θεματολογίας γκανγκστερικών κινηματογραφικών σεναρίων. 

Το ατυχές με την Κολομβία, εκτός από την αρνητική της φήμη, είναι το ότι βρίσκεται στην ίδια ήπειρο με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Αυτό βέβαια δε σημαίνει ότι σφύζει από τουρισμό προερχόμενο από την εν λόγω χώρα, αλλά αυτοί οι λίγοι επισκέπτες αναπαράγουν μια εικόνα άκρως επικίνδυνη. Τα άρθρα που διαβάζει κανείς στο διαδίκτυο από Αμερικανούς travel bloggers, δραματοποιούν τραγικά την κατάσταση, αναφέροντας περιστατικά ένοπλων ληστειών και μαχαιρωμάτων.

Ομολογώ ότι πριν από κάθε ταξίδι έχω άγχος για το τι θα συναντήσω. Το ότι έχω επισκεφθεί εμπόλεμες και επικίνδυνες χώρες δε σημαίνει πως υποτιμώ τους κινδύνους σε πιο βατούς προορισμούς, ακόμα κι αν οι συνθήκες στην Κολομβία δεν είναι στο ελάχιστο συγκρίσιμες με του Αφγανιστάν, του Ιράκ ή έστω της γειτονικής Βενεζουέλας. 

Η μεταρρύθμιση των τελευταίων ετών έχει αλλάξει ριζικά την κατάσταση, όμως σε όλη τη Λατινική Αμερική, χρειάζεται να τηρεί κανείς κάποιες προφυλάξεις, ειδικά το βράδυ ή σε απομονωμένα σημεία των πόλεων.  

Ο κυριότερος φόβος μου αφορούσε στην απόφαση να καλυφθεί όλο το ταξίδι οδηγώντας, κάτι που οι περισσότεροι επισκέπτες αποφεύγουν, ειδικά σε μια χώρα με τεράστια έκταση και δύσκολες οδικές συνθήκες. Παρά την πρότερη εμπειρία μου, οι ανησυχίες που με κυρίευαν περιλάμβαναν άγνωστης επικινδυνότητας περιοχές, ενέδρες, πιθανότητα ατυχήματος ή την ακινητοποίηση του οχήματος σε απομονωμένο σημείο, και όλα αυτά σε συνδυασμό με την άγνοια της Ισπανικής γλώσσας. 


Road trip την Κολομβία;

Η οδήγηση στην Κολομβία δεν είναι εύκολη υπόθεση. Στις μεγάλες πόλεις, επικρατεί κυκλοφοριακό χάος αλλά στο εθνικό δίκτυο η κατάσταση είναι ακόμα χειρότερη. Σε μια χώρα μεγάλη όσο η Γαλλία και η Ισπανία μαζί, με πολλές γεωγραφικές ιδιαιτερότητες και ορεινές διαδρομές των οροσειρών όπου καταλήγουν οι Άνδεις, το οδικό δίκτυο περιορίζεται συνήθως σε μία μόνο λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση.

Η Κολομβία υστερεί σημαντικά στις υποδομές χερσαίων μεταφορών λόγω του ανεπαρκούς οδικού δικτύου της και της απουσίας σιδηροδρόμων.
Η μεταφορά φορτίων γίνεται με φορτηγά πέντε και περισσότερων αξόνων, το μέγεθος των οποίων τα καθιστά αργά και βαριά. Τα βαρέα οχήματα αποτελούν πλειοψηφία στις εθνικές οδούς και οι προσπεράσεις στις οποίες αναγκάζονται οι οδηγοί μικρών και μεσαίων οχημάτων δημιουργούν μια επικίνδυνη συνθήκη. Τα έργα συντήρησης που βρίσκονται εν εξελίξει σε κάποια σημεία, πολύ συχνά διακόπτουν τελείως την κυκλοφορία για αρκετή ώρα, επιδεινώνοντας ακόμα περισσότερο την κατάσταση και δοκιμάζοντας την υπομονή των οδηγών. Ακόμα και στους λίγους αυτοκινητοδρόμους με δύο λωρίδες ανά κατεύθυνση, τα αργά οχήματα δεν κινούνται υποχρεωτικά στη δεξιά λωρίδα, ούτε υπάρχει φιλοσοφία διευκόλυνσης των γρηγορότερων που ακολουθούν, αναγκάζοντάς τα να κάνουν ελιγμούς ανάμεσα στις λωρίδες κυκλοφορίας. 

Οι πτήσεις εσωτερικού είναι πολύ οικονομικές στην Κολομβία, σε βαθμό συγκρίσιμο με τις μετακινήσεις με λεωφορεία. Για όλους τους παραπάνω λόγους, οι ντόπιοι αποφεύγουν τα μεγάλα ταξίδια με αυτοκίνητο και στις εθνικές οδούς συναντά κανείς κυρίως φορτηγά! Επίσης, οι οδικές διαδρομές έχουν πολλούς σταθμούς διοδίων και παρ’ όλο που η χώρα είναι φτηνή, οι πάνω από 20 διελεύσεις διοδίων στη διαδρομή του ταξιδιού, με κόστος περίπου 12.000COP έκαστο, αποτελούν ένα έξοδο. Στους σταθμούς η πληρωμή γίνεται μόνο με μετρητά. Το €1 ισούται με περίπου 4.300COP

Οι ανησυχίες μου τελικά κατευνάστηκαν όσο γνώριζα περισσότερο τον τόπο αυτό, διατηρώντας απλώς κάποιες βασικές προφυλάξεις.

Περισσότερα...

Μπογκοτά

Μετά από την πολύωρη υπερατλαντική πτήση ακολουθεί μια τεράστια αναμονή για την είσοδο στη χώρα, η οποία δεν απαιτεί ούτε πιστοποιητικό εμβολιασμού, ούτε μοριακό τεστ για τον ιό Covid-19. Παραδόξως, στην Κολομβία χρησιμοποιούν ιατρική μάσκα οι πάντες, ακόμα και τα νήπια, ακόμα και οι οδηγοί οχημάτων χωρίς άλλους επιβάτες. Στο αεροδρόμιο μιας σύγχρονης πρωτεύουσας περιμένει κανείς να βρει κάποια βασικά είδη για τον ταξιδιώτη, όπως τοπική κάρτα sim κινητής τηλεφωνίας. Όποιον κι αν ρωτούσα με τα μηδαμινά ισπανικά μου, με έστελνε σε άλλη κατεύθυνση, κατάστημα δεν υπήρχε πουθενά. Με την ελπίδα να βρεθεί ανοιχτό κατάστημα μέσα στο Σαββατοκύριακο, κατευθυνόμαστε προς την πόλη. Την πρώτη μέρα του ταξιδιού οι μετακινήσεις θα γίνουν με ταξί και με τα πόδια. Σε χώρες όπως αυτήν, υπάρχει ισχυρή σύσταση για λόγους ασφαλείας να χρησιμοποιούνται μόνο επίσημα ταξί κατά προτίμηση μέσω εφαρμογών όπως Uber και Cabify. Η ρυμοτομία των δρόμων στις περισσότερες πόλεις της χώρας είναι τετραγωνισμένη και οι δρόμοι έχουν συνήθως ονομασία βάσει αύξοντα αριθμού. Έτσι είναι εύκολο να προσανατολιστεί κανείς όταν οι οριζόντιες οδοί ονομάζονται Calle και αντίστοιχα οι κάθετες ονομάζονται Carrera, ακολουθούμενες τον αύξοντα αριθμό τους. Το μικρό ξενοδοχείο της πρώτης βραδιάς, αν και παλιό, παρείχε με κόστος €16 ένα απλό αλλά απρόσμενα μεγάλο διαμέρισμα με σαλόνι, κουζίνα και πλήρη οικοσκευή. Η πρώτη αυτή εμπειρία είναι ενδεικτική του χαμηλού κόστους ζωής σε ολόκληρη τη χώρα. 

