Σουδάν


🇸🇩

Το Σουδάν είναι μια χώρα με εξαιρετικά φιλικούς, φιλόξενους ανθρώπους, αλλά απολυταρχικό καθεστώς. Μια χώρα με μεγάλη πολιτιστική κληρονομιά και ιστορικά μνημεία του αρχαίου βασιλείου των Νουβίων, με μαγευτικές αρχαίες πυραμίδες, αλλά χωρίς τουριστική υποδομή. Σήμερα βρίσκεται σε καθεστώς διεθνούς απομόνωσης, κατά καιρούς έχει αποτελέσει καταφύγιο τρομοκρατών, συμπεριλαμβανομένου το Osama Bin Laden, έχει κατηγορηθεί για γενοκτονία αμάχων στο πολύπαθο Darfur, ενώ οι Η.Π.Α. κατατάσσουν τη χώρα στον άξονα του “κακού” εφαρμόζοντας διαρκές εμπάργκο (που ανακλήθηκε το 2017). Το ανεξάρτητο ταξίδι στο Σουδάν δεν είναι εύκολο. Τα δημόσια μέσα μεταφοράς δεν εξυπηρετούν τους βασικότερους προορισμούς και τα κύρια αξιοθέατα της χώρας. Αν επιλέξετε να οδηγήσετε εσείς, πρέπει να αντιμετωπίσετε χαοτικές κυκλοφοριακές συνθήκες στις πόλεις και ανύπαρκτους δρόμους στις ερήμους, αλλά θα απολαύσετε μια εμπειρία ανυπέρβλητη. Σε μια χώρα χωρίς τουρισμό, όπου τα ξενοδοχεία συχνά είναι χειρότερα από φυλακές και… δεν αποκλείεται να οδηγηθεί κανείς και στις πραγματικές. Προσωπικά συνελήφθην δύο φορές για λήψη φωτογραφιών, χωρίς άλλα επακόλουθα ευτυχώς. Καλώς ήρθατε στο Σουδάν. Ελάτε να διανυκτερεύσουμε στη “στέγη” μιας αρχαίας πυραμίδας, να περιπλανηθούμε σε πανάρχαιες πόλεις χωρίς ίχνος τουριστών, να τολμήσουμε οδηγώντας σε χαοτικές συνθήκες, ανάμεσα σε φορτηγά, τρίκυκλα, χειράμαξες, κάρα, καμήλες, να χαθούμε σε ερημικές εκτός δρόμου διαδρομές στην έρημο, να ανακαλύψουμε μέρη μαγικά που λίγοι ξένοι έχουν βρεθεί.


Άνθρωποι

Όπως συμβαίνει συνήθως σε τόπους που ο τουρισμός δεν έχει αλλοιώσει τους ανθρώπους, ο επισκέπτης θα συναντήσει ψυχές αγνές. Ειδικότερα, σε χώρες που ένα καταπιεστικό καθεστώς περιορίζει τις ελευθερίες των πολιτών, η διάθεση επαφής και επικοινωνίας με τον “ξένο” γίνεται ακόμα πιο φιλόξενη. Δυστυχώς, όπως σε κάθε δικτατορία που σέβεται τον εαυτό της, έτσι κι εδώ δε λείπουν οι καταδότες και εφαρμοστές της απολυταρχίας.


Τόποι

Από το Χαρτούμ, την πρωτεύουσα των αντιθέσεων, το Omdurman με τη μεγαλύτερη υπαίθρια αγορά στην Ανατολική Αφρική, έως τους μυστηριώδεις αρχαιολογικούς χώρους της αρχαίας Νουβίας όπως η Meroë, η Naqa, η Kerma, η  Παλιά Dongola, το Nuri, ο περιηγητής θα συναντήσει τόπους ερημικούς μοναδικής ομορφιάς. Οι τουριστικές υποδομές είναι ελάχιστες. Το Σουδάν άλλωστε αποτελεί ταξίδι για τους “λάτρεις του είδους”.



Εμπειρίες

Στη χώρα των Νουβίων Φαραώ...

Δεκέμβριος 2014

Στην πρεσβεία του Σουδάν στην Αθήνα, αναμένοντας για την πολυπόθητη visa, γνωρίσαμε τον Ν. Όταν του είπαμε πως πάμε στο Σουδάν για διακοπές μας απάντησε ότι “παλαβώσαμε τελείως”. Εκείνος, οικονομικός μετανάστης από τη χρεοκοπημένη Ελλάδα, κατέληξε στην αφιλόξενη αλλά κερδοφόρα αυτή χώρα για να στήσει μια επιχείρηση. Δυστυχώς η Ελληνική κοινότητα της χώρας όχι μόνο δεν του συμπαραστάθηκε, αλλά φρόντισε να τον καταδώσει για μικροπαραβάσεις που επισύρουν ποινές ραβδισμών (κατοχή αλκοόλ) αλλά και φυλάκισης (παρατυπίες εγγράφων για εισαγωγή εξοπλισμού). Φτάνοντας στο Χαρτούμ συναντήσαμε ελάχιστα τον Ν μιας και οι υποχρεώσεις της δουλειάς του τον κρατούν πολύ απασχολημένο. Ανάμεσα στις χρήσιμες συμβουλές του ήταν να μην τολμήσουμε να ανταλλάξουμε συνάλλαγμα στο δρόμο και να είμαστε προσεκτικοί με τις γυναίκες. Οι νόμοι της χώρας είναι πολύ αυστηροί. 

