Πακιστάν

Το Πακιστάν (Ισλαμική Δημοκρατία του Πακιστάν) είναι η πέμπτη σε πληθυσμό χώρα του κόσμου αριθμώντας πάνω από 212 εκατομμύρια. Δημιουργήθηκε το 1947, μετά από την ανεξαρτησία της Ινδικής υποηπείρου από τους Βρετανούς, διαχωρίζοντας τους πληθυσμούς με βάση τη θρησκεία. Ο τόπος έχει μακρά ιστορία, πριν και από την εποχή του μεγάλου Αλεξάνδρου που τον κατέκτησε το 327 π.Χ. και στη συνέχεια τα λιγότερο γνωστά ιδοελληνικά βασίλεια της Βακτριανής και των Σελευκιδών, όπου άνθησε και η ελληνοβουδιστική τέχνη Gandhara. Στους αιώνες που ακολούθησαν Άραβες, Μογγόλοι, Αφγανοί και βέβαια Βρετανοί, σμίλεψαν την πολιτισμική οντότητα του τόπου.
Η γεωμορφολογία του ποικίλει δραματικά, από τις ακτές της αραβικής θάλασσας και τις ερήμους του νότου, μέχρι τα δάση του βορρά, τις ειδυλλιακές κοιλάδες, τον Ινδό ποταμό και τους παραποτάμους του και βέβαια τις μεγαλειώδεις οροσειρές του Karakorum του Ινδοκαύκασου και των Ιμαλαΐων με την περίφημη κορυφή Κ2, τη δεύτερη ψηλότερη του κόσμου. Η περιοχή αποτελούσε στρατηγικής σημασίας τοποθεσία από την εποχή του δρόμου του μεταξιού και ακόμα και σήμερα δυο κομβικές οδικές αρτηρίες, η λεωφόρος Karakorum και το Khyber pass συνδέουν το Πακιστάν με τη δυτική Κίνα και το Αφγανιστάν αντίστοιχα.  Το οδικό δίκτυο που διασχίζει τις οροσειρές του βορρά είναι κατά βάση δύσβατο και οι συχνές κατολισθήσεις κάνουν το έργο της συντήρησης δύσκολο.

Ο πληθυσμός της χώρας παρουσιάζει μεγάλη ποικιλομορφία, με τα μεγαλύτερα εθνικά φύλα να απαρτίζονται από τους Ινδικής προέλευσης Punjabi και της Ιρανοαφγανικής Pashtun αλλά και ινδοευρωπαϊκές μειονότητες, τους λεγόμενους Αρείους. Μεταξύ αυτών, η περίφημη μειονοτική φυλή των Kalash με τον μοναδικό για την περιοχή πολιτισμό, την ανιμιστική θρησκεία τους και τα έθιμα. Παρ’ ότι δεν έχει αποδειχτεί πλήρως, πιστεύεται ότι είναι απόγονοι των στρατιωτών του Μεγάλου Αλεξάνδρου.
Η ενδυμασία των ανδρών στη χώρα αυτή περιλαμβάνει κατά κανόνα το παραδοσιακό σαλβάρι και κατά τόπους διάφορα καπέλα, ενώ των γυναικών ποικίλει από το γυναικείο χρωματιστό σαλβάρι, τις πολύχρωμες χειροποίητες φορεσιές των ορεσίβιων Kalash και Sidh, έως την ακραία συντηρητική burqa που καλύπτει και το πρόσωπο, αλλά ακόμα και τις δυτικοποιημένες εμφανίσεις με μοντέρνα ρούχα και ακάλυπτο κεφάλι της Πακιστανικής ελίτ τάξης.
Άλλο χαρακτηριστικό στοιχείο του Πακιστάν, είναι τα φιλοτεχνημένα φορτηγά, ένα μοναδικά πολύχρωμο κινούμενο κολάζ. Αξιόλογη είναι η τοπική κουζίνα, με κοινά χαρακτηριστικά απ΄ όλη την ινδική υποήπειρο, πολλές παραλλαγές με βάση το ρύζι όπως biryani, πολλά είδη ψωμιού-πίτας όπως chapati, naan, roti. Τα κρεατικά, κυρίως κοτόπουλο και κατσίκι έχουν σημαντική παρουσία και μαγειρική ποικιλία σε ψητά, kebab, μαγειρευτά, μαριναρισμένα με καυτερά καρυκεύματα.
Το Πακιστάν είναι μια χώρα αντιθέσεων, όχι μόνο μορφολογίας αλλά και κοινωνικής και πολιτισμικής διαστρωμάτωσης.

Tο Πακιστάν κατέχει μια σημαντική στρατιωτική δύναμη με πυρηνικό εξοπλισμό και βρίσκεται σε συνεχή πολιτική και ένοπλη διαμάχη με την Ινδία για τη διαφιλονικούμενη περιοχή του Κασμίρ. 


Άνθρωποι

Μέσα σε αυτό το συνονθύλευμα φυλών και σε μια χώρα που η τρομοκρατία έχει σχεδόν εκμηδενίσει τον τουρισμό, ο επισκέπτης θα νιώσει αρχικά σαν… εξωγήινος. Η έκπληξη και η περιέργεια των Πακιστανών για τον ξένο χρειάζεται ένα μόλις χαμόγελο για να μεταμορφωθεί σε πρωτόγνωρη φιλικότητα, φιλοξενία, προσκλήσεις και προσφορές, αυθόρμητη πρόθεση βοήθειας. Το γεγονός όμως της γειτνίασης με το Αφγανιστάν και τα δύσκολα ελεγχόμενα ορεινά περάσματα έχουν ως αποτέλεσμα την ύπαρξη μελών των Ταλιμπάν και άλλων ριζοσπαστικών στοιχείων ανάμεσα στον πληθυσμό, που αμαυρώνουν τη φήμη της χώρας με συχνές πολύνεκρες τρομοκρατικές επιθέσεις, με διακίνηση όπλων και ναρκωτικών. 


Κόντρα στα στερεότυπα

Αύγουστος 2018

1. Από τα σύνορα, στο Islamabad, τη Hunza και το Chitral

Hunza

Βόρειο Πακιστάν – Φωτό άλμπουμ

Pakistan_North

Η διαδρομή μέχρι το Chitral

 

Όταν ακούει κανείς για το Πακιστάν, μάλλον δεν ανακαλεί μια ειδυλλιακή εικόνα πλασμένη στο μυαλό του. Τα ειδησεογραφικά μέσα μόνο άσχημα νέα έχουν να δημοσιεύσουν σε τακτά διαστήματα. Βομβιστικές επιθέσεις, Ταλιμπάν, ακραίος φανατισμός, Osama Bin Laden, βία, βιασμοί, καταπάτηση ανθρωπίνων δικαιωμάτων, πυροβολισμοί ακτιβιστών, φτώχια, φυσικές καταστροφές. Με ένα τέτοιο “βιογραφικό” δύσκολα ο επισκέπτης θα επιλέξει τον προορισμό αυτό. Και πραγματικά, ο τουρισμός στη χώρα είναι μηδαμινός και περιορίζεται σε ελάχιστα σημεία της.
Επέμεινα πολύ για να πείσω τους συνταξιδιώτες μου για τον προορισμό αυτό. Το συμπέρασμα για το αν άξιζε η προσπάθεια ελπίζω να είναι ξεκάθαρο.
Το ταξίδι αυτό ξεκίνησε από το Νεπάλ, που ήταν μια ευχάριστη υποχώρηση προς τους συνταξιδιώτες μου. Στη συνέχεια μέσω Ινδίας περάσαμε τη μοναδική συνοριακή πύλη των δύο χωρών που βρίσκονται επίσημα σε εμπόλεμη κατάσταση εδώ και δεκαετίες. Αν και το σύνορο αυτό ελάχιστοι το διασχίζουν καθημερινά, έχει ίσως την πιο φαντασμαγορική εγκατάσταση από οποιοδήποτε άλλο. Στις δύο πλευρές εκατέρωθεν της συνοριακής γραμμής, υπάρχουν δύο αμφιθεατρικές εγκαταστάσεις με κερκίδες, με την Ινδική να είναι αρκετά μεγαλύτερη. Κάθε απόγευμα, κατά την τελετή υποστολής της σημαίας των δύο χωρών, επιτελείται μια στρατιωτική παρέλαση με αλλόκοτο τελετουργικό από επίλεκτους στρατιώτες με εντυπωσιακές στολές και ανεκδιήγητους βηματισμούς, προκαλώντας με την κινησιολογία τους τον “εχθρό” και δίνοντας στην “παράσταση” χροιά κωμωδίας. Την παρέλαση παρακολουθήσαμε την 14η Αυγούστου, ημέρα ανεξαρτησίας του Πακιστάν και παραμονής της αντίστοιχης ημέρας για την Ινδία και οι εκδηλώσεις ήταν ακόμα πιο εορταστικές. Παρά το αρχικό πλάνο, βρεθήκαμε στις κερκίδες της Ινδικής πλευράς καθώς καθυστερήσαμε 5 λεπτά από το κλείσιμο των συνόρων και μας αρνήθηκαν τη διέλευση. Η καθυστέρηση αυτή που οφείλεται σε δική μου επιμονή φτηνού μεταφορικού μέσου για τα σύνορα, καταρράκωσε την ψυχολογία του ταξιδιού και προκάλεσε το θυμό των συνταξιδιωτών μου.
Αργά το πρωί της επομένης είμαστε οι πρώτοι και μοναδικοί που διαβαίνουμε τη συνοριακή γραμμή, εκεί όπου λίγες ώρες πριν παρακολουθούσαμε τα απότομα χτυπήματα των ποδιών των στρατιωτών.