Το ξενοδοχείο βρίσκεται πλησίον μιας από τις πολυτελείς εμπορικές γειτονιές της πρωτεύουσας, της ονομαζόμενης ως Chico. Τίποτα δεν αποπνέει την αύρα της νοτίου Αμερικής, τα εμπορικά κέντρα και τα καταστήματα διεθνών brands κάνουν την Chico μια περιοχή χωρίς χαρακτήρα. Όμως μπορεί να περάσει όμορφα κανείς απολαμβάνοντας πολύ αξιόλογα εστιατόρια και βέβαια να προμηθευτεί την απαραίτητη για το σύγχρονο ταξιδιώτη, κάρτα σύνδεσης στο διαδίκτυο. Στο εστιατόριο κάποιοι σερβιτόροι μιλούν αγγλικά, το μενού όμως είναι μόνο στα ισπανικά. Στο υπόλοιπο ταξίδι δε θα συναντήσουμε Κολομβιανούς που μιλούν έστω και λίγα αγγλικά. Η πρώτη επαφή με την τοπική κουζίνα είναι ενθουσιώδης και έτσι θα διατηρηθεί σε όλο το ταξίδι. Χαρακτηριστικότερο έδεσμα αποτελεί το Arepa, είδος επίπεδης πίτας από καλαμποκάλευρο, σκέτο ή με ποικίλη γέμιση. Οι Empanadas είναι επίσης διάσημο φαγητό της Νοτίου Αμερικής, τηγανισμένη ζύμη γεμισμένη με διάφορα υλικά όπως κοτόπουλο, κρέας, τυρί, φασόλια. Φυσικά το μοσχαρίσιο κρέας αφθονεί στη χώρα και η ποικιλία κοπής και ψησίματος συναρπάζει. Τα ψάρια και τα θαλασσινά επίσης δε λείπουν, ακόμα και στις περιοχές μακριά από τη θάλασσα. Έτσι το αγαπημένο ceviche (ωμό ψάρι μαριναρισμένο σε λεμόνι και μυρωδικά) και carpaccio θα αποτελεί καθημερινή απόλαυση. Συνοδευτικό σε πολλά πιάτα είναι οι patacones, τηγανητό είδος πράσινης μπανάνας.

Η περιοχή Chico και η γειτονική της όπου βρίσκεται το κατάλυμα, δείχνει ασφαλής ακόμα και για βραδινό περπάτημα. Η αγρύπνια από το jet lag με βρίσκει στο μεγάλο παράθυρο του δωματίου, παρακολουθώντας κάποιες παρέες ξενύχτηδων στο δρόμο.
Η χαραυγή θα σημαίνει την καθημερινή ώρα αφύπνισης και αναχώρησης, σε μια προσπάθεια εκμετάλλευσης του ημερησίου χρόνου και της κάλυψης των μεγάλων αποστάσεων. 

Οι καιρικές συνθήκες είναι πολύ διαφορετικές από τις αναμενόμενες μιας χώρας που βρίσκεται στην τροπική ζώνη. Η ευρύτερη περιοχή της Bogota ονομάζεται savannah, αν και δεν έχει καμία σχέση με την εικόνα που έχουμε από τις ζεστές, άνυδρες αφρικανικές πεδιάδες. Ουσιαστικά πρόκειται για οροπέδιο με μέσο υψόμετρο περί τα 2600μ, που διατηρεί ένα σταθερό κλίμα όλο το χρόνο με μέση θερμοκρασία τους 14 βαθμούς Κελσίου. Ο νεφελώδης καιρός της συγκεκριμένης μέρας έφερε ακόμα χαμηλότερες θερμοκρασίες και το πουπουλένιο τζάκετ που διστακτικά πήρα στο ταξίδι, αποδείχτηκε τελικά απαραίτητο.

Το ιστορικό κέντρο της Μπογκοτά, στην περιοχή που ονομάζεται Candelaria θεωρείται ασφαλές τη μέρα αλλά όχι μόλις πέσει η νύχτα. Πιθανόν το ίδιο ισχύει και για τα άγρια χαράματα που βρισκόμαστε εκεί και η περιοχή είναι έρημη από επισκέπτες.

Όσο η ώρα περνά όμως και αφού απολαύσουμε ένα πρόγευμα με arepas και changua (μια ιδιαίτερη σούπα που περιέχει γάλα, ολόκληρα αβγά και κόλιανδρο), οι επισκέπτες αλλά και η αστυνομία κάνουν αισθητή την παρουσία τους και την περιήγηση απροβλημάτιστη. Η Candelaria διαθέτει ένα χαρακτηριστικό δείγμα αποικιοκρατικής αρχιτεκτονικής, με παλιά αρχοντικά, καθεδρικούς και άλλα κτίρια σε στυλ μπαρόκ και αρτ ντεκό. Στην περιοχή στεγάζονται πολλά πανεπιστήμια, βιβλιοθήκες και μουσεία όπως αυτό του χρυσού, καθώς και του διάσημου γλύπτη Botero. Τα μουσεία δεν αποτελούν ταξιδιωτική μας προτεραιότητα, ενδιαφερόμαστε περισσότερο για τους ανθρώπους και τον τρόπο ζωής τους. 

Το βλέμμα μαγνητίζει η βόρεια πλευρά της Candelaria, που γειτονεύει με εκείνες, τις πολύχρωμες παραγκουπόλεις που διακοσμούν τους πρόποδες των νεφοσκέπαστων γύρω λόφων. Οι φτωχοσυνοικίες όπως η Egipto και Buenos Aries, δυστυχώς δεν είναι κατάλληλες για φωτογραφικές περιηγήσεις και οι περαστικοί με προειδοποιούν αμέσως μόλις βγαίνω από τα όρια της Candelaria και της περιοχής που αστυνομεύεται. 

Αν οι καιρικές συνθήκες είναι ευνοϊκές, υπάρχει ένας ακόμα διάσημος πόλος έλξης στην πόλη, η κορυφή του όρους Montserate, με υψόμετρο 3.150μ και όπου μπορεί να απολαύσει κανείς πανοραμική θέα της πόλης. Η πρόσβαση στην κορυφή μπορεί να γίνει με τελεφερίκ ή μέσω μιας ανηφορικής πεζοπορικής διαδρομής που διαρκεί περί τη μιάμιση ώρα και είναι ασφαλής μόνο τα Σαββατοκύριακα που είναι πιο πολυσύχναστη. Δυστυχώς, εκτός από την πυκνή συννεφιά και το ψιλόβροχο που είναι αποτρεπτικά τη συγκεκριμένη μέρα, ο αριθμός των ντόπιων που το επισκέπτονται τις Κυριακές είναι τόσο μεγάλος που καθιστά αποτρεπτική την τεράστια αναμονή. Άλλωστε πλησιάζει η συμφωνημένη ώρα παραλαβής του ενοικιαζόμενου αυτοκινήτου.


Το road trip  

Μετά από αρκετή έρευνα και προηγούμενη ενημέρωση από φίλο Κολομβιανό, η πιο αξιόπιστη και συμφέρουσα εταιρία ενοικίασης είναι η Localiza. Ένα μικρό sedan μάρκας Renault Logan, θα μας ταξιδέψει στα επόμενα 2700 περίπου, δύσκολα χιλιόμετρα, με τελικό σημείο της διαδρομής και της παράδοσης του οχήματος την παράλια πόλη της Barranquilla. 

Για 14 μέρες ενοικίασης, με μεικτή ασφάλιση και παράδοση σε άλλη πόλη, το κόστος ήταν περίπου €370. Ιδιαίτερα δύσκολη ήταν η συνεννόηση με τους εκπροσώπους της Localiza που δε μιλούσαν αγγλικά, της μετάφρασης και κατανόησης του συμβολαίου, της εγγύησης και άλλων λεπτομερειών. Η βενζίνη κοστίζει πολύ φθηνά στη χώρα, γύρω στο 0,5 ευρώ ανά λίτρο, τιμή που θεωρούν υψηλή οι Κολομβιανοί. 

Το ταξίδι ξεκινά δειλά-δειλά, μέσα στο μεγάλο μποτιλιάρισμα της ευρύτερης περιφέρειας της Μπογκοτά. Μικροπωλητές πωλούν την ευφάνταστη πραμάτεια τους ανάμεσα στα ακινητοποιημένα οχήματα του αυτοκινητόδρομου και ένα ψιλόβροχο συνοδεύει το μουντό σκηνικό. 


Salt Cathedral

Η Zipaquirá απέχει μόλις 50 χιλιόμετρα από τη Bogota, όμως η κίνηση τις ώρες αιχμής απαιτεί γύρω στις 2 ώρες για την ολοκλήρωση της διαδρομής. 

Ο ξακουστός, “Καθεδρικός ναός του αλατιού” βρίσκεται σε βάθος 200 μέτρων από την επιφάνεια του εδάφους, στα έγκατα ενός αλατωρυχείου. Τη δεκαετία του 1930, οι εργάτες σκάλισαν στο βράχο ένα παρεκκλήσι ως τόπο προσευχής και επίκλησης της Θείας πρόνοιας πριν την έναρξη της καθημερινής, επικίνδυνης εργασίας τους. Σταδιακά το έργο έφτασε στη σημερινή του μορφή αποκτώντας αίθουσες με τα εντυπωσιακά ψηλά ταβάνια, έναν λαβύρινθο διόδων που συνδέει μικρότερα δωμάτια και μια εντυπωσιακά τεράστια κεντρική σάλα όπου δεσπόζει μεγάλος μαρμάρινος σταυρός. Τα χειροποίητα ανάγλυφα στους τοίχους, συνοδεύουν πολλά γλυπτά, ενώ οι χώροι φωτίζονται σε μοβ απόχρωση που προσδίδει στο χώρο αίσθηση μυστικιστική.