Το Χαρτούμ είναι μια πόλη χτισμένη στη συμβολή του λευκού και γαλάζιου Νείλου, τους δυο παραποτάμους που πηγάζουν στην Ουγκάντα και την Αιθιοπία αντίστοιχα. Από εδώ, ο μακρύτερος ποταμός του πλανήτη συνεχίζει το ταξίδι του ενωμένος μέχρι τις εκβολές του στη Μεσόγειο θάλασσα. Το ξενοδοχείο που μας σύστησε ο Ν δεν ήταν ιδιαίτερα οικονομικό για το budget μας, ούτε διέθετε κάποιο ανάλογο ίχνος πολυτέλειας, αλλά θα μείνουμε για μια βραδιά μιας και ήταν σε καλή περιοχή. Θα βγάλουμε τοπική κάρτα κινητής τηλεφωνίας, σε πλανόδιους πωλητές στο δρόμο, εύκολα και χωρίς καταχώρηση προσωπικών στοιχείων. Με ταξί η tuk-tuk μπορεί κανεις να επισκεφθεί τις όχθες του ποταμού, λίγο πριν τη συμβολή των δύο παραποτάμων και τη μεγάλη γέφυρα που οδηγεί στην απέναντι πλευρά και τη δίδυμη πόλη Omdurman. Κατά μήκος του ποταμού είναι δεμένα πολλά ποταμόπλοια που εκτελούν χρέη εστιατορίου ή cafe. Ήταν όλα σχεδόν άδεια αυτή τη ζεστή εσπερινή ώρα και η μεγαλύτερη κίνηση ήταν στην όχθη που ήταν κατάμεστη από φοιτητές που ενθουσιασμένοι με τη σπάνια θέα τουριστών μας έπιασαν την κουβέντα. Τα κορίτσια ήταν άνετα και δεν έδειχναν ιδιαίτερη θρησκευτική συστολή στις συνομιλίες μας και τις φωτογραφίες. Το δειλινό χάρισε χρυσοκόκκινο χρώμα στα νερά του Νείλου και μια μαγευτική γαλήνη.

Το βραδάκι θα δειπνήσουμε σε εστιατόριο παρακείμενο του καταλύματός μας, με κάκιστο μενού που περιλάμβανε αηδιαστικό τηγανητό κοτόπουλο. Σε όλα τα εστιατόρια σερβίρουν φρέσκια ρόκα που αν είσαι τολμηρός (εγώ ήμουν) τη δοκιμάζεις και μπαγκέτες ψωμιού σε ένα πλαστικό δοχείο με σκέπασμα που προστατεύει από τις αμέτρητες μύγες. Ζήτησα πιρούνια, μου έδωσαν μόνο ένα με τη δικαιολογία: “finished”. Τις επόμενες μέρες θα καταλάβω πως τα εστιατόρια δε διαθέτουν πιρούνια και το ρόλο τους αντικαθιστούν τα χέρια και το ψωμί. Την επομένη μέρα έχουμε σημαντικές δουλειές με κυριότερη την εύρεση μέσου μετακίνησης. Δεν είναι απλή υπόθεση το να βρει κανείς να νοικιάσει αυτοκίνητο χωρίς οδηγό αλλά για μεγάλη μας τύχη, δίπλα στο ξενοδοχείο βρίσκεται η εταιρία του Abu Harba. Ο ευγενέστατος αυτός κύριος έδειξε κατανόηση στο σκληρό παζάρι μας και μας διέθεσε ένα ολοκαίνουριο όχημα 4X4 pick up. Ήταν η μοναδική εταιρία που νοίκιαζε 4Χ4 αυτοκίνητα σε τουρίστες, μιας και υπάρχει περιορισμός και από την κυβέρνηση για το ποιος μπορεί να περιπλανηθεί στις μη ελεγχόμενες ερήμους. Μας είπε να μην τολμήσουμε να πάμε στο νότο, στα σύνορα με το εμπόλεμο Νότιο Σουδάν και μας έδειξε στην εφημερίδα τα πρόσφατα περιστατικά πυροβολισμών κατά διερχόμενων οχημάτων. Φυσικά ούτε στο πολύπαθο Darfur επιτρέπεται να πάμε, αλλά και σε πολλές άλλες περιοχές χρειάζεται ειδική άδεια από το υπουργείο.
Πριν παραλάβουμε το αυτοκίνητο έπρεπε να εξασφαλίσουμε αεροπορικά εισιτήρια για τον επόμενο προορισμό μας που ήταν η Addis Ababa της Αιθιοπίας, απ΄ όπου και οδικώς θα κατευθυνόμασταν στη Σομαλιλάνδη. Τα εισιτήρια με τη Sudan Air κοστίζουν τη μισή τιμή από αυτά της Ethiopian Airlines, αλλά δεν κλείνονται online, η εταιρία έχει κακό ιστορικό ατυχημάτων και απαγόρευση πτήσης από την IATA στον Ευρωπαϊκό εναέριο χώρο. Τελικά τα εισιτήρια κόστισαν πολύ λιγότερο και απ΄ όσο υπολόγιζα, σε βαθμό ανησυχίας για το αν είναι έγκυρη η χειρόγραφη έκδοση που ανέφερε μόνο το όνομά μας και όχι το επώνυμο! Λίγα λεπτά μετά την απομάκρυνση από το γραφείο, χτυπά το τηλέφωνο για να μας ενημερώσουν για ένα λάθος στην τιμή. Επιστέψαμε πληρώνοντας τη μικρή διαφορά αλλά και πάλι ήταν κατά πολύ φτηνότερα απ’ το αναμενόμενο, πράγμα που παράτεινε την ανησυχία μου. Παραλαμβάνουμε το αμάξι αλλά μιας και το δικό μου διεθνές δίπλωμα οδήγησης έχει λήξει, αναλαμβάνει ο συνταξιδιώτης μου την οδήγηση μέσα στο χαοτικό Χαρτούμ και εγώ χρέη πλοηγού. Πηγαίνουμε πάλι στο αεροδρόμιο όπου υποχρεούμαστε να καταχωρήσουμε (εντός τριών ημερών από τη μέρα άφιξης) τα στοιχεία της visa και της παραμονής μας στη χώρα, καταθέτοντας μια φωτογραφία, καταλαμβάνοντας άλλη μισή σελίδα στο διαβατήριο και ανεβάζοντας το κόστος κατά €25 περίπου. Να σημειώσω πως για την έκδοση visa στην πρεσβεία της Αθήνας είναι απαραίτητο LOI (letter of invitation) το οποίο μπορεί να εκδώσει κάποιο από τα ελάχιστα τουριστικά γραφεία του Σουδάν. Πρωτοφανώς, το γραφείο που βρήκα δε ζήτησε χρήματα! Η γραφειοκρατία όμως έχει συνέχεια. Για να μπορεί να βγάζει νόμιμα κανείς φωτογραφίες είναι απαραίτητη η έκδοση άδειας από το υπουργείο τουρισμού. Κατευθυνθήκαμε προς τα εκεί αλλά η ώρα ήταν περασμένη και το υπουργείο κλειστό. Μην έχοντας χρόνο περίσσιο αποφασίζουμε να πάρουμε το ρίσκο της παρανομίας και να ξεκινήσουμε το ταξίδι μας προς το βορρά. Προμηθευόμαστε νερό και μπισκότα και αφήνοντας πίσω μας το χάος του αστικού ιστού, ακολουθούμε έναν ευθύ δρόμο που διασχίζει την έρημο. Οι ευθείες προδιαθέτουν για ταχύτητα και δύσκολα φαντάζεται κανείς ότι στο δρόμο με τα παλιά φορτηγά και τα γαϊδουράκια, καραδοκεί η αστυνομία με υπερσύγχρονο ραντάρ που φωτογραφίζει τα αυτοκίνητα. Έτσι θα πληρώσουμε πρόστιμο για υπέρβασή ορίου και σε αυτή τη χώρα. Μετά από 200χλμ περίπου θα συναντήσουμε τη μοναδική πόλη στην περιοχή, το Shendi. Μια μικρή, σκονισμένη κωμόπολη με ζωήλατα κάρα στους δρόμους, και υπαίθριες αγορές. Όπως οι περισσότερες πόλεις της χώρας βρίσκεται στις ακτές του Νείλου.
Στο Shendi υπάρχει ένα μόνο ξενοδοχείο, που μοιάζει να έχει παραμείνει σε μια άλλη εποχή. Το κτίριο είναι σχεδόν έρημο. Ξεφορτώνουμε τις αποσκευές και βγαίνουμε πεζοί στα χωμάτινα δρομάκια της πόλης. Όπως είναι φυσικό είμαστε το επίκεντρο του ενδιαφέροντος. Όλοι θέλουν να μας μιλήσουν, να ανταλλάξουν μια χειραψία, να φωτογραφηθούν μαζί μας, να μας προσφέρουν τσάι και να μας χαρίσουν χαμόγελα. Το αίσθημα φιλικότητας και φιλοξενίας είναι έντονο, από πρόσωπα που όντας τόσο διαφορετικά από τα δικά μας μοιάζουν σε πρώτη εντύπωση αυστηρά, απόμακρα, εχθρικά. Κάποια στιγμή και ενώ περιπλανιόμασταν ανέμελοι και φωτογραφίζαμε τους τόσο καταδεκτικούς ανθρώπους, μας πλησιάζει κάποιος και με έντονο ύφος μας προστάζει να τον ακολουθήσουμε. Στην αρχή νόμισα πως μας καλούσε κάπου, αλλά τελικά επρόκειτο για ασφαλίτη που μας οδήγησε στο αστυνομικό τμήμα. Ο διοικητής του τμήματος ήταν ιδιαίτερα ευγενής και συνεργάσιμος. Έπρεπε όμως να απαντήσουμε σε διάφορες ερωτήσεις εξακρίβωσης και να δικαιολογήσουμε το φωτογραφικό μας οίστρο. Μας ζητήθηκε η άδεια από το υπουργείο και ευθαρσώς και ψευδώς απαντήσαμε πως δε χρειάζεται πια και πως έχει καταργηθεί. Ο κύριος διοικητής βέβαια δεν τρώει κουτόχορτο και παίρνει τηλέφωνο στο υπουργείο. Συζητούσε αρκετή ώρα κι εμάς μας έτρωγε η ανησυχία. Τελικά κριθήκαμε αθώοι και ελεύθεροι, ίσως έπαιξε σημαντικό ρόλο η εθνικότητά μας, δεδομένης της ισχυρής ελληνικής κοινότητας στη χώρα. Οι βόλτες και οι συναναστροφές συνεχίστηκαν και την επόμενη μέρα, στις υπαίθριες αγορές όπου οι φτωχοί αυτοί άνθρωποι προσέφεραν και πάλι τσάι χωρίς να δέχονται χρήματα.