The Attari-Wagah border, Indian and Pakistani side

Οι συνοριοφύλακες μας υποδέχτηκαν με ευγένεια και ενθουσιασμό, αλλά και λιγότερη γραφειοκρατία από την Ινδία, παρ’ όλο που η αίθουσα θύμιζε σάουνα από τη ζέστη. Βγαίνοντας, έπρεπε να περιμένουμε για αρκετή ώρα μέχρι να έρθει το μεταφορικό μέσο που μεταφέρει τον ελάχιστο κόσμο μέχρι το parking. Προς έκπληξη, το μέσο ήταν ένα όχημα με βαγόνια, σαν αυτά που κάνουν τουριστικά tour σε κάποιες πόλεις.  Όμως και το επόμενο parking ήταν απροσπέλαστο για το έξωθεν κοινό. Περιμέναμε αρκετή ώρα μάταια στη λιποθυμική ζέστη ενώ ένας καθαριστής σκούπισε το χώμα πάνω στις αποσκευές και σ’ εμάς. Μην έχοντας επικοινωνία με τον ιδιοκτήτη του αυτοκινήτου που θα νοικιάζαμε, απευθυνθήκαμε στους στρατιώτες που ειδοποίησαν την επόμενη πύλη με ένα απαρχαιωμένο τηλέφωνο με μανιβέλα, ενώ ταυτόχρονα κάποιος παρευρισκόμενος προσφέρθηκε να τηλεφωνήσει.
Ο άνθρωπός μας κάποια στιγμή εμφανίστηκε και μπήκαμε με ικανοποίηση στη θαλπωρή του κλιματισμού.
Οι πρώτες εικόνες από τη χώρα είναι αντιπροσωπευτικές του χάους, της ανέχειας και μιας αρχιτεκτονικής αταξίας με ισλαμικό χρώμα που θύμιζε έντονα Ιράκ.

 

Μετά από 300 χιλιόμετρα σε έναν υπερσύγχρονο αυτοκινητόδρομο, φτάνουμε στην περιοχή της Πρωτεύουσας. Πρόκειται για μια δίδυμη πόλη που αποτελείται από τον παλιό κομμάτι που ονομάζεται Rawalpindi και το σύγχρονο, το Islamabad, σχεδιασμένο από τον Έλληνα αρχιτέκτονα και πολεοδόμο Κωνσταντίνο Δοξιάδη. Το πολιτισμικό χάσμα των δύο πόλεων είναι τεράστιο. Φτάνοντας στο Rawalpindi επιθυμούσαμε να δούμε κάποια από τα αξιοθέατα και να περιδιαβούμε τις πολύβουες υπαίθριες αγορές του. Όμως το κυκλοφοριακό χάος έκανε τη μετακίνηση με το ογκώδες όχημά μας αδύνατη και το πρωτόγνωρο πλήθος ανδρών με μακριές γενειάδες και γυναικών με burqa έκανε το σημείο κάπως αφιλόξενο. Παρά τη μεγάλη ταξιδιωτική εμπειρία μας, χρειαζόμαστε πάντα λίγο χρόνο μέχρι να ξεπεράσουμε το πρώτο σοκ ενός τόσο διαφορετικού κοινωνικού περιβάλλοντος. Πράγμα που αποδείχτηκε αληθές σύντομα. Μεταξύ άλλων προσπαθήσαμε να αγοράσουμε τοπική κάρτα sim για να έχουμε internet, απαραίτητο για διαδρομές και ξενοδοχεία. Η βαριεστημένη υπάλληλος, μετά από χρονοβόρα διαδικασία καταγραφής διαβατηρίων μας διαβεβαίωσε ότι η σύνδεση θα ενεργοποιούνταν μετά από μία ώρα, κάτι που δεν έγινε ποτέ.
Το Islamabad έχει να επιδείξει μια εντελώς αντίθετη όψη από το Pindi. Άψογη ρυμοτομία, οργανωμένη κυκλοφορία, πολυτελείς βίλες και αρκετό πράσινο. Θυμίζει εύκολα προάστιο ευρωπαϊκής πόλης και καθόλου δεν ομοιάζει με το τυπικό Πακιστάν.

Ένα από τα βασικότερα μνημεία της πόλης αλλά και σύμβολο όλου του Πακιστάν είναι το ομώνυμο Pakistan Monument, ένα εντυπωσιακό αρχιτεκτόνημα σε σχήμα άνθους, με ανάγλυφες απεικονίσεις στο εσωτερικό, που δεσπόζει σε ένα λόφο στο κέντρο της πόλης. Βόρεια της πόλης βρίσκεται το μεγάλο φουτουριστικό τζαμί Faisal Mosque που η κατασκευή του χρηματοδοτήθηκε το 1976 από το βασιλιά Faisal της Σαουδικής Αραβίας. Στον προαύλιο χώρο του τζαμιού αρχίσαμε να γινόμαστε η τουριστική attraction, με δεκάδες κόσμου να μας υποδέχεται και να ζητά να φωτογραφηθεί μαζί μας. Αυτό θα μας ακολουθεί σε όλο μας το ταξίδι, σε βαθμό που με κάνει να αναρωτιέμαι αν τελικά φωτογράφησα ή φωτογραφήθηκα περισσότερο.


 

Το βραδάκι, αφού επισκεφτήκαμε για άλλη μια φορά την εταιρία τηλεπικοινωνιών, μετά από αρκετή έρευνα βρήκαμε σχετικά οικονομικό ξενοδοχείο και βγήκαμε πεζοί για φαγητό. Κρυμμένα πίσω από ένα στενό ήταν μια σειρά από τοπικά υπαίθρια εστιατόρια με τραπέζια στο δρόμο και συνθήκες καθαριότητας εφάμιλλες κάθε τριτοκοσμικής χώρας. Ένας νάνος που μετά βίας έφτανε τη θράκα όπου έψηνε κρεατικά και μία τραβεστί που ζητιάνευε από τραπέζι σε τραπέζι προσέθεταν στο σουρεαλισμό.
Όπως κάθε μέρα του ταξιδιού, το εγερτήριο ήταν κατά το χάραμα, προσπαθώντας να διανύσουμε την άγνωστη διαδρομή που μας περιμένει. Από εδώ και πέρα ο δρόμος θα είναι δύσκολος, στενός, δύσβατος και με πολλά απρόοπτα. Από το κυκλοφοριακό χάος των μικρών πόλεων, στους φιδίσιους ορεινούς δρόμους σε υψόμετρα άνω των 3500μ., τους ατελείωτους χωματόδρομους και τις κατολισθήσεις. Μετά από λίγες ώρες φτάνουμε στην πόλη Abbotabad, που έχει εντυπωθεί στο μυαλό μου ως το κρησφύγετο του Osama Bin Laden.