Ένα άλλο αξιοθέατο στο υπόγειο συγκρότημα καθεδρικών ναών είναι οι «καθρέφτες του νερού», μία πέτρινη δεξαμενή με διαυγές αλμυρό νερό που δημιουργεί οφθαλμαπάτες με τους αντικατοπτρισμούς του και την αόρατη επιφάνειά του. Στην κεντρική αίθουσα πραγματοποιούνται προβολές παραστάσεων ηχοχρώματος, με σκηνές κοσμογονίας, ζωικού βασιλείου και άλλων θεμάτων, όπως το δημοφιλές άθλημα της χώρας, την ποδηλασία.

Ο Καθεδρικός του αλατιού αποτελεί δημοφιλές αξιοθέατο και τόπο προσκυνήματος για τους Κολομβιανούς, αλλά προσωπικά θα ομολογήσω ότι δεν ενθουσιάστηκα τόσο.

Λίμνη Tomine

Από τη Zipaquirá θα χρειαστούμε περίπου 2 ώρες μέχρι τον τελικό προορισμό για τη μέρα αυτή, την τεχνητή λίμνη Tomine. Η διαδρομή διασχίζει ένα δασώδες ορεινό πέρασμα και στη συνέχεια πεδιάδα με κτηνοτροφικές μονάδες, ενώ ο καιρός είναι βροχερός και ομιχλώδης. Άλλωστε διανύουμε τη βροχερή περίοδο στη χώρα αυτή, που ευτυχώς δε θα φέρει νεροποντές στη συνέχεια του ταξιδιού. Έχει βραδιάσει, τελικά καταφέρνουμε να βρούμε την τοποθεσία της φάρμας του F, που θα μας φιλοξενήσει απόψε. Ο F είναι Κολομβιανός που έχει ζήσει για 7 χρόνια στην Ελλάδα, μιλά άπταιστα ελληνικά και επέστρεψε στη γενέτειρά του, τον τόπο αυτό της ηρεμίας, εργαζόμενος ως freelancer παραγωγός ντοκιμαντέρ για γνωστό οργανισμό και παράλληλα καλλιεργητής βιολογικών προϊόντων. Τα εξαίσια κρασιά που είχαμε προμηθευτεί και μας πρόσφερε και ο F, συνοδευόμενα από ντόπιο μοσχαρίσιο φιλέτο, σε αυτή την παλιά, παραδοσιακή αγροτική βίλα, το τζάκι με τη ζωηρή φωτιά, και προπαντός η παρέα, έκαναν τη φιλοξενία αλησμόνητη. Η πρωινή θέα της λίμνης από το μεγάλο παράθυρο του καθιστικού, λειτουργεί σα μαγνήτης που προσπαθεί φιλότιμα να σε αιχμαλωτίσει, να σε κάνει να ξεχάσεις για λίγο το πιεστικό χρονοδιάγραμμα του ταξιδιού. Είναι δεδομένο πως δεν είναι χρονικά εφικτή η επίσκεψη σε όλα τα ενδιαφέροντα σημεία αυτής της τεράστιας χώρας.


Villa de Leyva

130 χιλιόμετρα διαδρομής σε καταπράσινα λιβάδια, λίγο μετά την όμορφη πόλη της Tunja και τον τυπικό πετρόχτιστο καθεδρικό, οδηγούν στη φημισμένη, μικρή κωμόπολη Villa de Leyva που παρουσιάζει αξιοσημείωτη, παραδοσιακή αποικιοκρατική αρχιτεκτονική.

Βρίσκεται σε οροπέδιο μεγάλου υψομέτρου με ημιέρημο έδαφος και χωρίς κοιτάσματα ορυκτών, γι’ αυτό και η πόλη έχει υποστεί μικρή ανάπτυξη τα τελευταία 400 χρόνια. Αυτές οι ατυχείς συγκυρίες χάρισαν στην πόλη την ευκαιρία να διατηρήσει μεγάλο μέρος του αρχικού αποικιακού στιλ και της αρχιτεκτονικής της, αποτελώντας μια από τις λίγες στην Κολομβία που παραμένουν σε αυτή τη μορφή. Οι δρόμοι και η μεγάλη κεντρική πλατεία είναι στρωμένοι με λιθόστρωτα και πολλά κτίρια χρονολογούνται από τον δέκατο έκτο αιώνα. Η Villa de Leyva αποτελεί ένα από τα κύρια τουριστικά αξιοθέατα της Κολομβίας και δημοφιλή προορισμό Σαββατοκύριακου για τους πολίτες της Μπογκοτά αλλά και ξένους τουρίστες. Ευτυχώς οι επισκέπτες είναι ελάχιστοι τις καθημερινές και παρά τους αρχικούς ενδοιασμούς σχετικά με τη νομιμότητα ή την ασφάλεια των σημείων στάθμευσης στα σοκάκια, η πόλη αποδεικνύεται φιλόξενη και με χαλαρούς ρυθμούς. Όμως και πάλι, εκτός από τα γραφικά cafes με τα γευστικά πρωινά εδέσματα, δεν έχει πολλά πράγματα που να δικαιολογούν το να αφιερώσει πολύ χρόνο κανείς. Παρ’ όλο που αποφεύγω τη διαδικασία συγκρίσεων μεταξύ διαφορετικών τόπων, είναι μοιραία η αντιπαραβολή με άλλες παραδοσιακές πόλεις που αφθονούν στη Λατινική Αμερική, έτσι ώστε να μην ενθουσιαστώ ιδιαιτέρως. 

Λίγο έξω από την πόλη βρίσκεται η Casa Terracota, ένα ασυνήθιστο οίκημα φτιαγμένο από ένα γιγάντιο κομμάτι χειροποίητης κεραμικής. Ο Κολομβιανός αρχιτέκτονας Octavio Mmendoza σμίλεψε την κατοικία εξ ολοκλήρου από πηλό, χωρίς να χρησιμοποιήσει άλλα υλικά για να υποστηρίξει τη διώροφη κατασκευή. Στη συνέχεια με μια ειδική τεχνική το άφησε να ψηθεί και να σκληρύνει στον ήλιο, ο οποίος μεταμόρφωσε τον εύκαμπτο πηλό σε ένα συμπαγές, στιβαρό κεραμικό. Αναφέρεται ως το μεγαλύτερο κομμάτι κεραμικής στον κόσμο. Στην εξωτερική πύλη ενημερωνόμαστε για το σχετικά ακριβό εισιτήριο, κάτι που συμβαίνει με όλα τα τουριστικά αξιοθέατα τα οποία έχουν διαφορετικές τιμές για ντόπιους και αλλοδαπούς επισκέπτες. Μια λεπτομέρεια που σχεδόν ξέχασε να αναφέρει, είναι πως το σπίτι είναι επισκέψιμο μόνο εξωτερικά λόγω έλλειψης συντήρησης κατά την πανδημία, γεγονός που αναιρεί την επίσκεψη ως επιλογή. 


Barichara

Η διαδρομή είναι και πάλι κουραστική, με αυξημένη κίνηση βαρέων οχημάτων. Οι κυριότερες πόλεις που συναντώνται είναι το San Gil το οποίο στερείται κάθε ομορφιάς, αλλά είναι διάσημο για οργανωμένες δραστηριότητες όπως rafting, kayaking, hiking και κατόπιν το Socorro που είναι γραφικό και διαθέτει πολυσύχναστο παρκάκι υπό τη σκιά φοινικόδεντρων και έναν ταιριαστό καθεδρικό ναό.

Μετά από 5 ώρες και 190 χιλιόμετρα, καταλήγουμε στον τελικό προορισμό της ημέρας, τη Barichara. Σε αντίθεση με τη Villa de Leyva, η Barichara με μάγεψε! Είναι ντυμένη με χρυσούς χρωματικούς τόνους που προσδίδουν τα βραδινά φώτα στην πέτρα, στο λευκό κονίαμα των παραδοσιακών σπιτιών και στα λιθόστρωτα δρομάκια. Αυτή η πόλη, με μια διακριτική τουριστική ανάπτυξη που σέβεται την ιστορία και την παράδοση, είναι ένα κόσμημα, ίσως η ομορφότερη του οδοιπορικού. Νιώθω σα να βρίσκομαι σε μια άλλη εποχή.

Στο βόρειο άκρο της πόλης, κοντά στο ναό Capilla de Santa Barbara, βρίσκεται το αποψινό κατάλυμα που είναι απίστευτα καλαίσθητο, τριγυρισμένο από έναν περιβάλλοντα χώρο γεμάτο τροπική βλάστηση, με γευστικότατο πρωινό, σε ανέλπιστα χαμηλή τιμή όπως παντού στη χώρα.