Ξεκινήσαμε με το αυτοκίνητο για τη συνέχιση της διαδρομής μας. Όμως οι χωματόδρομοι της μικρής πόλης ήταν ασφυκτικά μπλοκαρισμένοι από αναρίθμητα φορτηγά, ζωάμαξες, πωλητές με τους κινητούς πάγκους τους. Το να καταφέρουμε να περάσουμε μέσα από αυτό το κυκλοφοριακό χάος ήταν αδύνατο, γι’ αυτό κατέβηκα και αναλαμβάνοντας ρόλο τροχονόμου σταμάτησα τους πάντες για να περάσει το αυτοκίνητό μας. Βάζουμε στίγμα στο χάρτη προσπαθώντας να πλοηγηθούμε σε ανύπαρκτους δρόμους στην έρημο., με προορισμό τα ερείπια της αρχαίας πόλης Naqa. Στη διαδρομή συναντάμε λιγοστούς καταυλισμούς και ανθρώπους που μοχθούν αντλώντας με τη βοήθεια γαϊδουριών το πολύτιμο νερό από τα λιγοστά πηγάδια. Σε αυτό το έρημο τοπίο εμφανίζονται νομάδες που μας χαρίζουν χαμόγελα, νεαρές κοπέλες με πολύχρωμες μαντήλες, μικρά παιδιά που οδηγούν υποζύγια φορτωμένα με βαρέλια νερού.

Φτάνοντας τελικά στην απομονωμένη Naqa αντικρίζουμε δύο περίτεχνους ναούς, αντίστοιχους με αυτούς της Αιγύπτου, με κολόνες, κιονόκρανα, ανάγλυφες τοιχογραφίες και πύλες με περιστύλια και αγάλματα λεόντων. Φυσικά δεν υπήρχε κανείς άλλος εκεί εκτός από έναν παππού σε ρόλο φύλακα μου πρόθυμα μας έδειξε με νοήματα τον αρχαιολογικό χώρο.