Εδώ θα αλλάξουμε λάδια στο αυτοκίνητο και με την ευκαιρία θα κάνουμε βόλτα στην πόλη με τους φιλικούς ανθρώπους. Όπως παντού στη χώρα, εισπράξαμε μόνο χαμόγελα και ενδιαφέρον για τη χώρα προέλευσής μας. Είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς πως ο τόπος αυτός φιλοξενούσε τον αρχηγό της Al Qaeda. Φυσικά δε μπήκαμε στη διαδικασία να ρωτήσουμε πού βρίσκεται το σπίτι του αρχιτρομοκράτη. Άλλωστε οι περισσότεροι έφερναν μια ομοιότητα με τον Osama, μπορεί να ήταν και πρωτοξάδερφοι. Φεύγοντας απ’ την πόλη, από περιέργεια το έψαξα στο χάρτη και προς μεγάλη μου έκπληξη το βρήκα! Παρ’ ότι η ώρα είναι περασμένη και έχουμε μεγάλη διαδρομή μπροστά μας, αποφασίζουμε να πάμε. Το ογκώδες Land Cruiser δυσκολεύεται να χωρέσει στα σοκάκια του μικρού χωριού στις παρυφές της πόλης και ο οδηγός δυσανασχετεί. Ο δρόμος τελειώνει και συνεχίζουμε με τα πόδια. Οι γείτονες του Osama μας χαμογελούν προφέροντας το όνομά του και δείχνοντάς μας την κατεύθυνση.
Τη νύχτα της 2ας Μαΐου του 2011 οι Αμερικανικές ειδικές δυνάμεις εισέβαλλαν στον εναέριο χώρο του Πακιστάν με ελικόπτερα αόρατα στα ραντάρ και κατέλαβαν το κρησφύγετο εξουδετερώνοντας το στόχο τους. Ένα από τα ελικόπτερα κατέπεσε μέσα στην περίμετρο του κτιρίου χωρίς θύματα. Το πτώμα του Osama μεταφέρθηκε σε βάση του Αφγανιστάν για εξακρίβωση και από εκεί σε αεροπλανοφόρο και τελικά στον υγρό τάφο του στον ινδικό Ωκεανό. Εκτός από την εξαφάνιση του πτώματος από τους Αμερικανούς, η Πακιστανική κυβέρνηση κατεδάφισε το σπίτι, αποθαρρύνοντας τη δημιουργία τόπου λατρείας. Είναι πραγματικά παράξενο το συναίσθημα του να βρίσκεσαι στο σημείο αυτών των ιστορικών γεγονότων, εκεί που ο τρομοκράτης για 5 ή και παραπάνω χρόνια απολάμβανε το καφεδάκι του, σ’ αυτή την απόμερη γειτονιά του ήσυχου χωριού αλλά και σε απόσταση αναπνοής από μεγάλη στρατιωτική ακαδημία του Πακιστανικού στρατού.

Ο δρόμος όσο πάει χειροτερεύει και γίνεται ορεινός. Ήταν ουτοπικό σενάριο το να φτάσουμε αυθημερόν στο Gilgit αλλά με τις τόσες καθυστερήσεις είναι μάλλον απίθανο να φτάσουμε έστω και στο Chilas. Ξεκινά βροχή, που κάνει ακόμα πιο δύσκολη τη διαδρομή. Κάποια στιγμή φτάνουμε στην πόλη Naran, ένα ορεινό θέρετρο με ωραία ξενοδοχεία και δραστηριότητες στη φύση όπως rafting. Δυστυχώς δεν έχουμε χρόνο για να παραμείνουμε, όμως λίγα χιλιόμετρα μετά μας ειδοποιούν ότι έγινε κατολίσθηση και ο δρόμος είναι κλειστός. Επιμένουμε να συνεχίσουμε προς το σημείο για να κρίνουμε την κατάσταση. Ο δρόμος έχει μετατραπεί σε ποτάμι λάσπης όπου δύσκολα προσεγγίζουμε, με τα πόδια πλέον. Πολύς κόσμος είναι συγκεντρωμένος, επικρατεί ανησυχία. Στο βάθος, βλέπουμε γιγαντιαίους βράχους να έχουν πέσει στο δρόμο, αυτοκίνητα εγκλωβισμένα,α γνωστό αν υπάρχουν θύματα και ένας χείμαρος που έχει αποσπάσει ένα κομμάτι του δρόμου στο γκρεμό. Το αρχικό σοκ δίνει τη θέση του στην απογοήτευση. Είμαστε εγκλωβισμένοι με μοναδική λύση την επιστροφή στο Islamabad και ματαίωση του Βορείου Πακιστάν. Επιστρέφουμε στη Naran, βρίσκουμε ξενοδοχείο και ικανοποιούμε το αίσθημα της πείνας σε ωραίο ψητοπωλείο. Καταστρώνουμε στο χαρτί δύο εναλλακτικά πλάνα ταξιδιού με ασφάλεια χρόνου. Ένα για την -απίθανη, παρά τις διαβεβαιώσεις των ντόπιων- επισκευή του δρόμου και ένα για επιστροφή και επίσκεψη μόνο στους Kalash. Οι αστάθμητοι παράγοντες μπορεί να ανατρέψουν ένα ταξίδι, όμως εγώ είχα καλό προαίσθημα. Και ως εκ θαύματος, το πρωί ο δρόμος ήταν ανοιχτός. Και όπως θα αποδειχτεί, κάθε εμπόδιο προσθέτει κάτι στην περιπέτεια και τη μοναδική εμπειρία του ανεξάρτητου ταξιδιού, που δοκιμάζει την ευελιξία, την αποφασιστικότητα και την ευρηματικότητα του ταξιδευτή.

 

Η διαδρομή συνεχίζει πλάι στο ποτάμι, σε ορεινά τοπία απείρου κάλλους που δε θα βλέπαμε αν τα διασχίζαμε το προηγούμενο βράδυ. Επιπλέον η διαδρομή δεν είναι εύκολη, με πολλές στροφές, κατολισθήσεις και υψόμετρα που σε κάποιο σημείο αγγίζει τα 4100μ. Οι αστυνομικοί έλεγχοι και καταγραφή των στοιχείων μας είναι συχνότατοι και θα τους συναντούμε συχνά από εδώ και στο εξής. Επιπλέον μας δίνεται υποχρεωτική ένοπλη συνοδεία, κάτι που δε μας χαροποιεί γιατί αναγκαζόμαστε να στριμωχτούμε στο αμάξι.


 

Ο Ινδός ποταμός διαρρέει το άγονο τοπίο. Ο σημαντικός αυτός αρχαίος ποταμός, ρέει εδώ πριν από τη δημιουργία των Ιμαλαΐων, με την τωρινή του πορεία να ξεκινά από τις πηγές του στο Θιβέτ, να περνά από το Ladakh και συνεχίζοντας στο Πακιστάν καταλήγει στην Αραβική θάλασσα. Σε ένα σημείο ενώνεται με τον ποταμό Gilgit και το σημείο αυτό σηματοδοτεί και την σύζευξη τριών από τις μεγαλύτερες οροσειρές του κόσμου, των Ιμαλαΐων, του Karakorum και του Hindu Kush (Ινδοκαύκασου).

Hunza

Ο ένοπλος συνοδός μας δίνει τη θέση του στον επόμενο και συνεχίζουμε για τη λεωφόρο του Karakorum που οδηγεί στα σύνορα της Κίνας και αποτελεί σημαντικό οδικό πέρασμα από την εποχή του δρόμου του μεταξιού. Με τη χρηματοδότηση της Κινεζικής κυβέρνησης ο δρόμος είναι σε άριστη κατάσταση, με τούνελ, καινούριο οδόστρωμα αλλά περιέργως χωρίς αισθητή εμπορική κίνηση. Επιβλητικά βουνά, κάποια με χιονισμένες κορυφές και υψόμετρο άνω των 7000μ περιβάλλουν την κοιλάδα της Hunza, τον “παράδεισο επί γης” όπως τον χαρακτηρίζουν οι ντόπιοι. Είναι δύσκολο να περιγράψει κανείς ή να καταγράψει φωτογραφικά, το δέος που αισθάνεται ανάμεσα στους γιγαντιαίους αυτούς γήινους όγκους. Το θέαμα είναι εξωπραγματικό, μια υπερπαραγωγή της φύσης, ανακαλώντας μου αντίστοιχες μνήμες από το Ladakh παρ’ ότι είναι πολύ διαφορετικό.
Η Hunza, αυτή η κοιλάδα του απώτερου βορρά, αποτελούσε ανεξάρτητο κρατίδιο της δυναστείας των Mir για 900 χρόνια, μέχρι την κατάκτηση από τους  Βρετανούς το 19ο αιώνα και τελικά την ενσωμάτωσή του με το Πακιστάν μόλις το 1974. Οι άνθρωποι εδώ δε μοιάζουν με εκείνους της υπόλοιπης χώρας. Το ανοιχτόχρωμο δέρμα, μαλλιά και μάτια είναι σύνηθες εδώ.
Μετά από το τούνελ ξεπροβάλλει ξαφνικά μια λίμνη με φωσφοριζέ τιρκουάζ χρώμα.  H λίμνη Attabad με μήκος 21χλμ. αποτελεί ένα σπάνιο φαινόμενο μιας και δημιουργήθηκε μόλις το 2010 από μια μεγάλη κατολίσθηση, που εκτόπισε πληθυσμό χιλιάδων ανθρώπων και καταβύθισε τη λεωφόρο Karakorum έως το 2015, οπότε και παραδόθηκαν τα τούνελ. Το μέρος αποτελεί θερινό θέρετρο για τους Πακιστανούς αλλά παρ’ όλα αυτά συναντήσαμε ελάχιστους τουρίστες κυρίως ντόπιους και μόλις δύο δυτικούς με ποδήλατα στο δρόμο.
Οδηγούμε μέχρι το Passu, με τον ομώνυμο παγετώνα, ψάχνοντας κατάλυμα. Όμως η περιοχή, πέραν των βουνών δεν προσέφερε καλύτερη θέα από τη λίμνη κι έτσι παρά την κούραση επιστρέψαμε και βρήκαμε πεντακάθαρα δωμάτια με γαλάζια θέα.