Είναι από τις σπάνιες φορές που πιστεύω πως αξίζει να μνημονεύσω ένα κατάλυμα: Casa de Huespedes el Cogollo

Η Barichara βρίσκεται σε σχετική λήθη τις βραδινές ώρες και αυτό συμβάλλει στην ατμοσφαιρική της εικόνα. Τα διαθέσιμα εστιατόρια δεν είναι πολλά, αλλά το τραπέζι στο ξύλινο μπαλκονάκι του El Puntal, προσφέρει ιδανικό σημείο για δείπνο και ο καιρός -αν και βροχερός- δεν είναι πλέον τόσο ψυχρός.

Μετά από τις προσπάθειες μετάφρασης του μενού, η παραγγελία περιλάμβανε μεταξύ άλλων δύο διαφορετικά πιάτα με μοσχαρίσιο κρέας. Το ένα ήταν νοστιμότατο, το άλλο όμως δεν έμοιαζε με φιλέτο μοσχαριού, ήταν λεπτό, πολύ λιπαρό και με όχι ευχάριστη γεύση. Προσπάθησα να εξηγήσω στο σερβιτόρο με το μεταφραστή της google πώς έχει γίνει λάθος και έχουν φέρει χοιρινό κρέας. Μετά από συνομιλία με τον chef επιστρέφει με τη δική του μετάφραση: “Είναι τυπική γεύση μαστών αγελάδας”. Μου έδειξε μάλιστα φωτογραφίες του ζωικού μέρους για να το καταλάβω καλύτερα. 

Η πόλη είναι πολύ ζωντανή τη μέρα και η περιήγηση είναι απολαυστική. Τα αποικιακά σπίτια με τις κεραμοσκεπές διατηρούνται τέλεια, οι επικλινείς λιθόστρωτοι δρόμοι κατηφορίζουν τις πλαγιές αποκαλύπτοντας τη γραφική θέα, τα χαριτωμένα μικρά μπαλκόνια, οι πολύχρωμες πόρτες και τα παντζούρια, είναι κύρια χαρακτηριστικά του κάλλους της Barichara. Μεσήλικες με καπέλα cowboy απολαμβάνουν οκνηρά τη λιακάδα στα γωνιακά πεζούλια των σπιτιών, άλλοι πηγαίνουν βιαστικοί στις δουλειές τους, περιμένουν σε ουρές έξω από την τράπεζα και γυναίκες μεταφέρουν τις προμήθειες του οικογενειακού γεύματος. Στις διαδρομές με το αυτοκίνητο μέσα στα σοκάκια, αντιλαμβανόμαστε πως κάτι κάνουμε λάθος. Παρ’ όλο που οι άλλοι οδηγοί είναι ευγενικοί και υπομονετικοί, διαπιστώνουμε ότι κινούμαστε ανάποδα σε μονόδρομους μέχρι τώρα σε όλο ταξίδι! Η οδική σήμανση δεν περιλαμβάνει το γνωστό κυκλικό απαγορευτικό σήμα με το κόκκινο φόντο και τη λευκή γραμμή, παρά μόνο διακριτικές, μακρόστενες ταμπέλες ψηλά στις γωνίες των κτισμάτων, με ένα βέλος κατεύθυνσης σε λευκό φόντο!

Όσο πολιτισμένοι είναι οι οδηγοί στις μικρές πόλεις, τόσο επιθετικοί και ριψοκίνδυνοι μετατρέπονται στους εθνικούς δρόμους. Οι περισσότεροι δρόμοι, που συνδέουν ακόμα και τις κύριες πόλεις, έχουν μόνο μία λωρίδα ανά κατεύθυνση και η κατάσταση χειροτερεύει στα ορεινά περάσματα όπου καταλήγει η οροσειρά των Άνδεων. 

Η μέρα που ακολουθεί είναι η δυσκολότερη του ταξιδιού, με 14 συνεχόμενες ώρες στο τιμόνι. Το φαράγγι Chicamocha θεωρείται αξιοθέατο της χώρας, αλλά εγώ δε βρήκα κάτι το εντυπωσιακό σε αυτό. Αντιθέτως η αργή ταχύτητα των φορτηγών και η δυσκολία προσπεράσεων, δεν έκαναν ιδιαίτερα απολαυστική τη διαδρομή. Τη φιδίσια χάραξη του δρόμου ακολουθεί το χαμηλό σημείο του φαραγγιού που διατρέχει ο μικρός ποταμός Umpala και όπου βρίσκονται κάποιες μικρές, κακόγουστες εγκαταστάσεις με νεροτσουλήθρες. Ακολουθεί μία από τις πολλές καθυστερήσεις λόγω έργων που διακόπτουν τελείως την κυκλοφορία των οχημάτων για αρκετή ώρα. 

Η Bucaramanga είναι μια μεγάλη, γκρίζα και άσχημη πόλη με ψηλά κτίρια. Λόγω της εγγύτητας με τα σύνορα της Βενεζουέλας, στους δρόμους κυκλοφορούν οικογένειες προσφύγων από τη γειτονική χώρα που εξακολουθεί να βρίσκεται σε βαθιά οικονομική κρίση. Ο δρόμος βελτιώνεται μετά την πόλη, οι λωρίδες γίνονται δύο ανά κατεύθυνση αλλά όχι για πολύ. Ένα απολαυστικό κομμάτι του χαρακτηρίζεται από πεδινές εκτάσεις με μεγάλες ευθείες και συστοιχίες μπαμπού και άλλων δέντρων που δημιουργούν ειδυλλιακά καταπράσινους θόλους πάνω απ’ το δρόμο. Η κίνηση λιγοστεύει καθώς προτιμάται η κοντινότερη, βόρεια διαδρομή για το Medellin. Ο δικός μας προορισμός διανυκτέρευσης υπολογίζεται να είναι η πόλη της Marinilla, αφού προηγείται μια απαραίτητη στάση για ένα γρήγορο γεύμα σε τοπικό αρεπατζίδικο. Μια χρήσιμη συμβουλή είναι το να αποφεύγει κανείς να οδηγεί βράδυ σε άγνωστες χώρες με κακό οδικό δίκτυο, κάτι που βέβαια δε μπορούσε να τηρηθεί σχεδόν καμία μέρα. Έτσι, γύρω στις 11μμ καταφθάνουμε στη Marinilla. Η κατάσταση στην πόλη αυτήν δεν εμπνέει καμία ασφάλεια, η κατάσταση μοιάζει επίφοβη. Τα στενά σοκάκια είναι μπλοκαρισμένα από αυτοκίνητα με σκούρα τζάμια, με έμπορους ναρκωτικών να προμηθεύουν τους επιβαίνοντες, στα πεζοδρόμια παρέες συμμοριών αδειάζουν πολλά μπουκάλια αλκοόλ. Το ξενοδοχείο δεν καταφέρνουμε να το εντοπίσουμε, δεν υπάρχει κανένα σημείο για να σταθμεύσουμε ούτε μπορούμε με ασφάλεια να αφήσουμε κάπου το όχημα όλο το βράδυ και μάλιστα μεταφέροντας πεζή τις αποσκευές μέχρι το ξενοδοχείο. Η λογικότερη απόφαση είναι να θυσιάσουμε τα €15 της κράτησης του ξενοδοχείου και να οδηγήσουμε μια ώρα ακόμα μέχρι το κύριο σημείο ενδιαφέροντος της περιοχής, το Guatape. Η οδήγηση σε έναν ακόμα στενό δρόμο με στροφές δεν είναι ό,τι πιο ευχάριστο μετά από τόσες ώρες στο τιμόνι. Ένα συμβάν θα υπενθυμίσει τους κινδύνους της νυχτερινής οδήγησης. Ένα αυτοκίνητο από την αντίθετη κατεύθυνση, σε προσπάθεια προσπέρασης σταματά λίγα μέτρα από μια μετωπική σύγκρουση με το δικό μας. 