Επιστρέφοντας στον κεντρικό δρόμο συνεχίζουμε βόρεια πορεία μέχρι που συναντάμε στα αριστερά μας το πρώτο σύμπλεγμα πυραμίδων και λίγο μετέπειτα στη δεξιά πλευρά ξεκινάνε αμμόλοφοι πάνω στους οποίους δεσπόζουν οι μαγευτικές πυραμίδες της Meroë. Στην περιοχή αυτή που ονομάζεται Νουβία ήκμασε ένας από τους αρχαιότερους πολιτισμούς της Αφρικής, με ίχνη από το 2500 π.Χ. Κατακτήθηκε από το Νέο Βασίλειο της Αιγύπτου κατά το 1500 π.Χ. και αρκετούς αιώνες αργότερα δημιουργήθηκε εδώ το Βασίλειο του Κους με πρωτεύουσα τη Μερόη, που με τη σειρά του ανέτρεψε και κατέκτησε τη Φαραωνική δυναστεία της Αιγύπτου.

Αποφεύγοντας τη βαθιά άμμο, καταφέρνουμε να το προσεγγίσουμε με το αυτοκίνητο κοντά. Και εδώ δεν υπάρχει κανείς εκτός από έναν φύλακα που του διακόψαμε τον ύπνο. Ο τόπος φαντάζει σαν σκηνικό ταινίας. Άμμος παντού, πουθενά ψυχή ζώσα και οι πυραμίδες, αν και πολύ μικρότερες από της Αιγύπτου, ξεπροβάλλουν κατά δεκάδες μέσα από την άμμο. Οι κορυφές τους απουσιάζουν, μιας και ένας Ιταλός εξερευνητής του 19ου αιώνα είχε τη φαεινή ιδέα να τις ανατινάξει για να βρει θησαυρούς… και τους βρήκε! Θα σκαρφαλώσουμε σε πολλές από αυτές ή θα περιηγηθούμε ανάμεσά τους νιώθοντας την ενέργεια του χώρου, σε αυτό το εξωτικό περιβάλλον υπό το θεσπέσιο δειλινό. 

Στο αρχαιότερο “ξενοδοχείο”

Δεν υπάρχει κοντά κάποιος οικισμός για να διανυκτερεύσουμε πλην κάποιου camping ιταλικών συμφερόντων, κάπου στην ευρύτερη περιοχή, όπου ξέραμε πως πηγαίνουν τα λιγοστά γκρουπ τουριστών όταν επισκέπτονται τη Meroë. Επίσης οικισμοί με παραπήγματα ντόπιων διακρίνονταν στο βάθος της ερήμου, αλλά η πρώτη σκέψη μας ήταν να κοιμηθούμε στο αυτοκίνητο. Μια εναλλακτική που προτάθηκε ήταν η καρότσα του αυτοκινήτου που εκτός από σκληρή ως κλίνη ήταν γεμάτη σκόνη και άμμο. Πρότεινα λοιπόν τα ευάερα “δίκλινα” δωμάτια που αποτελούσαν τον προθάλαμο των πυραμίδων. Φτάνοντας σε αυτά δεν ήμουν ικανοποιημένος μιας και ήταν αρκετά κλειστοφοβικά για ζωντανούς ανθρώπους. Παρ΄ ότι είχε πέσει το σκοτάδι, έψαξα να βρω μια πυραμίδα με κατάλληλη, επίπεδη οροφή. Τη βρήκα εύκολα και αρχίσαμε να σκαρφαλώνουμε τις κλιμακωτές πλευρές στήνοντας τους υπνόσακους στην άμμο και αδιαφορώντας για τα πλήθη σκαθαριών. Κοιμήθηκα γλυκά στο ομορφότερο ξενοδοχείο της ζωής μου, χαμένος στη θέα του έναστρου ουρανού που μελετούσαν κι εκείνοι, οι “εξωγήινοι” πολιτισμοί που θεμελίωναν τις πυραμίδες χιλιετίες πριν. Η βραδιά στην έρημο δεν εξελίχτηκε τόσο ιδανικά τελικά. Μια αμμοθύελλα άρχισε να εισχωρεί μέσα στον υπνόσακο, κάτω από τα ρούχα που είχα ως προσκέφαλο και κάλυμμα κεφαλής, μπαίνοντας μέσα στα αυτιά, τα ρουθούνια, τα μάτια. Κάθε προσπάθεια απομάκρυνσής της λειτουργούσε σα γυαλόχαρτο στα ερεθισμένα μάτια ενώ τα δόντια έτριζαν μασώντας τους κόκκους της άμμου. Τον ύπνο μου όμως μέσα στη βαθιά νύχτα ήρθε να διαταράξει και ο συνταξιδιώτης μου που εμφάνισε συμπτώματα έντονης αδιαθεσίας. Μου ζήτησε να του βρω επειγόντως χαρτί και νερό κι έτσι βρέθηκα να κατεβαίνω πάλι την πυραμίδα και να ψάχνω με το φακό μέσα στο κατασκόταδο αναζητώντας το αυτοκίνητο στην έρημο. Η ανατολή συναγωνιζόταν σε χρώματα και μαγεία το προηγούμενο δειλινό. Η δηλητηρίαση του συνταξιδιώτη μου μας ανάγκασε τελικά να κάνουμε “late check out” από τον αρχαιολογικό χώρο ενώ η σκιά των πυραμίδων προσέφερε παρήγορο καταφύγιο από το μεσημεριανό ήλιο.

Λίγο πριν αναχωρήσουμε εμφανίστηκαν και μερικοί ντόπιοι επισκέπτες καθώς και μερικοί καμηλιέρηδες που προσπαθούσαν να προσφέρουν βόλτα με τα ζώα τους. Εμείς όμως πρέπει να καλύψουμε το χαμένο χρόνο και τη μεγάλη διαδρομή προς το βορρά, σταματώντας στους ελάχιστους οικισμούς και μοιράζοντας στα παιδιά t-shirts που τους χάρισαν χαρά. Στην Atbara ανανεώνουμε τις προμήθειες σε νερό για το άγνωστο τμήμα της διαδρομής που ακολουθεί. Ένας ατελείωτος ευθύς δρόμος διασχίζει την αχανή έρημο. Το μόνο που διακόπτει σπανίως τον ορίζοντα είναι κάποια καραβάνια καμηλιέρηδων. Ένας τμήμα κορμού απολιθωμένου δέντρου εξάπτει τη φαντασία για τη μορφή του τοπίου προτού η έρημος κυριαρχήσει. Ξαφνικά, από το πουθενά εμφανίζεται μια οικογένεια με δυο αρνιά στην αγκαλιά. Σταματάμε να τους φωτογραφήσουμε κι εκείνοι ξεσπούν σε εκδηλώσεις χαράς. Πρόκειται για το πιο απρόσμενο οτοστόπ, ο πατέρας και ένας γιος θέλουν να τους πάρουμε μαζί… μαζί με τα αρνιά. Το αυτοκίνητο με την καρότσα αποδείχτηκε ιδανικό, χαρίζοντας μια ευχάριστη εμπειρία σ’ εμάς και μια πολύτιμη εξυπηρέτηση στους ανθρώπους αυτούς.