Είναι οι πρώτες στιγμές ανάπαυλας απ τη στιγμή που μπήκαμε στο Πακιστάν, εδώ στην απομόνωση των ορεινών γιγάντων, στο ευχάριστο κλίμα μακριά από την υγρασία του θερινού μουσώνα. Είναι οι στιγμές του ταξιδιού που ανακτώ δυνάμεις και ευλογώ την τρέλα που με οδήγησε σε αυτή την ειδυλλιακή εσχατιά, μακριά από τις ομορφιές της πατρίδας μου, τους φίλους και τους αγαπημένους μου ανθρώπους. Νιώθω τόσο ευτυχισμένος στην προσωρινή μου αυτή μοναξιά!

Νωρίς το πρωί ξεκινάμε για την περιήγηση στην περιοχή, με πρώτο στόχο το παγετώνα Passu. Ανήκει τους 7 κυριότερους, μη αρκτικούς παγετώνες του κόσμου, οι 4 εκ των οποίων βρίσκονται εδώ, στο βόρειο Πακιστάν. Ένας ανηφορικός στενός χωματόδρομος μας οδηγεί στην αρχή του μονοπατιού. Ο οδηγός είναι φανερά αγχωμένος με την ταλαιπωρία που υποβάλλουμε το καινούριο Land Cruiser το οποίο ο ιδιοκτήτης ενοικιάζει για γάμους. Το μονοπάτι μας οδηγεί ψηλότερα χαρίζοντας αμφιθεατρική άποψη της κοιλάδας και του χωριού αλλά και του επιβλητικού παγωμένου ποταμού με τις μυτερές λευκές κόχες. Είναι παράξενο το φαινόμενο της συνύπαρξης παγετώνα πλάι σε δέντρα της εύκρατης ζώνης καθώς και η θερμοκρασία που επιτρέπει να είσαι με κοντομάνικο. Αποφασίζουμε να συνεχίσουμε το ανηφορικό μονοπάτι για μερικά χιλιόμετρα ακόμα. Μετά από 3 ώρες περπάτημα η θέα γίνεται ακόμα πιο εντυπωσιακή και αν δεν πίεζε ο χρόνος, σίγουρα θα συνεχίζαμε κι άλλο. Ξαφνικά ακούμε ένα βόμβο και κοιτάζοντας πίσω μας διακρίνουμε μια κατολίσθηση χαμηλότερα, περίπου στο χείλος του γκρεμού όπου είχαμε σταθεί προηγουμένως. Επιστρέφοντας συναντήσαμε τους μαθητές του τελευταίου χωρίου πριν το Αφγανιστάν, σε σχολική εκδρομή.

Τι κάνατε φέτος το καλοκαίρι; Πήγαμε για βαρκάδα στο Πακιστάν. Δε θα μπορούσαμε να παραλείψουμε άλλωστε μια χαλαρωτική βαρκάδα με ξύλινο καΐκι στην περιστεφανωμένη με τις κορυφές του Karakorum, τιρκουάζ λίμνη.

Το χωρίο Karimabad (ή Baltit) είναι η πρωτεύουσα της Hunza. Ένα γραφικό χωριό με αρκετά μαγαζάκια που πωλούν ημιπολύτιμους λίθους και χειροτεχνήματα της περιοχής. Το φρούριο Baltit που αποτελούσε κατοικία του μονάρχη, κυριαρχεί στην κορυφή του χωριού και έχει αποκατασταθεί από το ίδρυμα Aga Khan. Οι μονάρχες του Πακιστάν διατηρούν ακόμα εξέχουσα κοινωνική θέση και επιχειρηματική δραστηριότητα στη χώρα και το εξωτερικό. Στο χωριό γινόταν γάμος και ποδοσφαιρικός αγώνας μαζί. Η πλειοψηφία του πληθυσμού είναι Ισμαηλίτες μουσουλμάνοι, με προοδευτική νοοτροπία και χαλαρές ενδυματολογικές επιλογές, ενώ το κάλυμμα κεφαλής για τις γυναίκες δε συναντάται συχνά.
Η Hunza είναι το ομορφότερο μέρος του Πακιστάν που επισκεφτήκαμε, δικαίως διεκδικεί τον τίτλο του επίγειου παραδείσου και θα θέλαμε να μείνουμε για πολλές μέρες. Δυστυχώς η άγνωστη και όπως αποδείχτηκε δύσκολη διαδρομή που είχαμε μπροστά μας, μας ανάγκασε να προχωρήσουμε.

 

Gilgit – Phunder – Mastuj – Chitral

Επόμενη στάση από τη Hunza, φτάνουμε βράδι στο Gilgit. Η πρωτεύουσα της βορειότερης Πακιστανικής επαρχίας που συνορεύει με το Ινδικό Kashmir, την κινεζική Xinjiang και την Αφγανική λωρίδα Wakhan, ήταν κατώτερη των προσδοκιών. Χτισμένη κι αυτή στις όχθες του ομώνυμου ποταμού, μας φιλοξένησε σε ένα βρωμικό ξενοδοχείο με μέτριο φαγητό.
Όμως η περιπέτεια ξεκινά την επομένη μέρα, στη μακρύτερη και δυσκολότερη διαδρομή που διασχίσαμε. Ο δρόμος έξω απ το Gilgit ήταν ένας στενός ασφάλτινος, παράλληλος με το ποτάμι, με συχνές κατολισθήσεις όπως παντού στη χώρα. Όμως σύντομα έδωσε τη θέση του σε έναν ατελείωτο κακοτράχαλο ορεινό χωματόδρομο που αποτελεί τη μοναδική οδική σύνδεση του βορειοανατολικού με το βορειοδυτικό Πακιστάν. Το τοπίο γίνεται σύντομα αλπικό, με εκπληκτικής μαγεία τοπία, χιονισμένες κορυφές, οροπέδια με άλογα και κοπάδια γιακ, με μικρούς οικισμούς όπως το Phunder και Mastuj. Τα αστυνομικά μπλόκα έχουν γίνει ρουτίνα για εμάς ακόμα περισσότερο στο απομονωμένο αυτό σημείο και δυστυχώς οι πληροφορίες τους για την κατάσταση του δρόμου είναι απογοητευτικές. Παρά τη βασανιστική για το όχημα και τους επιβάτες διαδρομή, ο οδηγός δεν είχε πλέον άγχος με το αυτοκίνητο ακόμα και όταν στο πέρασμα ενός ποταμιού, ο πίσω προφυλακτήρας χτύπησε στο έδαφος και μετακινήθηκε απ τη θέση του. Στο ερημικό οροπέδιο των 3500μ υψομέτρου, μας έδινε ανακούφιση η παρουσία άλλων jeep που εκτελούσαν χρέη δημόσιας συγκοινωνίας. Είναι τρομακτική η σκέψη του να μείνεις από μηχανικό πρόβλημα σε ένα τόσο απομακρυσμένο μέρος.  Για τα 400 χιλιόμετρα της πορείας, χρειαστήκαμε 13 ώρες και ο οδηγός μας ο Akhtar, με ελάχιστη αντικατάσταση που του προσφέραμε, την έβγαλε ασταμάτητα και αδιαμαρτύρητα, προσφέροντάς μας πολύτιμο χρόνο για τη συνέχεια του ταξιδιού.