To booking.com εμφανίζει διαθέσιμο ένα πολυτελές ξενοδοχειακό συγκρότημα στις όχθες μιας λίμνης, στην απίστευτη τιμή των 90.000 COP (€20) με πρωινό! Φτάνοντας στην περιοχή, ο πλοηγός δείχνει κατεύθυνση εκτός ασφαλτόδρομου, σε ένα ανηφορικό, χωμάτινο κομμάτι με βαθιά νεροφαγώματα που αδυνατούσε να διασχίσει το μικρό sedan. Προσπαθώ να προσεγγίσω από άλλη πλευρά τη χερσόνησο που έδειχνε το στίγμα, όμως και αυτός ο χωματόδρομος γίνεται αδιάβατος. Μοιάζει απίθανο ένα τέτοιο ξενοδοχείο να μην έχει δρόμο, παρ’ όλα αυτά δεν υπάρχει άλλη λύση απ’ το να τολμήσω να περάσω το αυτοκίνητο απ’ το αρχικό, δύσβατο, στενό δρομάκι. Χωρίς καμία προηγούμενη ταμπέλα, εμφανίζεται στο σκοτάδι μετά από μια ανοιχτή περίφραξη, ένα σήμα που γράφει Soy Local, μια κοιλάδα με καταπράσινο γρασίδι, πολυτελείς βίλες και κάτι που μοιάζει με ξενοδοχείο, ακόμα πιο εντυπωσιακό από αυτό που απεικονίζονταν στο διαδίκτυο. Το τριώροφο κτίριο σε σχήμα Π, παρά τον όγκο του εντάσσεται αρμονικά στον περιβάλλοντα χώρο και ξύλινοι εξώστες σε διαδοχικά ύψη της όχθης συνδέονται με σκαλιά που καταλήγουν στη λίμνη. Η ώρα αυτή της ηρεμίας πλάι στην υδάτινη επιφάνεια που ακολουθεί μια δαντελωτή ακτογραμμή, είναι μια ανακούφιση στον υπερβάλλοντα κόπο της ημέρας. Η ομορφιά του μοναδικού φυσικού τοπίου της περιοχής, αποκαλύπτεται πλήρως με το φως της ημέρας. Μια βόλτα στη λίμνη με κανό και μια βουτιά είναι επιβεβλημένη.


Guatapé

Το Guatapé είναι από τα πιο τα εντυπωσιακότερα σημεία της επαρχίας Antioquia και της χώρας γενικότερα. Η κατασκευή υδροηλεκτρικού φράγματος τη δεκαετία του 1970, πλημμύρισε την περιοχή σχηματίζοντας ένα μοναδικής ομορφιάς σύστημα λιμνών και ευνοώντας την κτηματική και τουριστική ανάπτυξη της περιοχής. Μια βόλτα με κανό προσφέρει ακόμα καλύτερη επαφή με τη λίμνη και το κλίμα που είναι θερμότερο στα μέρη αυτά κάνει μια βουτιά επιβεβλημένη. 

Η περιοχή των λιμνών εκτείνεται σε έναν δαιδαλώδη σχηματισμό στην ευρύτερη περιοχή, ενώ οι χερσόνησοι και τα νησιά συνδέονται οδικώς με γέφυρες.

Κυρίαρχο αξιοθέατο του Guatapé είναι το El Peñón, ένας βραχώδης σχηματισμός που συνορεύει με τη λίμνη και σχηματίστηκε πριν από 70 εκατομμύρια χρόνια. Τα δύο τρίτα του ύψους του βρίσκονται κάτω από το έδαφος, ενώ η εκτεθειμένη κάθετη όψη του έχει ύψος πάνω από 200 μέτρα. Οι επισκέπτες μπορούν να ανέβουν στο βράχο μέσω μιας σκάλας με 740 απότομα σκαλιά που είναι χτισμένη στη μία πλευρά. Στην κορυφή του βράχου, η εντυπωσιακή θέα που απλώνεται στον ορίζοντα προς κάθε κατεύθυνση, αποζημιώνει τον ιδρώτα της ανάβασης. Tο ομώνυμο χωριό του Guatape παρουσιάζει ιδιαίτερη ομορφιά, με τις πολύχρωμες ξύλινες προσόψεις σπιτιών και καταστημάτων, ομολογουμένως όμως είναι αρκετά τουριστικό.


Medellin

Η πόλη θρύλος, ο μυθικός τόπος όπου διαδραματίζονται τόσες κινηματογραφικές ταινίες και σειρές με θέμα τα καρτέλ των ναρκωτικών, το κέντρο της αυτοκρατορίας του Pablo Escobar, απλώνεται μπροστά μας μετά από την έξοδο μιας σήραγγας. Συστοιχίες ουρανοξυστών διάσπαρτες παντού υψώνονται στους ορίζοντες, συνυπάρχοντας με τα κουτάκια από τούβλα των παραγκουπόλεων, κάτω από ένα χρυσό απογευματινό φως. Δεν υπάρχει σημείο στάθμευσης στον αυτοκινητόδρομο, όμως κάθε κατηφορική στροφή δίνει την ευκαιρία μια ακόμα εικόνα της πόλης που με αφήνει με το στόμα ανοιχτό.

Βασική προϋπόθεση επιλογής του μικρού ξενοδοχείου είναι το να διαθέτει χώρο στάθμευσης. Το El Poblado είναι ένα πολυτελές προάστιο της πόλης, τριγυρισμένο από πολλά μοντέρνα κτίρια που γειτνιάζουν με απότομους λόφους και αστικό δάσος. Τα περισσότερα από τα μοντέρνα μπαρ, κλαμπ και εστιατόρια του Medellín βρίσκονται σε αυτή τη γειτονιά που είναι ασφαλής για βόλτα όλες τις ώρες. Κάποια από αυτά έχουν το προνόμιο να βρίσκονται σε ταράτσες κτιρίων προσφέροντας απαράμιλλη θέα στην πόλη. Τα αμέτρητα φώτα του Medellin ανάβουν ένα-ένα σαν άστρα μέσα στο πέπλο της νύχτας που πέφτει πάνω απ’ την πόλη. 

Το Medellin είναι η δεύτερη μεγαλύτερη πόλη στην Κολομβία με πληθυσμό τριών εκατομμυρίων. Το 2013 τιμήθηκε ως Καινοτόμος Πόλη της Χρονιάς, όμως το πρόσφατο παρελθόν της πόλης είναι ιδιαίτερα μελανό. Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του ’80 και του ’90, θεωρούνταν μία από τις πιο επικίνδυνες πόλεις στον κόσμο, με υψηλό ποσοστό ανθρωποκτονιών και απαγωγών. Ο άρχοντας των ναρκωτικών Πάμπλο Εσκομπάρ και το λεγόμενο Καρτέλ του Μεντεγίν, είχαν την έδρα τους εδώ. Μετά το τέλος της εποχής αυτής και τις προσπάθειες καταπολέμησης των παράνομων δραστηριοτήτων, η εγκληματικότητα και το ποσοστό δολοφονιών μειώθηκε σημαντικά. Παρά τη βελτίωση της ασφάλειας τα τελευταία χρόνια, η βία που συνδέεται με το εμπόριο ναρκωτικών συνεχίζει να υπάρχει. Αν και εξακολουθούν να ισχύουν ταξιδιωτικές προειδοποιήσεις, πολίτες από όλο τον κόσμο επισκέπτονται με ασφάλεια την Κολομβία κάθε χρόνο για τουρισμό, επιχειρήσεις, σπουδές και εθελοντική εργασία. Οι Paisas, οι κάτοικοι του Medellin, είναι περήφανοι για την πρόοδο της πόλης τους. Όσο μοντέρνα και γραφική κι αν φαίνεται, θα πρέπει να συμβουλεύεται κανείς τους ντόπιους σχετικά με τις επικίνδυνες γειτονιές.

Το Medellin διαθέτει το μοναδικό σύστημα μετρό στην Κολομβία και φημίζεται επίσης για το τέλειο κλίμα του, γι’ αυτό είναι γνωστό και ως “πόλη της αιώνιας άνοιξης”.  Φέρει επίσης το ψευδώνυμο της Πόλης των Γλυπτών, καθώς παλιότερα υπήρχε ένας τοπικός νόμος που επέβαλε σε κάθε νέο κτίριο να επενδύσει σε ένα έργο τέχνης που εκτίθεται στο κοινό, συνήθως ένα γλυπτό. 

Η πόλη πάσχει από έντονη κυκλοφοριακή συμφόρηση ειδικά τη μέρα. Η επίσκεψη στην Plaza Botero, το μικρό υπαίθριο πάρκο όπου βρίσκονται εγκατεστημένα 23 γλυπτά του διάσημου αυτού Κολομβιανού καλλιτέχνη, στέφθηκε με αποτυχία καθώς θέση στάθμευσης δεν υπάρχει τριγύρω. Το ίδιο συνέβη και με το Pueblito Paisa, έναν χώρο αναψυχής σε κεντρικό λόφο όπου υπάρχει μια τουριστική ρεπλίκα παραδοσιακού χωριού. Εκτός από το ότι δεν υπάρχει πάρκινγκ στο σημείο και θα πρέπει κανείς να προσεγγίσει μόνο με ταξί, δεν άξιζε ούτε το λίγο χρόνο που αφιέρωσα τη στιγμή δοκιμάζοντας την ανοχή της τροχαίας.

Comuna 13

Στις δεκαετίες του ’80 και ’90, η παραγκούπολη Comuna 13 θεωρούνταν μία από τις πιο επικίνδυνες γειτονιές στον κόσμο. Διοικείτο από βίαιες οργανώσεις διακίνησης ναρκωτικών, οι οποίες χρησιμοποιούσαν το φτωχό αυτό τόπο, ως διαδρομή διέλευσης και ορμητήριο ανταρτών, συμμοριών και παραστρατιωτικών.