Κάποια στιγμή φτάσαμε στην πόλη Karima αντικρίζοντας μια ακόμα συστοιχία πυραμίδων. Αποβιβάσαμε τους επιβάτες μας, ανθρώπους και ζώα και αναζητήσαμε κατάλυμα. Τα πράγματα σε αυτή τη σκονισμένη πόλη δεν ήταν ενθαρρυντικά. Κανείς δε μιλούσε λέξη αγγλικά. Το πρώτο “ξενοδοχείο” ήταν μια αυλή με χωμάτινο δάπεδο, χωρίς στέγη, με τα γνωστά κρεβάτια που αντί για στρώμα έχουν σχοινί και συνθήκες κοινόβιου με τους κελεμπιοφόρους ντόπιους. Το κάθισμα του αυτοκινήτου φάνταζε απείρως πιο άνετο από αυτό. Το βιβλίο μας έγραφε για κάποιο lodge που ανήκει σε μια Ιταλίδα. Επρόκειτο για μια μεγάλη περιφραγμένη έκταση που όμως κανείς δεν εμφανιζόταν σε καμία από τις πόρτες που χτυπούσαμε. Μετά από μεγάλη επιμονή και αναμονή, κάποιος απάντησε. Το μέρος έδειχνε πως έχει καιρό να δεχτεί επισκέπτες και ο προαύλιος χώρος είχε όψη οικοδομής. Μια μεγάλη κουζίνα με inox εξοπλισμό, ήταν καιρό ανενεργή. Παρά τις εργασίες, κάποια από τα πολλά σκονισμένα δωμάτια ήταν διαθέσιμα. Η κυρία Ιταλίδα μας ενημέρωσε για την τιμή. 170 δολάρια για ένα basic δίκλινο! Ακούσαμε καλά; Προφανώς η κυρία εκμεταλλεύεται αισχροκερδώς την έλλειψη διαμονής στην πόλη, δεν εξηγείται αλλιώς. Την αποχαιρετούμε ευγενικά. Σε κάποιες περιπτώσεις ο ταξιδιωτικός οδηγός μπορεί να αποβεί ευεργετικός και η συγκεκριμένη ήταν χαρακτηριστικό παράδειγμα. Το βιβλίο Bradt είχε ως τελευταία επιλογή το τηλέφωνο ενός παππού. Τον καλώ, αλλά ο παππούς δεν ξέρει λέξη Αγγλικά. Το να επικοινωνήσει κανείς με τη γλώσσα του σώματος είναι κάπως διαχειρίσιμο, αλλά το να συνεννοηθώ με έναν αραβόφωνο για το τι ζητώ και για το σημείο συνάντησης, ήταν άθλος. Πράγματι σε λίγη ώρα εμφανίστηκε ένας ηλικιωμένος με τρίκυκλο τον οποίο ακολουθήσαμε. Μας παραχώρησε ένα ολόκληρο σπίτι με αρκετά δωμάτια. Ήταν σκονισμένο και προφανώς καιρό ακατοίκητο αλλά φτηνό και αρκετά άνετο. Το εξωτερικό λουτρό λόγω της αχρηστίας του ήταν σε ικανοποιητική για τα δεδομένα της χώρας κατάσταση, ακόμα και οι κατσαρίδες ήταν νεκρές. Βάζουμε το λουκέτο στη σιδερένια πόρτα και βγαίνουμε στην πόλη προς αναζήτηση τροφής. Η αρχική εντύπωση είναι τραγική. Πίσω από μικρές βιτρίνες φιγουράρουν κάποια κατάμαυρα, μουμιοποιημένα μικρά ψάρια καλυμμένα από νέφη ιπτάμενων εντόμων. Μετά από την κόπωση του ταξιδιού και τη δηλητηρίαση του φίλου, η ασιτία δεν είναι ό,τι καλύτερο μπορεί να συμβεί. Το Σουδάν όμως έχει μια ιδιαιτερότητα. Υπάρχουν παντού φαρμακεία, ακόμα και στη σειρά το ένα δίπλα στο άλλο. Ως γνωστό, οι φαρμακοποιοί σε όλο τον πλανήτη υποχρεούνται να γνωρίζουν έστω και λίγα αγγλικά. Έτσι, ζητάμε τη βοήθειά τους σχετικά με το μέρος όπου θα μπορούσαμε να τραφούμε με ασφάλεια. Και πράγματι, μας στέλνουν στο καλύτερο εστιατόριο της πόλης, πολύ κοντά στις όχθες του ποταμού. Εκεί μας υποδέχονται εγκάρδια, μας παραχωρούν το δωμάτιο VIP του εστιατορίου και οι εξέχοντες θαμώνες -μεταξύ άλλων και ο αρχηγός της αστυνομίας- μας συστήνονται. Τεράστιες ψαρούκλες σε μέγεθος ανθρώπου κρέμονται από τσιγκέλια στην αυλή. Θα φάμε κι από αυτά, φρεσκοτηγανισμένα, καθώς και νοστιμότατο κρέας που επίσης τηγάνιζαν δυο κυρίες. Τέτοιες στιγμές θέλω να πιω λίτρα μπίρας μονορούφι, αλλά θα αρκεστώ σε… ζεστό τσάι. Η νεαρή ταμίας του καταστήματος, μόλις έμαθε ότι είμαστε Έλληνες εκδήλωσε τα μελλοντικά της πλάνα για μετανάστευση στην Ευρώπη διαμέσου Ελλάδας. Προσπαθήσαμε να τη μεταπείσουμε από το επικίνδυνο αυτό ταξίδι με τα χιλιάδες θύματα, αλλά το Ευρωπαϊκό όνειρο έμοιαζε να υπερτερεί του ρίσκου.