Φτάνοντας βράδυ κατάκοποι στο Chitral, ψάχναμε ένα αξιοπρεπές ξενοδοχείο. Κουράγιο για ψάξιμο δεν υπήρχε αλλά ούτε και διάθεση να κοιμηθούμε και πάλι σε τρώγλη. Ευτυχώς και παρ’ όλο που μας διαβεβαίωναν ότι δεν υπάρχει καλό ξενοδοχείο μέσα στην πόλη, κάποιος πρότεινε να κατευθυνθούμε μέσα από τα αχαρτογράφητα στενάκια της πόλης, προς το ποτάμι. Πράγματι εκεί, δίπλα σε ένα παλιό φρούριο, βρίσκεται το Pamir Inn riverside hotel, ιδιοκτησίας του μουχτάρη του Chitral. Ένα ειδυλλιακό μέρος πλάι στο θρόισμα του ποταμού, με καταπράσινο κήπο, ανθισμένες τριανταφυλλιές και άνετα δωμάτια με σαλονάκι. Η τιμή που διαπραγματευτήκαμε ήταν η ίδια που πληρώναμε παντού στη χώρα ή οποία γενικά δε μας φάνηκε φτηνή στον τομέα της διαμονής. Το ημερήσιο κόστος μου για το μονόκλινο ήταν €20 ή και λίγο λιγότερα. Στη reception ποζάριζε σε περίοπτη θέση το πορτρέτο του νεαρού, στρουμπουλού, ξυρισμένου κόντρα μουχτάρη του Chitral με την πλουμιστή στολή του και ξίφος ακουμπισμένο στα γόνατα, ιδιοκτήτη του καταλύματος, του φρουρίου κλπ. Στη αφελή μου ερώτηση περί των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων του αφέντη, πήρα την απάντηση: “Ο μουχτάρ δεν εργάζεται. Είναι μουχτάρ. Όταν δεν είναι στην κατοικία του στο Islamabad πηγαίνει για κανένα ψάρεμα στις Ευρώπες.”
Το Chitral είναι ένα όμορφο χωριό και κατοικείται κυρίως από την ινδοάρια φυλή των Kho που μιλάνε τη γλώσσα Khowan. Υπάρχει επίσης μειονότητα Pashtun (Afgani).


2. Η φυλή των Kalash

_MG_8616_1200

Φυλή Kalash – Φωτό άλμπουμ

kalash_map

Η κοιλάδα των Kalash

Οι Kalash είναι μια Ινδοάρια μειονοτική φυλή του βορειοδυτικού Πακιστάν. Η πολιτισμική τους ταυτότητα που είναι ξεχωριστή σε πολλούς τομείς, συναρπάζει τους ανθρωπολόγους, με πολλούς να υποστηρίζουν ότι πρόκειται για απόγονους των στρατιωτών του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Σε αντίθεση με τους ισλαμικούς πληθυσμούς που τους περιβάλλουν, οι Kalash διατήρησαν ανά τους αιώνες τα μοναδικά τους χαρακτηριστικά. Μιλούν δική τους γλώσσα, οι γυναίκες φορούν καθημερινά την πολύχρωμη παραδοσιακή κεντητή φορεσιά διακοσμημένη με χάντρες και κοχύλια. Έχουν δικές τους ιδιόμορφες δοξασίες και μύθους που πολλοί συγκρίνουν με αυτούς της αρχαίας Ελλάδας. Η θρησκεία τους είναι ιδιόμορφη εξίσου, με κάποιους μελετητές να τη χαρακτηρίζουν ανιμιστική ενώ άλλους να υποστηρίζουν ότι πρόκειται για μια έκφραση αρχαίου Βουδισμού με παγανιστικές επιρροές. Μεταξύ των δύο φύλων υπάρχει ανοιχτή συναναστροφή και οι γάμοι γίνονται με ελεύθερη επιλογή, κυρίως μεταξύ δύο διαφορετικών φατριών προς αποφυγή αιμομειξιών. Δυστυχώς μεγάλος πληθυσμός σήμερα έχει εξισλαμιστεί, διατηρώντας παρ’ όλα αυτά τις υπόλοιπες παραδόσεις. 

Οι Kalash ζουν σήμερα σε τρεις απομονωμένες κοιλάδες του Ινδοκαύκασου, στην επαρχία του Chitral, σε πολύ μικρή απόσταση από τα Αφγανικά σύνορα. Η οικονομία τους είναι αγροτοκτηνοτροφική και ανταλλακτική, όμως ο τουρισμός αρχίζει να να προσφέρει ένα πενιχρό χρηματικό όφελος, με ένα μέρος του κυβερνητικού τέλους εισόδου των επισκεπτών, να προορίζεται για τη συντήρηση του πολιτισμού τους. Στην εύφορη περιοχή αυτή που ονομάζεται επίσης και Kafiristan (γη των απίστων) εκτοπίστηκαν εδώ και 30 χρόνια. Παλιότερα ζούσαν κοντά στην πόλη του Chitral πληρώνοντας φόρους στον τοπικό μουχτάρ (μονάρχη) ενώ κατά το 19ο αιώνα στο Nuristan του σημερινού Αφγανιστάν όπου και με τη βία πιέζονταν να εξισλαμιστούν. Όντας μειονότητα σε μια ακραία Ισλαμική περιοχή γίνονται συχνά αντικείμενο προσηλυτισμού, ακόμα και αιματηρών επιθέσεων από τους Taliban και άλλους παραστρατιωτικούς φανατικούς. Εξαιτίας αυτών, ο πληθυσμός τους είχε συρρικνωθεί σε μόλις δύο χιλιάδες άτομα, αλλά χάρη στη χρηματοδότηση, την προστασία από την Πακιστανική κυβέρνηση και στρατιωτική περιφρούρηση της περιοχής, καθώς και τις υποδομές υγείας, αρχίζει να ανακάμπτει. Επίσης ο εκσυγχρονισμός, αργά αλλά σταθερά αλλοιώνει τον πολιτισμό τους. 

Ξεκινώντας απ΄ το Chitral κάναμε στάση στο αστυνομικό τμήμα για την έκδοση της απαιτούμενης αδείας για την περιοχή. Μαζί με την άδεια, μας παρέχεται (δωρεάν) υποχρεωτική συνοδεία από ένοπλο αστυνομικό, για όλες τις μέρες παραμονής στην κοιλάδα. Η διαδρομή των 35χλμ απαιτεί πάνω από δύο ώρες. Το τελευταίο κομμάτι είναι ένας δρόμος επικίνδυνος που μετά βίας χωρά το ογκώδες αυτοκίνητό μας. Απ τη μία πλευρά λαξευμένα βράχια “αγκαλιάζουν” το όχημα και απ’ την άλλη απότομος γκρεμός που καταλήγει σε ποτάμι. Είχαμε συνεχώς το κεφάλι έξω απ’ το παράθυρο για να παρακολουθούμε τους τροχούς που πάταγαν οριακά στην άκρη του σαθρού, νεροφαγωμένου χωματόδρομου. Η τυχόν συνάντηση με άλλο όχημα επιστράτευε ακόμα δυσκολότερο σχέδιο αντιμετώπισης.

 

Τελικά φτάνουμε στη μία εκ των τριών κοιλάδων, στο χωριό Rumbur. Λόγω του επικείμενου φεστιβάλ των Kalash, ανησυχούμε για τη διαθεσιμότητα των ελάχιστων δωματίων του χωριού. Ευτυχώς ελάχιστοι ήταν οι τουρίστες και ένα κατάλυμα ανώτερο των προσδοκιών φιλοξένησε άνετα εμάς, τον οδηγό και τον αστυνομικό. Θα περιπλανηθούμε στο χωρίο όπου οι κάτοικοι επιδίδονται στις καθημερινές εργασίες, με τις γυναίκες να χρωματίζουν με τις έντονες φορεσιές τους το περιβάλλον. Η περίτεχνη γυναικεία παραδοσιακή στολή με το καπέλο πλεγμένο με χιλιάδες μικρές χάντρες, φοριέται καθημερινά από μικρές, γηραιές και παιδιά των Kalash. Νεαρά κορίτσια πλένουν ρούχα στο ρυάκι που διατρέχει το χωριό και τα απλώνουν στους θάμνους για να στεγνώσουν. Οι γυναίκες χαιρετούν στο δρόμο τους περαστικούς άνδρες με το χαρακτηριστική χειρονομία ευγένειας των Kalash, ένα χειροφίλημα το οποίο οι άνδρες ανταποδίδουν. Σε κάθε σπίτι υπάρχει ραπτομηχανή και οι γυναίκες επιμελούνται υπομονετικά την κατασκευή της στολής τους, με τα καλαίσθητα κεντήματα, τα καπέλα με τις χάντρες και τα κοχύλια.