Αλλά τα πράγματα άρχισαν να αλλάζουν το 2002 όταν ο τότε Πρόεδρος ξεκίνησε την αμφιλεγόμενη επιχείρηση Orion, μια επιδρομή στρατιωτών και ελικοπτέρων, με απολογισμό δεκάδες νεκρούς και τραυματίες, ανάμεσά τους και άμαχους κατοίκους. 

Το 2011 ο Δήμαρχος προχώρησε στη βελτίωση της κοινότητας και εγκατέστησε τις escaleras electricas, μια σειρά από κυλιόμενες σκάλες που σύνδεσαν την απομονωμένη γειτονιάς στην πλαγιά του λόφου με την κάτω πόλη.

Οι κυλιόμενες σκάλες είχαν πολλούς επικριτές λόγω κόστους κατασκευής, σε μια περιοχή που οι κάτοικοι αντιμετωπίζουν με σοβαρά βιοτικά προβλήματα. Όπως αποδείχτηκε όμως, το όραμα του Δημάρχου απέδωσε. Οι σκάλες έδωσαν στους κατοίκους νέα ελευθερία και επέφεραν μια ολοκληρωτική αλλαγή στην τοπική νοοτροπία. Τα παιδιά άρχισαν να παίζουν στους δρόμους και οι ντόπιοι καλλιτέχνες ένιωσαν αρκετά ασφαλείς για να βγουν και να διακοσμήσουν τη γειτονιά τους.

Το αποτέλεσμα ήταν να μετατραπεί σε ένα πολύχρωμο έργο τέχνης, με τοιχογραφίες και γκράφιτι, ένα λαμπρό μουσείο τέχνης του δρόμου, εκεί που κάποτε υπήρχαν τρύπες από σφαίρες. Πολλές τοιχογραφίες αφηγούνται αλληγορικά την ιστορία και τα γεγονότα της Comuna 13 που αποτελεί πλέον σημαντικό σημείο επίσκεψης των ταξιδιωτών. Παρά τις μεταρρυθμίσεις, παραμένει μια φτωχή γειτονιά και η ασφάλεια περιορίζεται μόνο στη διάρκεια της μέρας.

Υπάρχουν πολλοί αυτοανακηρυγμένοι ξεναγοί που προσφέρονται να σας συνοδεύσουν και να σας μιλήσουν για τα ιστορικά γεγονότα, έναντι μικρού αντιτίμου ή εθελοντικού φιλοδωρήματος. Όπως και στις φαβέλες του Rio de Janeiro, η πανοραμική θέα είναι εντυπωσιακή. Οι κάτοικοι είναι φιλικοί και συνηθισμένοι στον τουρισμό, κάποια μαγαζάκια πωλούν αναμνηστικά και πίνακες τοπικών καλλιτεχνών χωρίς σπουδαία αισθητική. Ένας ηλικιωμένος πασχίζει να απλώσει ένα πλυμένο σεντόνι, εμφανίζομαι για να τον βοηθήσω και να μου χαρίσει ένα αυθόρμητο χαμόγελο. Λίγο παραπέρα οι ντόπιοι έχουν στήσει μια μικρή γιορτή με τραγούδια και μπίρες.

Επιστρέφουμε με ταξί UBER στο σημείο στάθμευσης του αυτοκινήτου και από εκεί στην απέναντι πλευρά της πόλης προσπαθώντας να προσεγγίσουμε τo Acevedo όπου βρίσκεται σταθμός μετρό και τελεφερίκ. Όλοι οι δρόμοι έχουν αυξημένη κυκλοφοριακή κίνηση, όπως και δρόμος δίπλα στον ποταμό Medellin όπου η στάθμευση αποδεικνύεται δύσκολη. Τελικά σε έναν ανοιχτό χώρο που λειτουργεί συνεργείο φορτηγών εμπιστευόμαστε το αμάξι. 


Πάρκο Avri

Μια πεζογέφυρα ενώνει την απέναντι όχθη του ποταμού και τους σύγχρονους σταθμούς του μετρό και τελεφερίκ. Από το σταθμό Acevedo, ξεκινάει η διαδρομή με την πανοραμική θέα πάνω από τις παραγκουπόλεις, με στάσεις στους σταθμούς Andalucía, Popular, Santo Domingo, Savio. Το σκηνικό είναι εξίσου σουρεαλιστικό με την Communa 13, το σύγχρονο τελεφερίκ έρχεται σε αντίθεση με τις φτωχές συνθήκες διαβίωσης στους οικισμούς με τα τούβλα και τις λαμαρινένιες στέγες. Ανηφορίζοντας προς το λόφο, αφήνουμε πίσω τον αστικό ιστό και κατευθυνόμαστε πάνω από πυκνό τροπικό δάσος μέχρι τον τελευταίο σταθμό, το πάρκο Avri. Πρόκειται για ένα οικολογικό φυσικό καταφύγιο και αρχαιολογικό χώρο στη βορειοανατολική περιοχή του Μεντεγίν. Ως τουριστικός προορισμός, το εισιτήριο του τελεφερίκ έχει σχεδόν διπλάσια τιμή απ’ ό,τι στις υπόλοιπες στάσεις ($10.000 COP). Το πάρκο δεν παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον κατά τη γνώμη μου όσο ή ίδια η διαδρομή μέχρι εδώ, ενώ κάποια πεζοπορικά μονοπάτια απαιτούν χρόνο που δε διαθέτουμε. Επίσης, διάβασα μαρτυρίες από θύματα ένοπλων ληστειών που είχαν σημειωθεί πρόσφατα στα μη ελεγχόμενα μονοπάτια, σε μικρή απόσταση από τις κεντρικές εγκαταστάσεις του πάρκου.


Puerto Berrio

Μια ακόμα δύσκολη οδική διαδρομή ακολουθεί, σε έναν στενό δρόμο με στροφές, πολλά φορτηγά και αρκετές διακοπές κυκλοφορίας λόγω έργων οδοποιίας αλλά και στενών σημείων μέσα από οικισμούς που αναγκάζουν την εκ περιτροπής διέλευση. Η διανυκτέρευση θα γίνει στο Puerto Berrio, έναν μικρό και σχετικά έρημο οικισμό στις όχθες του ποταμού Magdalena. Ένα από τα λίγα ξενοδοχεία της πόλης, δεν παρέχει κάποια πολυτέλεια αλλά ή σπιτονοικοκυρά είναι ευγενέστατη παρά την έλλειψη κοινής γλώσσας επικοινωνίας. Σε παρακείμενη ψαροταβέρνα, καταφέρνουμε να συνεννοηθούμε και να παραγγείλουμε νοστιμότατα τηγανητά ψαράκια, ενώ για τις μπίρες μου θα πρέπει να πεταχτώ σε παρακείμενο μπαρ με δυνατή μουσική και λίγους θαμώνες με γκανγκστερικές φάτσες. Τα νερά του ποταμού βάφονται πορφυρά με το φως της αυγής, τον Magdalena θα τον ακολουθήσουμε σε μια παράλληλη διαδρομή.

Η κατεύθυνση οδηγεί πίσω, στα περίχωρα της Bucaramanga, και από εκεί και έπειτα το ταξίδι γίνεται ευχάριστο, χωρίς πολλή κίνηση οχημάτων, σε όμορφες πεδινές διαδρομές και άλλες που διασχίζουν μαγευτικούς υδροβιότοπους. Παρά τα περίπου 500 χιλιόμετρα και την οκτάωρη οδήγηση, το Mompox μας υποδέχεται ευδιάθετους για να επιδείξει τις ομορφιές του.


Mompox

Το Santa Cruz de Mompox (ή Mompos), βρίσκεται στις βαλτώδεις τροπικές περιοχές της βόρειας Κολομβίας, στις όχθες του ποταμού Magdalena, την κύρια πλωτή οδό της χώρας. Το Mompox είχε μεγάλη εμπορική σημασία, καθώς συνέδεε το λιμάνι της Καρθαγένης με την ενδοχώρα. 

Η πόλη, που σήμερα αποτελεί Μνημείο Παγκόσμιας Κληρονομιάς της UNESCO, ιδρύθηκε το 1540 και έπαιξε βασικό ρόλο στον ισπανικό αποικισμό της Νότιας Αμερικής. Το ιστορικό κέντρο έχει διατηρήσει μια εξέχουσα αρχιτεκτονική αρμονία, ενώ τα περισσότερα από τα κτίρια εξακολουθούν να χρησιμοποιούνται για τους αρχικούς τους σκοπούς, παρέχοντας μια εξαιρετική εικόνα του πώς ήταν μια ισπανική αποικιακή πόλη.