Το πρωί θα πάμε βαρκάδα στο Νείλο με παραδοσιακή ψαρόβαρκα. Οι εικόνες του Νείλου κάτω από το πρωινό φως είναι πανέμορφες αλλά ο αέρας είναι ψυχρός και θα μου προκαλέσει μια ψύξη στο πρόσωπο, αλλά με την αφθονία φαρμακείων θα ανακουφιστώ με μια αλοιφή καμφοράς. Πάμε για πρωινό και πάλι στο εστιατόριο. Μη φανταστεί κανείς πως φάγαμε αυγά με μπέικον και κρουασάν. Το μενού στο Νείλο περιλαμβάνει και πάλι ποταμόψαρα. Στη συνέχεια θα θαυμάσουμε από κοντά τις πυραμίδες στα περίχωρα της πόλης, το μοναδικό ύψωμα στην περιοχή που ονομάζεται Jebel Barkal και θα συνεχίσουμε για το κοντινό El-Kurru όπου βρίσκονται κάποιοι βασιλικοί τάφοι των Νουβίων. Το highlight ήταν η πρόσκληση από τους φιλόξενους ντόπιους στο σπίτι τους όπου στις φτωχικές συνθήκες μας πρόσφεραν τσάι. Εμείς με τη σειρά μας μοιράσαμε κι εδώ t-shirts που έγιναν ανάρπαστα σε όλο το χωριό.

Συνεχίζουμε βόρεια. Ατελείωτη έρημος μέχρι τη Dongola, μια μικρή πόλη κοντά στις όχθες του Νείλου όπου μας βρίσκει το δειλινό. Η αναζήτηση ξενοδοχείου κι εδώ πέρασε στάδια απογοήτευσης. Οι επιλογές ελάχιστες. Το πρώτο που είδα ήταν ένα μακρόστενο δωμάτιο με πλάτος περί το 1.5 μέτρα, σκοτεινό, ψηλοτάβανο και χωρίς παράθυρα, με μια σιδερένια πόρτα. Αν είναι έτσι τα ξενοδοχεία, πώς είναι οι φυλακές του Σουδάν, αναρωτήθηκα προκαλώντας την τύχη μου. Τελικά με τη βοήθεια και πάλι των φαρμακοποιών της περιοχής, βρίσκουμε κάτι που θυμίζει ξενοδοχείο. Την πρωία συνεχίζουμε για τα ερείπια της Kerma, το μεγαλύτερο αρχαιολογικό χώρο της Νουβίας, ηλικίας 5500 ετών (η ανθρώπινη δραστηριότητα χρονολογείται μέχρι τα 9500 έτη). Ένα εκτενές αστικό κέντρο απλωνόταν στην κοιλάδα αυτή όπως φανερώνουν οι ανασκαφές, συμπεριλαμβανομένων χιλιάδων τάφων εκ των οποίων εικάζεται πως πολλοί ανήκουν σε συζύγους που θυσιάστηκαν μαζί με το νεκρό. Κυρίαρχο επίκεντρο της αρχαίας πόλης είναι η Deffufa, ένας γιγαντιαίος πλίνθινος ναός που σε πρώτη εντύπωση μοιάζει με βουνό. Από το ύψος του κτίσματος απολαμβάνει κανείς τη θέα όλης της αρχαίας πόλης, και την έρημο που διακόπτεται από μια πυκνή λωρίδα φοινικιών στις δυο όχθες του Νείλου. Συνεχίζουμε ψάχνοντας πλωτό πέρασμα  στην απέναντι όχθη του Νείλου. Χανόμαστε σε σκονισμένα χωριά με ελάχιστα σπίτια. Δε μιλά κανείς όμως Αγγλικά. Σταματάμε σε ένα δημοτικό σχολείο όπου όπως ήταν αναμενόμενο προκαλούμε ενθουσιασμό. Οι δασκάλες προσπαθούν να μας βοηθήσουν αλλά όχι τόσο αποτελεσματικά. Τελικά βρίσκουμε το πορθμείο όμως το σαραβαλιασμένο ferry βρίσκεται για επισκευή στην όχθη, στηριγμένο σε ξύλα, ενώ ένας εργάτης ξαπλωμένος κάτω από το κύτος του προσπαθεί να συγκολλήσει τις ξεχαρβαλωμένες λαμαρίνες. Υπάρχει μόνο βάρκα για επιβάτες, όμως χωρίς το μεταφορικό μας μέσο, δεν έχει νόημα να περάσουμε απέναντι.

Έτσι, επιστρέφουμε νότια, αναζητώντας την Παλιά Dongola. Η διαδρομή διασχίζει ένα τοπίο με απέραντες αμμοθίνες και σε κάποιο σημείο θα συναντήσουμε ένα μεγάλο καραβάνι καμηλιέρηδων που μας προσκάλεσαν εγκάρδια προσφέροντάς μας από τον πενιχρό χυλό που ετοίμαζαν στις αφιλόξενες αυτές συνθήκες. Το γλωσσικό χάσμα δεν επέτρεψε να μάθουμε πολλά γι’ αυτούς, αλλά σύμφωνα με αναφορές ακολουθούν το “δρόμο των 40 ημερών” (Darb al-Arba’in), διασχίζοντας πάνω από 1200χλμ. ερήμου από το Darfur μέχρι το Aswan όπου θα φορτωθούν τα ζώα έως τις κρεαταγορές του Καΐρου.

Φτάνοντας στην Παλιά Dongola αντικρύζουμε μια έρημη μεσαιωνική πολιτεία που αποτελούσε σταθμό των καραβανιών για το Darfur. Ο τόπος είναι διάσπαρτος από ερείπια εκκλησιών με γρανιτένιες κιονοστοιχίες, ισλαμικά κοιμητήρια με πλίνθινους τρούλους και ένα οχυρωμένο παλάτι των βασιλιάδων της εποχής σε αμφιθεατρική θέση. Στην περιήγηση έχουμε μαζί και τους μοναδικούς ταξιδευτές που συναντήσαμε, δυο Γερμανούς που σκοπεύουν να διασχίσουν την Αφρική μέχρι το Νότο και τους οποίους προσφερθήκαμε να μεταφέρουμε σε αυτό το σκέλος του ταξιδιού.