Ο κόσμος είναι ντροπαλός, και κρύβεται στη θέα της φωτογραφικής μηχανής. Προσπαθούμε να σπάσουμε τον πάγο και τους λέμε πως είμαστε Έλληνες, συμπατριώτες του Θανάση. Ο Θανάσης Λερούνης είναι ένας δάσκαλος και ακτιβιστής που έχει αφιερώσει μέρος της ζωής του για τη διατήρηση της φυλής των Kalash. Μεταξύ άλλων εξασφάλισε χρηματοδότηση από την ελληνική κυβέρνηση και ιδιωτικούς φορείς για την δημιουργία μουσείου, πολιτιστικού κέντρου και σχολείου στην περιοχή. Όμως, το 2009 απήχθη από τους Ταλιμπάν που τον φυγάδευσαν στο Αφγανιστάν κρατώντας τον αιχμάλωτο για 7 μήνες. Μετά από διαπραγματεύσεις στις οποίες πρωτοστάτησε η κοινωνία των Kalash και με την Πακιστανική κυβέρνηση που συμφώνησε ως αντάλλαγμα λύτρα και απελευθέρωση δύο κρατουμένων, ο Λερούνης απελευθερώθηκε σώος. Από τότε δεν έχει επισκεφθεί ξανά την περιοχή. Όπου αναφέραμε το όνομά του, προκαλέσαμε χαμόγελο και ανθουσιασμό. Atanasi, Atanasi μας έλεγαν οι γυναίκες. Το ίδρυμα βρίσκεται στο Bumburet, το χωριό που θα επισκεφθούμε την επόμενη μέρα. Το Rumbur είναι πολύ αυθεντικό, μη τουριστικό, γι’ αυτό και οι γυναίκες είναι αρκετά ντροπαλές και λιγότερο εκδηλωτικές. Παρ’ όλα αυτά κάποιοι θα μας καλέσουν και στα σπίτια τους. Τα παιδιά του χωρίου είναι ατίθασα και ασυνήθιστα με τους ξένους. Μερικές φωτογραφίες στιγμής που τους χαρίσαμε ήταν πολύτιμο δώρο.
Τα φυσικά χαρακτηριστικά των Kalash είναι πράγματι ιδιαίτερα. Ανοιχτόχρωμο δέρμα, ευθείς μύτες, μερικοί με γαλανά ή μελί μάτια. Είναι εύκολο να τους ταυτίσεις με αρχαίους Έλληνες, παρ’ ότι τα τεστ DNA δεν το έχουν επιβεβαιώσει. Οι Kalash μεταξύ άλλων παράγουν κρασί, κάτι επίσης μοναδικό σε ολόκληρη την Ισλαμική χώρα. Αυτό που δοκιμάσαμε στο Rumbur ήταν ξινισμένο, αλλά στο Bumburet βρήκαμε αρκετά καλό. Οι χαρακτηριστικοί ναοί τους δεν είναι κάτι πολύ παραπάνω από μια ξύλινη αίθουσα με σκαλιστές κολόνες και ένα άνοιγμα στην οροφή. Επιπλέον, στην κορυφή ενός λόφου βρίσκεται και ένας υπαίθριος ναός με κάποια ζωόμορφα τοτέμ, που επιτρέπεται μόνο σε άνδρες. Οι εκδηλώσεις του 3ήμερου φεστιβάλ ξεκινάνε το βράδυ. Η προσέλευση είναι μικρή και το ελάχιστο φως δεν επιτρέπει τη φωτογράφηση. Ομάδες νεαρών αγοριών και κοριτσιών αντίστοιχα, πιασμένες στη σειρά από τους ώμους των διπλανών τους, υπό τον ήχο ενός τυμπάνου επιδίδονται σε έναν άτεχνο χορό φλερτάροντας μεταξύ τους. Η επήρεια του κρασιού προκαλεί στα αγόρια ανόητη συμπεριφορά με σπρωξίματα. Οι επισκέπτες είναι ως επί το πλείστον Πακιστανοί, πολλοί από αυτούς προσελκυσμένοι από το αλκοόλ και τις πιο φιλελεύθερες γυναίκες. Την επομένη κατευθυνόμαστε από τον ίδιο δρόμο-θρίλερ στο Bumburet, ελπίζοντας σε πιο πλούσιους εορτασμούς. Το χωριό αυτό είναι αισθητά πιο τουριστικό, με πολλά καταλύματα και αρκετούς επισκέπτες, κυρίως σε οργανωμένα γκρουπ. Το μουσείο-σχολείο είναι το επιβλητικότερο κτίριο του χωριού. Θελήσαμε να το επισκεφτούμε αλλά ήταν κλειστό. Τα νέα κυκλοφορούν γρήγορα στο μικρό χωρίο και ο διευθυντής του μουσείου εμφανίστηκε στον ξενώνα μας και προσφέρθηκε όχι μόνο να ανοίξει το μουσείο ειδικά για εμάς (και στη συνέχεια σε ένα ελληνικό γκρουπ), αλλά και να μας ξεναγήσει όλη μέρα στο χωριό προσφέροντας κάθε πολύτιμη πληροφορία για την περήφανη φυλή του. Ο ίδιος ήταν και ένας από τους διαπραγματευτές που ρίσκαραν να πάνε στο Αφγανιστάν, εκεί που οι Ταλιμπάν κρατούσαν τον Έλληνα δάσκαλο. Μας τους περιέγραψε ως ανθρώπους αμόρφωτους και πρωτόγονους, που δεν είχαν επαφή με τον πολιτισμό, δεν είχαν δει καν στη ζωή τους τηλεόραση. Το κτίριο του μουσείου είναι εντυπωσιακό, μια τριώροφη κατασκευή με κυρίαρχα υλικά την πέτρα και το ξύλο, σεβόμενη την τοπική αρχιτεκτονική. Τα εκθέματα σώζουν παραδοσιακά στοιχεία του πολιτισμού αυτού, ρούχα, κοσμήματα, σκεύη και κάποια ταφικά ξυλόγλυπτα αγάλματα, όσα δεν έχουν κλαπεί ή πουληθεί σε ξένους. Σε μία από τις αίθουσες βρίσκουμε ένα λεύκωμα με τη δράση των αμέτρητων ελληνικών Μ.Κ.Ο. που δραστηριοποιούνταν όχι μόνο εδώ, αλλά σε κάθε ξεχασμένη χώρα της Αφρικής και του πλανήτη. Σε μια άλλη εποχή για την Ελλάδα, το πάρτι των οργανισμών αυτών κάθε άλλο παρά αλτρουιστικό ήταν. Η κατάχρηση δημοσίου χρήματος και το ξέπλυμα ιδιωτικού, γινόταν εύκολα μέσω την υποτιθέμενης ευαισθητοποίησης για τους απανταχού κατατρεγμένους. Στις σελίδες του λευκώματος φιγουράριζαν γνωστοί υπόδικοι Έλληνες πολιτικοί.

Θα επισκεφτούμε στη συνέχεια το ναό του χωριού και θα περάσουμε έξω από το σπίτι της μητρότητας που θεωρείται “ακάθαρτο” και δεν επιτρέπεται η προσέγγιση παρά μόνο από εγκύους και αυτές που τις φροντίζουν. Το νεκροταφείο του Bumburet είναι από τα πιο αλλόκοτα που μπορεί να συναντήσει κανείς. Δεκάδες φέρετρα φτιαγμένα από μασίφ ξύλο κείτονται ανοιγμένα παντού. Μέχρι και λίγα χρόνια πριν, οι Kalash δεν έθαβαν τους νεκρούς αλλά τους τοποθετούσαν στα φέρετρα αυτά μαζί με τα υπάρχοντά τους, τιμώντας για 3 μέρες με χορούς και θυσίες ζώων τον εκλιπόντα. Αναπόσπαστο στοιχείο της ταφής ήταν και ένα ξυλόγλυπτο άγαλμα, ελάχιστα όμως έχουν απομείνει. Πλέον η ταφή  γίνεται κάτω απ΄ το έδαφος και συμπληρώνεται με το κρεβάτι του μακαρίτη αναποδογυρισμένο πάνω απ το μνήμα.

Οι κάτοικοι του Bumburet είναι πολύ πιο κοινωνικοί και ανοιχτοί στην επαφή, πολλοί μάλιστα απολαμβάνουν το να ποζάρουν στο φακό. Φυσικά η συνοδεία του εξαιρετικά δοτικού διευθυντή είναι απαράμιλλη και ο ίδιος νιώθει ηθική υποχρέωση απέναντι στους Έλληνες που έχουν βοηθήσει τόσο την κοινότητα. Οι εορτασμοί του φεστιβάλ είναι δυστυχώς κι εδώ νυχτερινοί και ακόμα πιο υποτονικοί απ΄ ότι στο Rumbur. Οι τουρίστες είναι περισσότεροι από τους συμμετέχοντες! Απογοητευμένοι αποχωρούμε αλλά κανείς δε μας είχε δώσει μέχρι τότε την πληροφορία ότι η κορύφωση του φεστιβάλ τελείται το επόμενο πρωί στο Rumbur. Θα μπορούσαμε να είχαμε επισκεφθεί τα δύο χωριά με αντίστροφη σειρά, ενώ τώρα αναγκαζόμαστε όχι μόνο να αλλάξουμε το πρόγραμμα του ταξιδιού παρατείνοντας την παραμονή στους Kalash, αλλά και να διασχίσουμε πάλι το δύσκολο οδικό πέρασμα.