Το Mompox έχει τρεις πλατείες κατά μήκος του ποταμού, η καθεμία με τη δική της εκκλησία. Τα περισσότερα από τα κτίρια στο ιστορικό κέντρο διατηρούνται σε εξαιρετική κατάσταση. Όσο κι αν μείνεις εδώ, δύσκολα θα βαρεθείς να τριγυρίζεις στα γραφικά πλακόστρωτα δρομάκια, να ρεμβάζεις στα καλόγουστα cafe και τα εστιατόρια με τα λαχταριστά μενού, να αναπαύεσαι στα μικρά ξενοδοχεία με την αποικιακή αρχιτεκτονική που σαγηνεύει, μεταφέροντάς σε στην ατμόσφαιρα μιας άλλης εποχής, αυτής των ηρώων της λογοτεχνίας του Marques.


Cartagena

Μετά από περίπου 320χλμ και 5-6 ώρες οδήγησης, αντικρίζουμε επί τέλους τη θάλασσα της Καραϊβικής, με τους ουρανοξύστες της Καρθαγένης να υψώνονται στον υδάτινο ορίζοντα.

Η Καρταχένα, γνωστή από την αποικιακή εποχή ως Cartagena de Indias (Καρθαγένη των Ινδιών), είναι πόλη και μεγάλο λιμάνι στη βόρεια ακτή της Κολομβίας, την Καραϊβική Θάλασσα και τον Ατλαντικό Ωκεανό. Ιδρύθηκε το 1533 και η στρατηγική θέση της ανάμεσα στους πλωτούς ποταμούς Μαγδαλένα και Σινού έδινε πρόσβαση στο εσωτερικό του «Βασιλείου της Νέας Γρανάδας». Αποτέλεσε έτσι βασικό λιμένα εμπορίου μεταξύ της μητροπολιτικής Ισπανίας και της υπερπόντιας αυτοκρατορίας της, παίρνοντας το όνομά της από την ομώνυμη Ευρωπαϊκή πόλη, που με τη σειρά της δανείστηκε την ονομασία από την αρχαία Καρχηδόνα. Επίσης ήταν η κύρια πύλη εισόδου Αφρικανών σκλάβων στη Λατινική Αμερική. Η παλιά πόλη εντός των τειχών, αποτελεί επίσης Μνημείο Παγκόσμιας Κληρονομιάς της UNESCO.

Χτισμένη γύρω από έναν πανέμορφο φυσικό κόλπο, η Cartagena είναι μια από τις πιο όμορφες, καλοδιατηρημένες πόλεις της Αμερικής και συνάμα ένας από τους πιο πολυσύχναστους τουριστικούς προορισμούς στην Κολομβία.

Τα σοκάκια της πόλης, πλημμυρίζουν από τοπική μουσική και τα χρώματα των καταστημάτων με τις χειροτεχνίες. Οι Palenqueras, οι μελαμψές γυναίκες με τις φανταχτερές παραδοσιακές φορεσιές και το δοχείο με τα φρούτα που ισορροπούν στο κεφάλι τους, αποτελούν σήμα κατατεθέν τις πόλης, βγάζοντας το μεροκάματο από τις φωτογραφίες των τουριστών.

Το ιστορικό κέντρο, του οποίου η ομορφιά και η πολιτιστική σημασία το έκαναν παγκοσμίως γνωστό, περιβάλλεται από αρχαία τείχη που αγκαλιάζουν την πόλη. Η πόλη δεν έχει μόνο ιστορία, καθώς είναι το σκηνικό μιας ζωντανής, κοσμοπολίτικης ζωής με πολλές επιλογές διασκέδασης, όλα αυτά σε ένα ευχάριστο τροπικό κλίμα.

Εντυπωσιάζομαι από το γεγονός ότι το αυτοκίνητο μπορεί να μπει εντός των τειχών, μέσα από τις στενές πέτρινες πύλες. Ακόμα πιο ανέλπιστο είναι το ότι υπάρχει σημείο στάθμευσης, με διαθέσιμες θέσεις και μάλιστα δωρεάν. Βέβαια ένας ηλικιωμένος και ένας τοξικομανής εμφανίζονται ανταγωνιζόμενοι για φιλοδώρημα, με αντάλλαγμα την επίβλεψη του οχήματος. Φυσικά δίνω ένα μικρό ποσό, τουλάχιστον για τη διασφάλιση των ωρών που θα βρίσκονται εκεί, ενώ το αμάξι θα αναπαύεται για μερικές από τις επόμενες μέρες. 

Το ξενοδοχείο στην παλιά πόλη παρέχει μικρά δωμάτια χωρίς ιδιαίτερη χάρη, άλλωστε ποιος θέλει να μένει στο δωμάτιο σε μια πόλη όπως αυτή; Η ευρύχωρη σάλα του ορόφου, με το ξύλινο πάτωμα και τα μπαλκόνια με τη θέα στο καμπαναριό του παρακείμενου ναού, τον πολυσύχναστο δρόμο από κάτω, μου ανακαλεί παλιές αναμνήσεις από την Αβάνα της Κούβας. Οι βόλτες στην πόλη και πάνω στα τείχη με τη θέα στον Ατλαντικό είναι απολαυστικές, όμως και πάλι θα παραδεχτώ πως μέρη με τόσο έντονη τουριστική κίνηση δεν είναι πολύ του γούστου μου. Η Cartagena πάντως είναι ο ασφαλέστερος προορισμός στην Κολομβία και μπορεί κανείς να την απολαύσει ανέμελα όλο το 24ωρο. 


Isla Pirata

Σε κοντινή απόσταση, έξω από τον κόλπο της Cartagena, βρίσκονται μερικές συστάδες νησιών, τα περίφημα Islas del Rosario ενώ λίγο πιο μακριά βρίσκονται τα νησιά San Bernardo. Καθημερινά, πλήθος πλωτών γεμάτων τουρίστες κατευθύνεται προς τις παραλίες των νησιών, κυρίως του Isla Grande και Isla Baru. Το τελευταίο μάλιστα, όπως δείχνει ο χάρτης δεν είναι πραγματικά νησί αλλά χερσόνησος που συνδέεται με ισθμό και δρόμο με την ενδοχώρα. Η έντονη τουριστική ανάπτυξη που απ’ ότι φαίνεται κυριαρχεί στα κοντινά αυτά νησιά, οδηγεί σε αναζήτηση πιο εναλλακτικού “παραδείσου”. Αυτός ονομάζεται Isla Pirata και πρόκειται για ένα μικροσκοπικό ιδιωτικό νησί με ένα μόνο κατάλυμα. Η πολυτέλεια της ιδιωτικότητας αυτής είναι μάλλον σε προσφορά και κοστίζει €55 τη βραδιά. Βέβαια στο κόστος θα πρέπει να υπολογίσει κανείς και τη μετάβαση με το ταχύπλοο, που διπλασιάζει την τιμή. Το νησί αποτελεί οικογενειακή περιουσία που κληρονομήθηκε εδώ και γενιές και το μισό περιλαμβάνει μια-δυο βίλες ελαφρώς εγκαταλελειμμένες. Είναι κατάφυτο από φοινικόδεντρα που προσφέρουν πολύτιμη σκιά όταν ο καυτός ήλιος ξεμυτίζει από τα σύννεφα. Δεν υπάρχει κάποια τυπική παραλία με αμμουδιά, αλλά έχει ξύλινες προβλήτες σε διάφορα σημεία, με ξαπλώστρες και κρεβάτια παραλίας που απέχουν ένα βήμα από τα τιρκουάζ νερά της Καραϊβικής. Απλές καλύβες φιλοξενούν τους επισκέπτες, ενώ στο διώροφο κεντρικό κτίριο με την επίσης χορταρένια στέγη, εκτός από το χώρο υποδοχής λειτουργεί και το εστιατόριο. Παραλαμβάνουμε κανό για εξερεύνηση των ακτών και κυρίως του υποθαλάσσιου πλούτου. Αν και τα κοράλλια είναι πολύ κατεστραμμένα σε όλη τη γύρω περιοχή, η τροπική θαλάσσια πανίδα αφθονεί. Μεταξύ άλλων αρκετά Angel fish, άφοβα Trumpetfish, ένα σαλάχι αλλά και δύο αστακοί που τριγυρνούν στους στύλους της προβλήτας και θα αποσπούν το ενδιαφέρον μου και την επόμενη μέρα. Το βράδυ εμφανίστηκε ένας απρόσκλητος επισκέπτης στο κρεβάτι, που μέσα στο σκοτάδι παρέπεμπε σε κατσαρίδα, σαν αυτή που περπάτησε πάνω μου κάποτε σε κάποια νησιά της Μαλαισίας, προκαλώντας μου κραυγές αηδίας. Τελικά, αυτή τη φορά ήταν ένας θρασύτατος κάβουρας.