Επιστρέφοντας στην Karima τους αποχαιρετάμε και ακολουθούμε το γνωστό πρόγραμμα: Τηλεφώνημα στον παππού με τα δωμάτια και προσπάθεια συνεννόησης και στη συνέχεια δείπνο στο γνωστό πλέον εστιατόριο. Την επομένη επισημαίνουμε στο χάρτη το φράγμα Merowe στο Νείλο που θα χρησιμεύσει και για τη διάσχιση στην αντίπερα πλευρά ποταμού. Χρειάστηκε να σταματήσουμε σε πολλά πάνοπλα στρατιωτικά φυλάκια, επιστρατεύοντας τη διπλωματία μας για να τους πείσουμε να μας επιτρέψουν την προσέγγιση. Μετά από μια γραφειοκρατική διαδικασία με πολλές συνεννοήσεις, οδηγηθήκαμε στο γραφείο του υπεύθυνου που προφανώς δεν είχε ξαναδεί ταξιδιώτες σε αυτό το στρατηγικής σημασίας έργο. Ανέλαβε να μας συνοδεύσει ο ίδιος με δεύτερο όχημα και να μας ξεναγήσει, με την αυστηρή απαγόρευση λήψης φωτογραφιών. Το έργο είναι γιγαντιαίο. Μεγαλιθικοί όγκοι σκυροδέματος φράζουν τον ποταμό δημιουργώντας μια λίμνη ενώ οι τεράστιες υδροηλεκτρικές τουρμπίνες συντελούν στις ενεργειακές πηγές των χωρών που διασχίζονται από το Νείλο. Ένα τμήμα ακτοφυλακής περιπολεί ώστε να μην πλησιάζουν οι ψαράδες, μιας και στο παρελθόν είχαν συμβεί αρκετά ατυχήματα. Συνεχίζοντας στην ανατολική όχθη οδηγούμε στο Nuri. Πάμφτωχα παραπήγματα από πηλό και άχυρο και παραξενεμένοι από την παρουσία μας άνθρωποι που γρήγορα εκδηλώνουν φιλικό ενθουσιασμό. Κι εδώ υπάρχουν αρχαίες πυραμίδες αλλά σε κατάσταση ερείπωσης. Ο χάρτης αναφέρει κάποιο μοναστήρι στη μέση του πουθενά, στην έρημο. Ακολουθώντας και πάλι το στίγμα του GPS κατευθύνω με οδηγίες “λίγο πιο δεξιά-λίγο πιο αριστερά” μέχρι που συναντάμε τα ερείπια του Ghazali. Δυστυχώς ο χρόνος και η έρημος έχουν καταλάβει τα κτίσματα που παραπαίουν, με μοναδικούς επισκέπτες τις κατσίκες των ελάχιστων ανθρώπων της περιοχής.

Ο χρόνος μας πιέζει να επιστρέψουμε στο Χαρτούμ και συγκεκριμένα στη δίδυμη πόλη Omdurman όπου πραγματοποιείται η τελετή των Δερβίσηδων της Παρασκευής. Θα ακολουθήσουμε διαφορετική, κοντινότερη διαδρομή επιστροφής. Το τελευταίο σημείο πολιτισμού ήταν η μια διασταύρωση όπου αγοράσαμε ένα καρπούζι και διακόψαμε το μεσημεριανό ύπνο ενός υπαίθριου καταστηματάρχη για να προμηθευτούμε νερό και χυμούς. Από εκεί και για 350χλμ. υπάρχει μόνο απέραντη επίπεδη έρημος. Φτάνουμε στο Omdurman οριακά την ώρα της τελετής και παρά την μεγάλη υπαίθρια έκταση, η μεγάλη συγκέντρωση ανθρώπων και οχημάτων κάνει δύσκολη τη στάθμευση. Η βιασύνη μάς κάνει να παραβλέψουμε το γεγονός του ότι παρκάραμε πάνω σε νεκροταφείο! Εδώ βρίσκεται και το μαυσωλείο του Sheikh Hamed al-Nil, Sufi πνευματικού ηγέτη του 19ου αιώνα. Κάθε Παρασκευή απόγευμα, οι Δερβίσηδες επιδίδονται σε έναν εκστατικό χορό. Είναι ντυμένοι με φορεσιές πολύ διαφορετικές από τις τυπικές λευκές κελεμπίες, με συνθέσεις υφασμάτων έντονου πράσινου και κόκκινου, δέρματα ζώων, περιδέραια με χοντρές χάντρες και πλεγμένα μαλλιά. Συνοδευόμενοι από τύμπανα, ξυπόλυτοι στο χωμάτινο κύκλο και σχεδόν υπνωτισμένοι, ακολουθούν τα βήματα του φρενήρη χορού, επαναλαμβάνοντας τον πρώτο στίχο της ισλαμικής δήλωσης πίστης “La illaha illallah” (Δεν υπάρχει άλλος Θεός από τον Αλλάχ).

Η αποχώρησή μας συμπίπτει με την ώρα προσευχής σε όλη την πόλη αλλά και ένα ανεκδιήγητο κυκλοφοριακό χάος που δοκιμάζει την  υπομονή μας και την ακεραιότητα του οχήματος. Φτάνοντας βράδυ στο Χαρτούμ ανακαλύπτουμε μια περιοχή με λασπωμένους δρόμους αλλά αρκετές επιλογές φτηνών ξενοδοχείων και εστιατορίων, όπου ξεχώριζε με διαφορά η Λιβανέζικη κουζίνα. Αντιθέτως το πρωινό στο ξενοδοχείο δε θα μπορούσε να πληροί καμία προσδοκία. Ο σερβιτόρος μας πρότεινε φρέσκο χυμό πορτοκαλιού, πράγμα αξιοπερίεργο. Τον ρώτησα ξανά και ξανά αν κυριολεκτεί. Είχα πιει ήδη το μισό ποτήρι έχοντας αντιληφθεί ότι πρόκειται για συμπυκνωμένο χυμό, αλλά η οσμή μούχλας μου επιβεβαίωσε πως είναι φτιαγμένος με νερό του Νείλου, με την ίδια μυρωδιά με αυτό στο μπάνιο. No fresh, του λέω για να πάρω την απάντηση: Yes, yes, fresh powder. Αποφασίζουμε να επισκεφτούμε τα γραφεία της SudanAir στο αεροδρόμιο για να επιβεβαιώσουμε την ισχύ των χειρόγραφων εισιτηρίων και την ώρα της πτήσης. Ο υπάλληλος μας ενημερώνει πως δεν είμαστε καταχωρημένοι και μας λούζει κρύος ιδρώτας. Σκέφτομαι ότι μας εξαπάτησε το γραφείο, γι αυτό και η διαφορά τιμής ή ότι απλά η νοημοσύνη τους δεν επαρκεί για μια απλή κράτηση. Μετά από ώρα αγωνίας και ψάξιμο σε διάφορους απαρχαιωμένους υπολογιστές, το θέμα λύνεται. Αποχωρώντας, αυτή τη φορά είπαμε να κατευθυνθούμε νότια του Χαρτούμ. Φτάσαμε στην περιοχή Jebel Aulia, λίγο πριν από ένα ακόμα φράγμα του Νείλου. Εγώ φωτογράφιζα από το αμάξι την περιοχή και τους περαστικούς. Ξαφνικά εμφανίζεται μια μοτοσικλέτα και μας κλείνει το δρόμο. Ο αναβάτης με φωνές ζητά να κατέβουμε από το όχημα. Μας λέει ότι ανήκει στην ασφάλεια, μου παίρνει την κάμερα και ζητά να τον ακολουθήσουμε. Πρώτα όμως μου ζητά να δει τις φωτογραφίες. Η πρώτη εικόνα περιλαμβάνει 4 γυναίκες στο δρόμο. Αυτό τον εξοργίζει και υψώνει τη γροθιά του. Ευτυχώς δεν το συνέχισε γιατί ήμουν έτοιμος να του ανταποδώσω. Φοράει τη φωτογραφική με το λουρί στον ώμο και ευτυχώς τον διορθώνω ζητώντας να τη φορέσει χιαστί. Με το που ξεκινάει τη μοτοσικλέτα σωριάζεται κάτω στα χώματα μαζί με την κάμερά μου. Γίνομαι έξαλλος, αρχίζω να του φωνάζω και με το ζόρι συγκρατούμαι να μη χειροδικήσω. Τον ακολουθούμε στο τμήμα σε ένα πολύ τεταμένο κλίμα. Χωρίς καμία ενημέρωση και χωρίς τις φωτογραφικές στην κατοχή μας, περιμένουμε για τουλάχιστον 4 ώρες ανησυχώντας κυρίως για το μέλλον του φωτογραφικού εξοπλισμού και λιγότερο για τη συνέχιση της σύλληψής μας. Αυτή τη φορά θα μιλήσουμε τηλεφωνικά με το διοικητή που για άλλη μια φορά ήταν ευγενέστατος και διέταξε την απελευθέρωσή μας. Συνεχίζουμε ακάθεκτοι τη βόλτα μας περνώντας πάνω από το φράγμα στην απέναντι όχθη με τις πολύχρωμες ψαρόβαρκες. Το σημείο αποτελεί τόπο αναψυχής των ντόπιων και ιδιαιτέρως της νεολαίας που διασκεδάζει κάτω από μεγάλες σκηνές πίνοντας τσάι. Οι δημόσιες σχέσεις μας εκτοξεύτηκαν, με ιδιαιτέρως φιλόξενες διαθέσεις και ανταλλαγές social media.

Ο ιδιοκτήτης του αυτοκινήτου όμως μας κάλεσε παρακαλώντας να του επιστρέψουμε το αμάξι νωρίτερα κι έτσι πήραμε το δρόμο για την πρωτεύουσα. Την τελευταία μέρα θα μετακινηθούμε με δημόσια μέσα μεταφοράς και με τα πόδια. Θα διασχίσουμε πεζή τη γέφυρα της συμβολής των ποταμών και θα φωτογραφίζουμε αγνοώντας τις αναφορές για συλλήψεις. Θα παζαρέψουμε με βαρκάρηδες για μια βόλτα στο σημείο που ενώνονται τα νερά, θα μπούμε σε παρακείμενο τζαμί πηδώντας το μαντρότοιχο για να κόψουμε δρόμο και γενικώς θα νιώσουμε την πόλη σαν αυτόχθονες. Θα διαπληκτιστώ με οδηγό tuk-tuk (έχω παράδοση σε αυτό) γιατί ζητούσε το κόμιστρο που συμφωνήσαμε μέχρι το Omdurman αλλά η διαδρομή διακόπηκε στη γέφυρα του Νείλου καθώς υπάρχει περιορισμός διέλευσης. Τελικά θα καταλήξουμε στην περίφημη αγορά του Omdurman, τη μεγαλύτερη της Ανατολικής Αφρικής όπου μπορεί να βρει κανείς από λαχανικά, κινέζικα ηλεκτρονικά έως δέρματα κροκοδείλων. Μέσα στη χαοτική βοή θα χορτάσουμε εικόνες και… πολλή σκόνη.

Φτάνοντας στο τέλος του ταξιδιού θα επιστεγάσουμε την εμπειρία με το αρχαιολογικό μουσείο του Χαρτούμ και τα θαυμαστά ευρήματα των χρονικών περιόδων της Νουβίας. Εδώ θα συναντήσουμε και ένα ταξιδιωτικό γκρουπ ηλικιωμένων τουριστών. 

Ανακαλώντας τις στιγμές στη χώρα αυτή, θα αξιολογήσω το Σουδάν σαν ένα προορισμό που δε μοιάζει με κανέναν άλλο, που συνδυάζει τον αρχαίο πολιτισμό με τη μαγεία της ερήμου, το Ισλαμικό με το Αφρικανικό στοιχείο και εξαιτίας του ότι βρίσκεται εκτός τουριστικού χάρτη, χαρίζει μια εμπειρία ξεχωριστά αυθεντική.

Αποχαιρετούμε το Σουδάν με 5 ώρες καθυστέρηση της πτήσης για Addis Ababa, σε ένα αεροπλάνο όπου όλοι οι επιβάτες είναι επαναπατριζόμενοι λαθρομετανάστες, ένας εκ των οποίων δεν είχε σώας τας φρένας με αποτέλεσμα να βρίσκεται δεμένος απάνθρωπα στο κάθισμα.


Οι Δερβίσηδες του Omdurman



Facebook Comments