Η γιορτή ήταν πράγματι εντυπωσιακή, παρά τη μεγάλη προσέλευση τουριστών. Πλήθος γυναικών με την επίσημη φορεσιά και το διπλό καπέλο με τα κοχύλια, προσέρχονται δημιουργώντας ένα πολύχρωμο μοσαϊκό. Οι γηραιότεροι άντρες είναι στο κέντρο του χορού και απαγγέλλουν ποιήματα, ενώ υπό τον ήχο του τυμπάνου, ομάδες όλων των ηλικιών περιφέρονται περιμετρικά στον ιδιόμορφο εκστατικό χορό. Είναι έντονη και η παρουσία της αντιτρομοκρατικής υπηρεσίας με συνοδεία σκύλου. Στη γιορτή συναντήσαμε και το γκρουπ των Ελλήνων τουριστών που απαρτίζονταν από ηλικιωμένους. Η οικονομική κατάσταση στη χώρα μας δυστυχώς δεν επιτρέπει σε πολλούς ένα ακριβό ταξίδι με γκρουπ και επίσης ο φόβος μαζί με την έλλειψη γνώσης αποθαρρύνει τους ανεξάρτητους ταξιδευτές σαν εμάς. Κάποιες κυρίες ήταν ευγενέστατες και είχαν διάθεση να μάθουν για τη Hunza και τα μέρη που επισκεφθήκαμε.

Οι Kalash είναι μια ακόμα σπάνια, απειλούμενη φυλή του πλανήτη που μας εντυπωσίασε, όχι μόνο με τις παραδόσεις και τον πολιτισμό της, αλλά και με το χαρακτήρα και το ήθος της. Μικρή σημασία έχει το αν πρόκειται πράγματι για διαιωνιστές του ανυπέρβλητου ελληνικού DNA. Η αρχαία αυτή φυλή που επιβίωσε μέσα σε ένα τόσο εχθρικό περιβάλλον, αποτελεί έναν ανθρωπολογικό θησαυρό.


3. Κοιλάδα Swat, Peshawar, Lahore

_MG_0971_1200

Swat, Peshawar, Lahore – Φωτό άλμπουμ

peshawar-lahore_map

Η διαδρομή Swat, Peshawar, Lahore

Swat – Peshawar – Lahore

Ήταν περασμένο μεσημέρι όταν φύγαμε από τους Kalash, διασχίσαμε για άλλη μια φορά τον απόκρημνο δρόμο και αρχίσαμε να κατηφορίζουμε προς την κοιλάδα του Swat τις ατελείωτες μέσω ενός ασφαλτόδρομου με κλειστές στροφές, που σε κάποια σημεία έδινε τη θέση του σε χωματόδρομο και έργα οδοποιίας μου έδειχναν στάσιμα. Ένα ολοκαίνουριο σύγχρονο τούνελ, το Lowari tunnel των 10,5 χιλιομέτρων μείωσε τη διάρκεια της διαδρομής στο μισό. Πριν από την παράδοσή του το 1017, η διαδρομή από το Chitral στο Peshawar ήταν συντομότερη μέσω Αφγανιστάν! Μέχρι στιγμής, εκατέρωθεν των δύο άκρων του τούνελ δεν υπάρχει ένας σύγχρονος αυτοκινητόδρομος, αλλά στενός χωματόδρομος.

Το βράδυ μας βρήκε στην παγκοσμίως άγνωστη πόλη Timergara. Βρήκαμε κι εδώ καλό ξενώνα με ωραίο φαγητό και παζάρεμα στη γνωστή τιμή. Ο ξενοδόχος μας ενημέρωσε ότι στη επαρχία υπάρχει κανονισμός για τη φρουρά των τουριστών, κάτι που δεν το ακούω πρώτη φορά στη χώρα, αλλά το είχα συναντήσει και στη Burkina Faso επίσης. Ήρθε λοιπόν ένας υπαξιωματικός και ένας πολιτσμάνος και μας διαβεβαίωσαν ότι θα μείνουν στο διπλανό δωμάτιο για να μας φυλάνε. Πάντως κατά τις 2πμ που κατέβηκα για να βρω νερό, τους είδα αραχτούς στον καναπέ και ένα kalashnikov παρέα με ένα πιστόλι να αναπαύονται χαλαρά στο διπλανό.

Το πρωί ξυπνήσαμε φυσιολογική ώρα μιας και παρά την επιπλέον παραμονή μας στους Kalash, το χρονικό πλαίσιο του ταξιδιού  έβγαινε άνετα μέχρι το τέλος του. Η κοιλάδα του Swat ήταν διαφορετικά πλασμένη στο μυαλό μου, επηρεασμένος από την αλησμόνητη κοιλάδα της Hunza. Το ενδιαφέρον του Swat είναι μεν οι φυσικές ομορφιές οι οποίες είναι όμως απομακρυσμένες, προς το Chilas και το κομμάτι που είχαμε ήδη διασχίσει, αλλά εξίσου σημαντικές θεωρούνται και οι βουδιστικές αρχαιότητες. Εγώ πάντως συνάντησα μνημεία σε πολύ κακή κατάσταση, βεβηλωμένες τις λαξευτές προτομές του Βούδα, εγκατελειμμένες τις βουδιστικές στούπες, ισοπεδωμένα μοναστήρια.

Το Swat δε με μάγεψε, παρά μόνο φεύγοντας πάλι νότια προς Peshawar, στον επιβλητικό αρχαιολογικό χώρο Takht-i-Bahi. Πρόκειται για ένα σύμπλεγμα βουδιστικών ναών και κέντρο μύησης των μοναχών, που ήκμασε απ’ τον 1ο έως τον 7ο αιώνα μ.Χ. Ανεβαίνουμε στην ασφυκτική ζέστη τα 300 σκαλοπάτια μέχρι την κορυφή του λόφου που είναι χτισμένο το μνημείο. Μεγάλο πλήθος έχει κατακλύσει το χώρο, μιας και είναι η δεύτερη μέρα του τριήμερου εορτασμού του Eid-al-Adha, της δεύτερης γιορτής των μουσουλμάνων μετά το Ραμαζάνι, που τιμά τον προφήτη Αβραάμ για τη θυσία του γιου του. Στην είσοδο μας έδωσαν κι εδώ ένοπλη συνοδεία άνδρα της αντιτρομοκρατικής. Ίσως ήταν και το μόνο μέρος που φάνηκε χρήσιμοι. Η περιέργεια των ντόπιων που έρεαν κατά εκατοντάδες, για τους μοναδικούς δυτικούς ανάμεσα τους, εξελισσόταν σε στενό κλοιό όχλου γύρω μας. Ο αστυνομικός επάξια δικαιολόγησε τον όρο “μπάτσος” μιας και άρχισε να χτυπά με ένα ξύλο τον κόσμο αδιακρίτως, επαναφέροντας αμέσως την τάξη. Την οχυρωμένη πόλη, χτισμένη σε επίπεδα, θα μπορούσα να χαρακτηρίσω με μια δόση υπερβολής ως το Machu Pichu του Πακιστάν. Έχει χαρακτηριστεί μνημείο πολιτισμικής κληρονομιάς της UNESCO. Πολλά από τα αγάλματα της τέχνης Gandhara για την οποία θα μιλήσουμε παρακάτω, βρίσκονται στο μουσείο της Peshawar αλλά και… στο βρετανικό μουσείο!

Η συνέχεια της διαδρομής είναι σε καλό δρόμο, μπαίνοντας στο τελευταίο κομμάτι της και πάλι στο σύγρονο αυτοκινητόδρομο Ν5 (Lahore-Islamabad-Peshawar). Φτάνοντας στον προορισμό μας πήγαμε στα Mc Donald’s για δροσιστικό παγωτό, σε τιμή ίση με το ημερομίσθιο του μέσου πολίτη.

Peshawar

Σε απόσταση μόλις 50χλμ από το συνοριακό πέρασμα με το Αφγανιστάν μέσω του περίφημου Khyber pass, το Peshawar δε δρέπει δάφνες στον τομέα της ασφάλειας. Η συντηρητική αυτή πόλη είναι συχνά στο στόχαστρο τρομοκρατικών επιθέσεων και με μια πρόχειρη αναζήτηση παρατηρεί κανείς μια βομβιστική κάθε δύο περίπου μήνες, συμπεριλαμβανομένων πολυσύχναστων σημείων όπως το κεντρικό παζάρι. Η εποχή που πήγαμε, τις μέρες του Eid, ήταν ιδανική για ένα ακόμα χτύπημα. Η εντύπωση τελικά που αποκομίσαμε ήταν ακόμα πιο φιλική απ’ όλες τις περιοχές που επισκεφθήκαμε. Οι άνθρωποι μας προσκάλεσαν στα τζαμιά το εσωτερικό των οποίων άνοιξαν ειδικά για εμάς, έτρεχαν να αγοράσουν χυμούς για να μας κεράσουν, ακόμα και από φτωχογειτονιές βγήκαν για να μας προσφέρουν κάτι να πιούμε χωρίς επ’ ουδενί να δεχτούν χρήματα. Στο μεγάλο bazaar τα περισσότερα καταστήματα ήταν κλειστά τις μέρες των εορτασμών, όμως η βόλτα στην παλιά πόλη είχε αμείωτο ενδιαφέρον. Μεταξύ άλλων, το δημοτικό μουσείο με φτωχά εκθέματα, τον παλιό πυροσβεστικό σταθμό με πανέμορφα οχήματα-αντίκες. To κυριότερο αξιοθέατο όμως, ήταν και αυτό κλειστό. Δεν είμαι λάτρης των μουσείων, όμως αυτό είναι μοναδικής σημασίας. Παρά την επιμονή μας, ο φύλακας δε μπορούσε να ανοίξει ένα κρατικό μουσείο ειδικά για εμάς. Έτσι, αναγκαστήκαμε να παρατείνουμε κι εδώ για ένα βράδυ τη διαμονή και να το επισκεφτούμε την επομένη.

Επιστρέψαμε στο ίδιο ξενοδοχείο όπου μας έδωσαν τα προηγούμενα δωμάτια στα οποία ανακάλυψα ότι δεν άλλαζαν τα σεντόνια, διατηρώντας τους ίδιους λεκέδες. Επισκεφτήκαμε και το premium ξενοδοχείο Pearl μήπως σκοτώσουμε την ώρα μας σε καμιά πισίνα. Πέραν της υπερβολικής φύλαξης που μάλλον στοχοποιεί παρά προστατεύει, το περιβάλλον ήταν ψυχρό και αδιάφορο. Προτιμήσαμε να περιπλανηθούμε σε διάφορα σημεία της πόλης, κάποια έντονα φρουρούμενα. Ακόμα και σε κάποια από τα μικρά πάρκα της πόλης μας ζητούσαν καταγραφή των στοιχείων και σωματικό έλεγχο, πράγμα που άρχισε να γίνεται βαρετό. Μου πέρασε απ΄το μυαλό η ιδέα της διάσχισης του Khyber pass, να δούμε πώς κυματίζουν οι αφγανικές σημαίες, μιας και δεν είχαμε βίζα για τη χώρα αυτή. Όμως εκτός από τους κουραστικούς ελέγχους και πιθανόν υποχρεωτική πάλι συνοδεία, ο δρόμος ήταν ορεινός και δύσκολος, σε περιοχή ανυπότακτων φυλών, με μεγάλη κίνηση φορτηγών που μεταξύ άλλων μετέφεραν προμήθειες στις αμερικανικές βάσει της διπλανής χώρας και γίνονταν συχνά στόχος επιθέσεων των Taliban. Για να είμαι ειλικρινής, στη πόλη του Peshawar οι περισσότεροι είχαν όψη Taliban. Κι εδώ ένα χαμόγελό μας μεταμόρφωνε και το δικό τους πρόσωπο.
Εκτός από τα παγωτά των Mac, το φαγητό μας τις μέρες αυτές ήταν σε ταχυφαγείο ντόπιων που σέρβιρε από μεγάλο καζάνι νοστιμότατο ρύζι biryani.
Το μουσείο του Peshawar αποτελεί ένα αρχιτεκτονικό στολίδι που αναμειγνύει το βρετανικό, Hindu, βουδιστικό και Mughal στυλ, κατασκευασμένο το 1917, την εποχή της βρετανικής αποικιοκρατίας. Φιλοξενεί μερικά σπάνια αριστουργήματα της ελάχιστα γνωστής ελληνοβουδιστικής τέχνης Gandara. Τα γλυπτά της συλλογής παρουσιάζουν μια μοναδική τεχνοτροπία, μια μίξη  αγάλματος ελληνιστικών χρόνων, με τη στάση του κορμιού, τις πτυχώσεις του χιτώνα, το πρόσωπο με την ευθυτενή μύτη, αλλά συνάμα την όψη του Βούδα. Η τέχνη αυτή ήκμασε για περίπου 1000 χρόνια, από την κατάκτηση του Μεγάλου Αλεξάνδρου τον 40 π.Χ αιώνα, στη συνέχεια του ελληνο-βακτριανού βασιλείου και των Σελευκιδών. Σημαντική είναι η συλλογή νομισμάτων της ελληνιστικής αυτής εποχής, ενώ στον επάνω όροφο μεταφερόμαστε στη μετέπειτα εποχή της αραβικής κατάκτησης, της βρετανικής, μέχρι και της πρόσφατης με κειμήλια του πολιτισμού των Kalash και τα επιτύμβια ξυλόγλυπτά τους.

Lahore

H Λαχώρη, το σημείο απ΄όπου ξεκίνησε το ταξίδι μας στο πακιστανικό έδαφος, είναι και ο τελευταίος μας προορισμός, έχοντας αφήσει την περιήγησή της για το τέλος ως χρονικό περιθώριο ασφαλείας. H δεύτερη σε πληθυσμό πόλη μετά το Karachi, με πάνω από 11 εκατομμύρια επίσημο πληθυσμό, είναι απ΄τις πιο εύρωστες οικονομικά, κοινωνικά απελευθερωμένες, προοδευτικές και κοσμοπολίτικες σε όλη τη χώρα. Μεγάλες λεωφόροι με αρκετό πράσινο, αλλά η ζέστη και η υγρασία αφόρητη, μας θύμισε το Νεπάλ και την Ινδία, στις αρχές του ταξιδιού αυτού. Το κυριότερο αξιοθέατο, το μεγαλοπρεπές τζαμί Badshahi προσελκύει πλήθος πιστών που ακολουθούν με τελετουργική σειρά την επίσκεψη. Αρχικά μπλεχτήκαμε κι εμείς στη σειρά αυτή που ακολουθείται και την άγνωστη σ’ εμάς απόδοση τιμών στον προφήτη. Γειτονικά του τζαμιού βρίσκεται το φρούριο της πόλης, που παρά το μέγεθός του δε με ενθουσίασε, ίσως εξαιτίας των εντυπωσιακών μνημείων που είχα ήδη επισκεφτεί στο Νεπάλ και την Ινδία.

Η διαμονή στη Λαχώρη είναι πανάκριβη! Εμείς έστω και την τελευταία μέρα δεν επιθυμούμε να ξεπεράσουμε τον συνήθη προϋπολογισμό. Η πόλη είναι τεράστια και τα ελάχιστα οικονομικά καταλύματα σε μεγάλη απόσταση μεταξύ τους και όχι κεντρικά. Στη δεύτερη προσπάθεια περάσαμε κατά τύχη από ένα ολοκαίνουριο και φτηνό ξενοδοχείο σε απόσταση αναπνοής από το Emporium Mall, το 2ο μεγαλύτερο εμπορικό κέντρο της χώρας και ένα από τα μεγαλύτερα του κόσμου. Ο χώρος είναι κατάμεστος, σε σημείο που εκπλήσσεσαι στη θέα μιας ελίτ πακιστανικής κοινωνίας, μοντέρνας και φιλελεύθερης, που δε συναντάς στους δρόμους. Απολαμβάνοντας έναν τελευταίο, άνετο ύπνο πριν τις τρεις διαδοχικές πτήση της επιστροφής, αρχίζουν να κατακάθονται στη μνήμη ο καταιγισμός εικόνων και εμπειριών που συνέλεξα στο υπέρ-ταξίδι αυτό των 25 ημερών, που κορυφώθηκε στη διαδρομή άνω των 2500χλμ στο εκπληκτικό Πακιστάν. Ελπίζω να συνταξιδέψατε ευχάριστα.

Αλέξανδρος 9/2018


Uchal celebrations of the Kalash




Facebook Comments