Tayrona

Από την Cartagena, o επόμενος σταθμός απέχει 250χλμ και χρονικά απαιτεί 4-5 ώρες. Περνάμε τα περίχωρα της Barranquilla και της Santa Marta, όπως και το υπερπόντιο κομμάτι του δρόμου που στη μια πλευρά του έχει μια λιμνοθάλασσα και στη άλλη τον ωκεανό. Φτάνουμε βράδυ στις παρυφές του εθνικού πάρκου Tayrona και αν και έχει πέσει βαθύ σκοτάδι, το πυκνό τροπικό δάσος αχνοφαίνεται παντού τριγύρω από το μπαλκόνι του δωματίου. Οι τελευταίες στάλες από το μπουκάλι με το ρούμι ταιριάζουν τέλεια με το σκηνικό. 

Στην είσοδο του εθνικού πάρκου, το αντίτιμο του εισιτηρίου κοστίζει περίπου 55.000 COP και επιπλέον χρεώνεται υποχρεωτική ασφάλιση καθώς και η είσοδος του αυτοκινήτου, το οποίο μπορεί να προσεγγίσει μέχρι το χώρο στάθμευσης, 4 χιλιόμετρα παρακάτω. Από εκεί αρχίζει η πεζοπορική διαδρομή, αλλά για όσους έχουν περιορισμένο χρόνο, υπάρχουν άλογα ιππασίας που συντομεύουν τη διάρκεια. Για όσους πάλι επιθυμούν να διανυκτερεύσουν μια ή παραπάνω βραδιές στην κατασκήνωση της κύριας παραλίας, τότε η πεζοπορική διαδρομή των 2 ωρών δεν αποτελεί πρόβλημα. Η πιο διάσημη και πιο οργανωμένη παραλία του πάρκου Tayrona είναι στο Cabo San Juan. Πρόκειται για μια διπλή παραλία με φοίνικες, απαλή άμμο και το γαλάζιο της Καραϊβικής, με νερά που είναι ασφαλή για κολύμπι. Αυτό είναι το σημείο στο οποίο διανυκτερεύουν οι περισσότεροι ταξιδιώτες ή αναπαύονται στις αιώρες της καλύβας στην κορυφή του ακρωτηρίου μεταξύ των δύο παραλιών. Είναι περιττό να πω πάλι πως τα τόσο τουριστικοποιημένα μέρη δε με δελεάζουν. Λίγο παραπέρα όμως υπάρχουν και άλλες παραλίες, όπως η Boca de Saco που θεωρείται γυμνιστών, όμως έχει ελάχιστους επισκέπτες. Ο λόγος είναι η κόκκινη σημαία που δηλώνει την επικινδυνότητα των κυμάτων και των θαλάσσιων ρευμάτων, όπως και οι πινακίδες που προειδοποιούν να μη γίνεις μέρος της στατιστικής των θυμάτων. Μια πεζοπορία 45′ οδηγεί ανατολικότερα, στην παραλία La Piscina που αν και έχει ωραία νερά, ευτυχώς είναι ελάχιστα επισκέψιμη μιας και δεν προσφέρει υποδομές. Η παρακείμενη Playa Arenilla δεν είναι τόσο ιδανική για κολύμπι, όμως είναι μαγευτικά φωτογενής, με τους λείους γρανιτένιους βράχους, τη λίμνη με φόντο το δάσος και τα νεφοσκέπαστα βουνά στο βάθος. Η συνάντηση με τον ιπποκόμο για την επιστροφή ήταν εδώ, αντί να παραμείνουμε μια ακόμα μέρα στο Tayrona αποφασίσαμε να εξερευνήσουμε την ευρύτερη περιοχή. 

Από εδώ ξεκινούν και οι τουριστικές εξορμήσεις στα ερείπια της περίφημης προκολομβιανής “χαμένης πόλης” Ciudad Perdida. Για να φτάσει κανείς μέχρι εκεί θα πρέπει να αφιερώσει 4 μέρες πεζοπορίας στα βουνά Sierra Nevada de Santa Marta, κάτι ιδιαίτερα δελεαστικό σα δραστηριότητα. Όμως η χρονική αυτή πολυτέλεια δεν υπάρχει και προτιμώ να γνωρίσω την επόμενη χώρα του ταξιδιού, την Κόστα Ρίκα. Από τις φωτογραφίες, η Ciudad Perdida δε μου φαντάζει ιδιαίτερα εντυπωσιακή, και οι συγκρίσεις που κάνουν κάποιοι με το Machu Pichu του Περού είναι εντελώς άστοχες.


Palomino

Τι υπέροχες εικόνες αντίκρισα στις ερημικές βόρειες ακτές! Λίγο πριν το Palomino, σε σημεία που δεν αναφέρονται με κάποια ονομασία στο χάρτη, βρίσκονται τα πιο μαγευτικά μέρη του ταξιδιού αυτού, το επιστέγασμα και η ανταμοιβή της μακράς διαδρομής μέχρι εδώ. 

Μια παραλία στα χρώματα του δειλινού, με τα φοινικόδεντρα να λικνίζονται στο θρόισμα του ανέμου και την αχλή των άγριων κυμάτων να δημιουργούν ένα σχεδόν απόκοσμο σκηνικό. Μια λίμνη που εκβάλλει στον ωκεανό όπου νεαροί προπονούνται στο surf. Κι ένα ταβερνάκι πάνω στην αμμουδιά, με λαχταριστά ψάρια και δροσερούς χυμούς… Οι πιο ειδυλλιακές ταξιδιωτικές στιγμές δεν περιγράφονται με λόγια ή φωτογραφίες. 

Σε μια άλλη παραλία, με ένα ποτάμι να την χωρίζει στα δυο, που την κοσμούν πολύχρωμα κιόσκια παραθεριστών που απουσιάζουν, θα έχω ένα σπάνιο αντάμωμα με μια οικογένεια αυτοχθόνων. Οι Kogi, που σημαίνει “jaguar” στη γλώσσα Kogi, είναι μια εθνοτική ομάδα αυτοχθόνων, που λανθασμένα ομομάζουμε “Ινδιάνους”, η οποία ζει στα βουνά της βόρειας Κολομβίας, μια από τις λίγες παραδοσιακές φυλές που επιβιώνουν στη χώρα. Είναι απόγονοι του πολιτισμού των Ταϊρόνα που άνθισε πριν από την ισπανική κατάκτηση.

Οι Kogi, όπως και οι υπόλοιπες εναπομένουσες φυλές που δεν έχουν εξαφανιστεί, πασχίζουν να ξεφύγουν από τις χειρότερες επιπτώσεις του αποικισμού και του ιεραποστολικού προσηλυτισμού, διατηρώντας τον παραδοσιακό τρόπο ζωής τους.

Δεν είναι εύκολο να συναντήσει κανείς τη φυλή Κόγκι και τα χωριά τους προστατεύονται από την τουριστική επέλαση. Κάποια μέλη της φυλής συναντώνται στις βόρειες ακτές της Κολομβίας, όπως αυτή η αξιολάτρευτη οικογένεια που εμφανίστηκε εκεί. Παρά το ντροπαλό τους χαρακτήρα μου χάρισαν αυτές τις εικόνες που μοιάζουν με ζωγραφιά. Τα μέλη των φυλών ζουν σε συνθήκες φτώχειας και δυστυχώς ένα απλό κέρασμα φαγητού δε σώζει το βιοτικό τους επίπεδο. Ας ελπίσουμε η κυβέρνηση της χώρας, και κάθε χώρας που εξακολουθεί να διατηρεί αυτόχθονες πληθυσμούς, να κάνει το παν για την προστασία της επιβίωσης και της αυθεντικότητάς τους.



Barranquilla

Μια κοσμοπολίτικη, βιομηχανική, η 4η σε πληθυσμό πόλη της Κολομβίας δεν παρουσιάζει κάτι αξιοσημείωτο τουριστικά εκτός από το ετήσιο καρναβάλι. Μιας και δεν είναι εποχή καρναβαλιού αλλά βροχών, η Barranquilla μας υποδέχεται με έντονη καταιγίδα, πριν κλείσει το ταξίδι αυτό και αποχαιρετίσουμε την Κολομβία, με μια πτήση της Copa airlines για Κόστα Ρίκα.

Η Κολομβία δεν είναι ίσως η πιο συγκλονιστική χώρα της Λατινικής Αμερικής, δεν παύει όμως να είναι ένας εξαιρετικά ενδιαφέρων προορισμός, με μεγάλο φυσικό και πολιτισμικό πλούτο, με αφθονία εμπειριών που θα μείνουν αξέχαστες στον επισκέπτη. 

Share this Post


Video




Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *